1. Εισαγωγή
Η λεγόμενη «διατροφική κρίση» και οι μεγάλες ανατιμήσεις τροφίμων σε όλες τις χώρες, τείνουν τελευταία να λάβουν μορφή «χιονοστιβάδας», οδηγώντας σε εξεγέρσεις πεινασμένων, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και σε μεγάλη επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Οι εξελίξεις αυτές συντελούνται στο φόντο της γενικότερης οικονομικής κρίσης του συστήματος και της άκρατης χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας των τραπεζών και πολυεθνικών εταιριών.
2. Οι αιτίες της «διατροφικής κρίσης» και του κύματος ακρίβειας
Το διατροφικό πρόβλημα δεν είναι καινούργιο στον κόσμο. Στις αρχές της νέας χιλιετίας, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ για την «ανθρώπινη ανάπτυξη», πάνω από 850 εκατ. άτομα, κυρίως στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, πεινούσαν. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια ξεπέρασαν το 1 δισεκατομμύριο, ενώ οι εξεγέρσεις πεινασμένων σε 33 χώρες λόγω έλλειψης τροφίμων, δείχνουν ότι το πρόβλημα οξύνεται. Οι αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα κατά 57% τον τελευταίο χρόνο, σημαίνει ότι όσοι ζουν με 1 δολάριο την ημέρα πρέπει να κόψουν στο μισό της διατροφή τους, με αποτέλεσμα υποσιτισμός, ασθένειες και θάνατοι. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, οι πεινασμένοι στην επόμενη δεκαετία θα ξεπεράσουν 1,5 δισεκατομμύρια άτομα. Ορισμένοι αναλυτές αποδίδουν τις αυξήσεις τιμών στις κακές σοδιές λόγω κλιματικών αλλαγών, στην αύξηση της ζήτησης τροφίμων από την Κίνα, Ινδία, κλπ, στην αύξηση της ζήτησης δημητριακών για βιοκαύσιμα, κά. Ωστόσο για την ερμηνεία του φαινομένου πρέπει να πάμε βαθύτερα.
Χωρίς αμφιβολία η έλλειψη τροφίμων και η αύξηση τιμών, έχει άμεση σχέση με την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στον αγροτικό τομέα, σε εθνικό επίπεδο και στο διεθνές εμπόριο. Ειδικότερα οι ρυθμίσεις στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου-ΠΟΕ και οι περιφερειακές συμφωνίες «ελεύθερου εμπορίου» (free trade agreements), λειτουργούν ως «ακήρυκτος πόλεμος» κατά των μικρών παραγωγών. Η φιλελευθεροποίηση των αγροτικών σχέσεων (δηλ. η πολιτική απορύθμισης) και η ενίσχυση του ρόλου των αγορών, οδηγεί σε ένταση της «εμπορευματοποίησης» της αγροτικής παραγωγής και σε οικονομικό καταναγκασμό των αγροτών, να παράγουν για λογαριασμό των μεγάλων πολυεθνικών εταιριών και αλυσίδων super-markets, με όρους παγκόσμιας αγοράς. Ωστόσο η επικέντρωση της παραγωγής για εξαγωγές, μειώνει την παραγωγή με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού, αποδιαρθρώνει τις τοπικές κοινωνίες και εντείνει την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση εκατομμυρίων αγροτών που ζουν στα «γκέτο» των μεγάλων πόλεων υπό άθλιες συνθήκες.
Η πολιτική αυτή εντείνεται από τις δεσμεύσεις που επιβάλλει στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, το ΔΝΤ, για την παραγωγή προϊόντων προς εξαγωγές και την εξεύρεση συναλλάγματος για εξόφληση του εξωτερικού χρέους. Παράλληλα οι πρακτικές «ντάμπινγκ» που ακολουθούν οι αναπτυγμένες χώρες (εξάγουν τρόφιμα σε χαμηλές τιμές μέσω εξαγωγικών επιδοτήσεων), χτυπούν την ντόπια παραγωγή και εντείνουν τη διατροφική εξάρτηση των αναπτυσσόμενων χωρών, εκβιάζοντας σε συνέχεια για την παραχώρηση ευνοϊκών ρυθμίσεων υπέρ των πολυεθνικών (επενδύσεις, βιομηχανικά προϊόντα, πατέντες, αγορά όπλων, κλπ.)
Ωστόσο η διατροφική κρίση και οι μεγάλες ανατιμήσεις σε βασικά είδη, δεν αφορούν μόνο τις αναπτυσσόμενες, αλλά και τις αναπτυγμένες χώρες. «Η πείνα που πιστεύαμε ότι εξαλείφθηκε γυρίζει στην Ευρώπη», τονίζουν σε ανακοίνωση τους οι αγροτικές ευρωπαϊκές οργανώσεις COPA και COGECA (8.5.2008). Η μείωση της παραγωγής δημητριακών και άλλων αγροτικών προϊόντων, εξʼ αιτίας των ρυθμίσεων της νέας ΚΑΠ, σε συνδυασμό με την απότομη αύξηση του κόστους παραγωγής (λόγω ανατίμησης της ενέργειας, των λιπασμάτων και των ζωοτροφών), πλήττουν σκληρά τους μικρομεσαίους παραγωγούς. Η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη στον ευρωπαϊκό νότο, όπου οι κλιματικές αλλαγές και οι ελλείψεις νερού επηρεάζουν αρνητικά την παραγωγή. Οι μεγάλες ανατιμήσεις τροφίμων επιδεινώνουν τη θέση 74 εκατ. πολιτών στην ΕΕ που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Γιαυτό πρέπει να υιοθετηθούν πολιτικές που να στηρίζουν την οικογενειακή γεωργία και τα αδύναμα εισοδηματικά στρώματα, ιδιαίτερα εκείνα που έχουν ανάγκη από τροφή.
Σημαντικός επίσης παράγοντας επιδείνωσης της «διατροφικής κρίσης», είναι οι ανατιμήσεις πετρελαίου και η στροφή στη ζήτηση προϊόντων για την παραγωγή «βιοκαυσίμων» ή ορθότερα «αγροκαυσίμων». Τα τελευταία χρόνια μεγάλες πολυεθνικές και ισχυρές χώρες (ΗΠΑ, ΕΕ, κά), για οικονομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους, έχουν προχωρήσει στην ανάπτυξη παραγωγής «βιοντίζελ» (πετρελαίου) και «βιοαιθανόλης» (βενζίνης), με ισχυρές επιχορηγήσεις επενδύσεων (εδώ οι επιδοτήσεις είναι «αποδεκτές» ενώ για τους αγρότες «παράλογες»!!). Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, ήταν να καλυφθεί μεγάλο μέρος των καλλιεργειών για την παραγωγή ειδών διατροφής, από προϊόντα για την παραγωγή «βιοκαυσίμων», με αποτέλεσμα μείωση της παραγωγής τροφίμων, η οποία παραπέρα εντάθηκε από τη χρησιμοποίηση ορισμένων προϊόντων (σιτηρά, καλαμπόκι, τεύτλα, κά) για «βιοκαύσιμα» αντί για είδη διατροφής. Η στροφή στα «βιοκαύσιμα», εντείνει την αναζήτηση νέων εκτάσεων και μοιραία οδηγεί σε εκχερσώσεις, με καταστροφή δασών και δασικών εκτάσεων, ενισχύοντας το μοντέλο της εντατικής γεωργίας με χρήση αγροχημικών. Αυτό με τη σειρά του αυξάνει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, εντείνει το φαινόμενο του θερμοκηπίου και επιταχύνει τις κλιματικές αλλαγές, αύξηση της ξηρασίας, πλημμύρων, μείωση αγροτικής παραγωγής, κόκ.
Ωστόσο ο ρόλος των βιοκαυσίμων στην διατροφική κρίση είναι σχετικά περιορισμένος, αν υπολογίσουμε ότι μόνο 1% της παγκόσμιας παραγωγής σιτηρών χρησιμοποιείται για αγροκαύσιμα. Ειδικότερα στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το «αμερικανικό ομοσπονδιακό γραφείο γεωργίας», το 50% από την άνοδο των τιμών στα τρόφιμα, οφείλεται στην αύξηση των τιμών του πετρελαίου και μόνο 15% στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Παρʼ όλα αυτά η χρήση σιτηρών για βιοκαύσιμα, τη στιγμή που εκατομμύρια πολίτες πεινάνε και υποσιτίζονται στον κόσμο, δημιουργεί ηθικό πρόβλημα, το οποίο κατά τον υπουργό οικονομικών της Ινδίας κ. Σιταμπάραμ, ισοδυναμεί με «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». («Financial Times», 6.5.08).
Τέλος σημαντικό ρόλο στις ανατιμήσεις παίζει η κερδοσκοπία στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων, λόγω υπαρκτών ή τεχνιτών ελλείψεων. Ειδικότερα λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης στις ΗΠΑ, οι κερδοσκόποι μετακινήθηκαν από διάφορα χρηματιστηριακά «προϊόντα» (μετοχές, ομόλογα, κλπ), σε υλικές αξίες (πρώτες ύλες, μεταξύ αυτών και αγροτικά προϊόντα), με αποτέλεσμα την ένταση της κερδοσκοπίας. Τα κερδοσκοπικά παιγνίδια εντείνονται από την ισχυρή θέση που κατέχουν μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες και αλυσίδες super-markets σε βασικούς κρίκους της παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας αγροτικών προϊόντων και ειδών διατροφής, με αποτέλεσμα να επιβάλουν τιμές, αξιοποιώντας είτε τη μεγαλύτερη ζήτηση, είτε καταφεύγοντας σε αποθεματοποιήσεις και τη δημιουργία τεχνητών ελλείψεων. Κάτι ανάλογο ισχύει και στον τομέα των αγροτικών εισροών (αγροεφόδια) σε βάρος παραγωγών. Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν είναι η «έλλειψη» τροφίμων γενικά, αλλά ο άνισος τρόπος κατανομής τους και η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία των ισχυρών. Σύμφωνα με το FAO, τα παραγόμενα τρόφιμα είναι αρκετά να θρέψουν όλο τον κόσμο, ακόμα κι αν ο πληθυσμός φθάσει στο μέλλον τα 12 δισεκατομμύρια άτομα.!
Μια νέα διάσταση στη διατροφική κρίση, δίνουν οι εταιρίες βιοτεχνολογίας που παράγουν «γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς», τους οποίους χρησιμοποιούν για παραγωγή μεταλλαγμένων τροφίμων. Οι πολυεθνικές της βιοτεχνολογίας, αξιοποιώντας τη διατροφική κρίση, επανέρχονται δριμύτερες, προβάλλοντας το επιχείρημα «ότι δεν υπάρχει πρόβλημα αν αναπτυχθεί η παραγωγή τους για βιοκαύσιμα», αποσιωπώντας το κύριο, που είναι οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, ενώ από ταυτόχρονα ανοίγουν οριστικά το δρόμο για γενικευμένη χρησιμοποίηση τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν δραματική για λαούς, χώρες, παραγωγούς, καταναλωτές και κυρίως για το περιβάλλον.
3. Οι κοινωνικές συνέπειες της διατροφής κρίσης
Η απότομη άνοδο της τιμής των τροφίμων, αποτελεί μεγάλη ευκαιρία υψηλών κερδών για μεγάλους εμπόρους, κερδοσκόπους και μεταποιητές, σε βάρος λαϊκών καταναλωτών και μικρομεσαίων παραγωγών. Σε αντίθεση με ότι πιστεύεται, ακόμα κι οι παραγωγοί σιτηρών πολύ λίγο ωφελούνται από την αύξηση των τιμών, γιατί το μεγαλύτερο μέρος πάει στις εταιρίες και τους ενδιάμεσους που αγοράζουν και επεξεργάζονται τα προϊόντα για παραγωγή ειδών διατροφής. Ιδιαίτερα σκληρά πλήττονται από την άνοδο των ζωοτροφών οι κτηνοτρόφοι (στάρι, καλαμπόκι, πίτουρα, κά), ενώ οι «τιμές παραγωγού» στο γάλα και κρέας που καθορίζουν τα διάφορα «καρτέλ», παραμένουν στα ίδια επίπεδα, την ίδια στιγμή που οι καταναλωτές τα αγοράζουν πανάκριβα. Οι έλληνες κτηνοτρόφοι και καταναλωτές, βιώνουν τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη ένταση το συγκεκριμένο φαινόμενο. Επίσης ανάμεσα στα θύματα της ανόδου των τιμών στα τρόφιμα, είναι οι εργάτες γης, οι εργαζόμενοι με συμβόλαια παραγωγής και οι οικονομικοί μετανάστες. Επίσης σκληρά πλήττονται τα φτωχά λαϊκά στρώματα των πόλεων, οι περιθωριακές κοινωνικές ομάδες, οι άνεργοι, άστεγοι, κλπ, που ξοδεύουν πάνω από 80-90% του εισοδήματος τους για τη διατροφή.
4. Η εναλλακτική πολιτική στο διατροφικό πρόβλημα
Η αντιμετώπιση της διατροφής κρίσης και των ανατιμήσεων ειδών διατροφής, απαιτεί την καταπολέμηση των βασικών αιτίων που τη δημιουργούν, σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο. Πρόκειται για καθαρά πολιτικό ζήτημα που προϋποθέτει και τους ανάλογους συσχετισμούς δύναμης. Ωστόσο με κινητοποιήσεις και παρεμβάσεις μπορούν κατʼ αρχήν να ληφθούν μέτρα περιορισμού της οξύτητας του προβλήματος, στην προοπτική της ριζικής του αντιμετώπισης. Στα πλαίσια αυτά χρειάζονται άμεσα μέτρα στήριξης των στρωμάτων που θίγονται από την ακρίβεια, καθώς και μέτρα στήριξης της οικογενειακής γεωργίας, για αύξηση της παραγωγής τροφίμων με βάση τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς.
Το διεθνές αγροτικό κίνημα «Via Campesina», επισημαίνει ότι η πολιτική «αυτοδυναμίας τροφίμων» μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Δεν χρειάζονται μέτρα εντατικοποίησης της παραγωγής και συγκέντρωσης της σε μεγαλύτερες μονάδες, αλλά μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων αγροτών, για την παραγωγή μεγάλης ποικιλίας προϊόντων που θα εξασφαλίσουν ισοζύγιο τροφίμων με βάση τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Οι τιμές των προϊόντων πρέπει να σταθεροποιηθούν σε λογικό επίπεδο, τόσο για τους παραγωγούς όσο και τους καταναλωτές. Δηλ. να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και ένα μικρό όφελος υπέρ του παραγωγού. Να ενισχυθούν τα δίκτυα απευθείας διάθεσης των προϊόντων από τους παραγωγούς προς τους καταναλωτές. Να διασφαλιστεί το δικαίωμα των χωρών να επιβάλλουν έλεγχο στις εισαγωγές και εξαγωγές τροφίμων και των πρακτικών ντάμπινγκ, για την προστασία της εγχώριας παραγωγής. Να στηριχτεί η παραγωγή ασφαλών ποιοτικά προϊόντων, παραδοσιακών και βιολογικών, κά.
Επίσης η παραγωγή δημητριακών για «αγροκαύσιμα», πρέπει να σταματήσει εφʼ όσον ανταγωνίζεται την παραγωγή τροφίμων. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν η άμεση επιβολή «μορατόριουμ», σύμφωνα με την πρόταση του Jean Ziegler πρώην υπεύθυνου του ΟΗΕ για τα «δικαιώματα στη διατροφή». Η δύναμη των πολυεθνικών εταιριών πρέπει να περιοριστεί και τα αγροτικά ζητήματα να βγουν έξω από τις αρμοδιότητες του ΠΟΕ. Στόχος της αγροτικής παραγωγής κάθε χώρας πρέπει να είναι η εξασφάλιση της αυτοδυναμίας σε βασικά τρόφιμα, ενώ οι εξαγωγές-εισαγωγές να παίζουν επικουρικό ρόλο. Οι μικρομεσαίοι παραγωγοί μπορούν να θρέψουν τον κόσμο, γιαυτό και πρέπει να θεωρούνται ως μέρος της λύσης του προβλήματος. Με κατάλληλες πολιτικές και μέτρα στήριξης, μπορούν να παράγουν τα αναγκαία τρόφιμα σε λογικές τιμές, για αντιμετώπιση της διατροφικής κρίσης. Η πολιτική της «αυτοδυναμίας τροφίμων» («food sovereignty»), δεν αφορά μόνο της αναπτυσσόμενες, αλλά και τις αναπτυγμένες χώρες (μαζί και την Ελλάδα) και εκφράζει τα συμφέροντα των μικρομεσαίων παραγωγών και λαϊκών καταναλωτών.
5. Η διατροφική κρίση και η ακρίβεια στην Ελλάδα
Παρʼ ότι ο επίσημος τιμάριθμος στην Ελλάδα «τρέχει» με ρυθμό 4,4%, στα περισσότερα είδη διατροφής οι τιμές αυξάνουν κατά μέσο όρο με 15-20% το χρόνο. Ειδικότερα στο διάστημα Απρίλιος 2007-Απρίλιος 2008, οι τιμές στο ρύζι αυξήθηκαν κατά 9,3%, αλεύρι 195, ψωμί 17,3%, ζυμαρικά 22,4%, πουλερικά νωπά 12,2%, γάλα φρέσκο 6,5%, φέτα 5,8%, τυριά σκληρά 15,8%, αυγά 14,2%. Βούτυρο γάλακτος 31,5%, φρούτα 12,2%, όσπρια 14,2%, κοκ. Οι μεγάλες ανατιμήσεις σε βασικά είδη, διαψεύδουν τη γνωστή θεωρία ότι τάχα οι μισθοί ευθύνονται για τον πληθωρισμό, ενώ οι αιτίες της απότομης ανόδου συνδέονται με όλους τους παράγοντες που αναφέραμε και κυρίως με την ύπαρξη ολιγοπωλιακών δομών και ανεξέλεγκτη δράση των μεσαζόντων και διαφόρων «καρτέλ» σε όλους τους κρίκους της διατροφικής αλυσίδας, από την παραγωγή, διακίνηση, επεξεργασία και εμπορία προϊόντων, καθώς και την παραγωγή αγροεφοδίων.
Επίσης είναι γνωστό, ότι ένας μικρός αριθμός βιομηχανιών, με ολιγοπωλιακή θέση στην παραγωγή τροφίμων, καθορίζει στη ουσία τις τιμές σε βασικά είδη (γάλα, τοματοειδή, γιαούρτια, παγωτά, ζυμαρικά, αλεύρια, όσπρια, αναψυκτικά, μαργαρίνες, κά), ενώ η αύξηση των έμμεσων φόρων και ειδικότερα του ΦΠΑ (από 8% σε 9%) σε βασικά είδη, φορτώνει (2008) πάνω από 2,5 δις έμμεσους φόρους στα λαϊκά στρώματα, αυξάνοντας τον τιμάριθμο τουλάχιστον κατά 1,5 εκατοστιαία μονάδα.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να δώσει την εντύπωση ότι «παλεύει» την ακρίβεια, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, χωρίς ωστόσο αποτελέσματα. Ακόμα και στις περιπτώσεις που εντοπίζει «συμφωνημένες πρακτικές» ολιγοπωλιακών τιμών (περίπτωση ειδικής λίστας από το Σύνδεσμο Σούπερ-Μάρκετ Ελλάδος-ΣΕΣΜΕ), το γεγονός ξεπερνιέται χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες. Ωστόσο για την αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας, απαιτείται πραγματική βούληση και αντίστοιχοι μηχανισμοί ελέγχου, τους οποίους η κυβέρνηση δεν έχει ούτε θέλει να δημιουργήσει, γιατί πρωταρχική επιλογή της είναι η στήριξη των μεγάλων συμφερόντων και η διαμόρφωση τιμών από στις «δυνάμεις της αγοράς».
Ειδικότερα για την καταπολέμηση της ακρίβειας χρειάζεται να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα. Ειδικότερα αναφέρουμε:
α) έλεγχος της «ψαλίδας» τιμών παραγωγού-καταναλωτή, καθώς και των τιμών των αγροτικών εφοδίων,
β) αλλαγές στη δομή άσκησης του χονδρεμπορίου στις κεντρικές λαχαναγορές, εξασφάλιση ελεύθερης πρόσβασης των παραγωγών και δημιουργία εμπορικών δικτύων χωρίς μεσάζοντες με σύγχρονους τρόπους διακίνησης,
γ) έλεγχος των τιμολογίων αγοράς-πώλησης και διαφάνεια στη διαμόρφωση των ποσοστών κέρδους,
δ) έλεγχος των «καρτέλ» και των ολιγοπωλιακών δομών στην διακίνησης, επεξεργασίας και διάθεσης ειδών διατροφής,
ε) ενεργοποίηση των συνεταιρισμών στη συγκέντρωση, τυποποίηση, διακίνηση και εμπορία αγροτικών προϊόντων,
στ) συστηματική παρακολούθηση της εξέλιξης των τιμών και επιβολή ανώτατης τιμής πώλησης σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων,
ζ) μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ σε είδη πρώτης ανάγκης, ιδιαίτερα σε τρόφιμα,
η) στήριξη της ανάπτυξης των «καταναλωτικών συνεταιρισμών» και απʼ ευθείας προμήθεια βασικών ειδών από τους παραγωγούς σε καλύτερες τιμές για τα μέλη τους,
θ) επεξεργασία γνήσιου Τιμάριθμου, με βάση τις ανάγκες μιας εργατο-υπαλληλικής οικογένειας και προστασία της αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων από τον πληθωρισμό,
ι) στήριξη της αναπτυξιακής διαδικασίας, για την αύξηση της παραγωγικότητας και μείωσης της κατά μονάδα κόστους των προϊόντων, κά.
Τέλος ανάπτυξη κινήματος αντίστασης με πρωτοβουλία των συνδικάτων, των ενώσεων καταναλωτών, της Αυτοδιοίκησης, των επιστημονικών και κοινωνικών οργανώσεων, για την άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση και τη λήψη ουσιαστικών μέτρων καταπολέμησης της ακρίβειας, τόσο στα τρόφιμα όσο και σε είδη πλατιάς κατανάλωσης και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.