.

ΣΤΟΧΟΣ 2
Για μια δημόσια και δωρεάν δημοκρατική παιδεία, ανοιχτή στην κοινωνία και στις ανάγκες της

.

Η παρούσα κατάσταση - Οι τάσεις

Ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος χρονικά προσδιορίζεται από την άνοδο του Ρίγκαν και της Θάτσερ στην εξουσία, αντιλαμβάνεται -μεταξύ άλλων δημόσιων αγαθών- και τη γνώση ως εμπόρευμα, εφόσον ταυτίζει την ιδιότητα του πολίτη με αυτή του καταναλωτή. Από τη δεκαετία του 1980, η εκπαίδευση ήδη αξιολογείται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και σταδιακά μετατρέπεται σε μία απέραντη διασυνοριακή αγορά υπηρεσιών, ενώ οι μαθητές/σπουδαστές σε πελάτες. Ταυτοχρόνως, το εκπαιδευτικό σύστημα προσαρμόζεται σε ένα επιχειρησιακό μοντέλο λειτουργίας, προσφοράς υπηρεσιών ή/και αγαθών προς πώληση. Το σύστημα αυτό αξιολογείται από τους νόμους της αγοράς ανάλογα με την ποιότητα των προϊόντων, την τιμή και την ανταγωνιστικότητα τους.

Στη μετάλλαξη της εκπαίδευσης σε αγορά είναι καθοριστικός ο ρόλος υπερεθνικών οικονομικών οργανισμών όπως ο ΠΟΕ και ο ΟΟΣΑ, αλλά και διεθνών συμφωνιών (GATS). Το Λευκό βιβλίο για την εκπαίδευση και την κατάρτιση (Ευρωπαϊκή Επιτροπή,1995) σηματοδοτεί την επίσημη συμμετοχή της ΕΕ στον διεθνή εμπορικό ανταγωνισμό για την επικράτηση της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ στη διασυνοριακή αγορά, όπου διαπιστώνεται με οδύνη ότι υπολείπεται σημαντικά της ανταγωνίστριας χώρας. Άρα και στο πλαίσιο της ΕΕ, ειδικότερα όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που έχει αποδειχθεί διεθνώς η επικερδέστερη βαθμίδα, προωθείται από το 1999 με τη Διαδικασία της Μπολόνιας μια αποσπασματική και εργαλειακή γνώση για τις ανάγκες της αγοράς. Στόχος είναι η παραγωγή μιας μάζας ευέλικτων, απασχολήσιμων εργαζόμενων προς ανάλωση, ενώ επίλεκτα εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτουργούν ως κέντρα αριστείας για την αναπαραγωγή της ηγετικής οικονομικής, πολιτικής, διοικητικής και πνευματικής ελίτ.

Πώς εξειδικεύεται ο νεοφιλελευθερισμός στην ελληνική εκπαίδευση

Η Ελλάδα είναι σήμερα τελευταία στην ΕΕ:

στις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία, (2,75% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 5,25%)

στις δημόσιες δαπάνες ανά φοιτητή, σε δαπάνες ανά φοιτητή σε σχέση με το κατά κεφαλήν εισόδημα (1,4% όταν ο μ.ό. στην ΕΕ είναι 16,5%) [Εurostat 2005].

στις δημόσιες δαπάνες για την έρευνα, που είναι καθηλωμένες στο 0,57% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 1,84% (Εurostat 2006).

Τα τελευταία 15 χρόνια τουλάχιστον, η χώρα μας υφίσταται τη συστηματική υπονόμευση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης μέσω του οικονομικού στραγγαλισμού των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της γενίκευσης των ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Παράλληλα, εκτυλίσσεται η σταδιακή ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες (νηπιαγωγεία, ΚΕΣ, διά βίου εκπαίδευση), ενώ η ίδια διαδικασία λαμβάνει χώρα εκ των ένδον στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (εισαγωγή και γενίκευση των διδάκτρων, συρρίκνωση της βασικής έρευνας και προώθηση της εφαρμοσμένης στις επιχειρησιακές απαιτήσεις, απορρύθμιση του περιεχομένου σπουδών με την προώθηση αγοραίων γνωστικών αντικειμένων κ.ο.κ.). Η ιδεολογικοπολιτική νομιμοποίηση αυτών των πολιτικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επιχειρείται από το δικομματισμό μέσω της «αξιοποίησης» των πορισμάτων των ΠΟΕ και ΟΟΣΑ και της εφαρμογής των συνθηκών της Μπολόνιας και της Λισσαβόνας. Όσον δε αφορά στις δύο χαμηλότερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, αυτό που παρατηρείται είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων στη μόρφωση, το οξύτατο πρόβλημα του αναλφαβητισμού, η πρώιμη εγκατάλειψη του σχολείου και η σχολική αποτυχία. Συνολικά, το πρόβλημα της παιδείας ανάγεται, όχι αποκλειστικά αλλά σε μεγάλο βαθμό, στην αιμορραγία του οικογενειακού προϋπολογισμού σε μια κατ' όνομα μόνο δημόσια δωρεάν παιδεία.

Οι πολιτικές επιλογές του δικομματισμού για την εκπαίδευση

Προφανώς, η παραπάνω κατάσταση (ανα)τροφοδοτείται από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, που σε διεθνές επίπεδο έχει συρρικνώσει τις δημόσιες δαπάνες για αγαθά που το κράτος οφείλει στους πολίτες, όπως η παιδεία, η υγεία, η ασφάλιση κ.λπ. και τα οποία έχουν γίνει αντικείμενο συστηματικής επίθεσης και απαξίωσης. Στην Ελλάδα, όμως, συντρέχουν επιπλέον και άλλου είδους πολιτικές επιλογές, που οξύνουν περαιτέρω τη νεοφιλελεύθερη επιθετικότητα. Οι θεόρατες δαπάνες για τους εξοπλισμούς και η κατασπατάληση των εθνικών πόρων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, για να μείνουμε στα πλέον κραυγαλέα παραδείγματα, είναι συγκεκριμένες επιλογές του δικομματισμού που αφαιρούν πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να έχουν επενδυθεί στην παιδεία και την έρευνα.

Επομένως, δεν φταίει το σύνδρομο της «ψωροκώσταινας» για τη δραματική υστέρηση της Ελλάδας στους παραπάνω τομείς. Άλλωστε, υπάρχουν παραδείγματα άλλων μικρών χωρών (όπως η Φινλανδία και η Ιρλανδία) που έχουν επενδύσει συνειδητά, μακροχρόνια και συστηματικά στην έρευνα και στην παιδεία, ως βασική προϋπόθεση της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξής τους. Στη χώρα μας δεν υπήρξε ποτέ μια τέτοια επιλογή από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, αλλά οι όποιες επενδύσεις στην εκπαίδευση έγιναν μέσω της άναρχης, ψηφοθηρικής και στην καλύτερη περίπτωση πρόχειρης απορρόφησης των ΕΠΕΑΕΚ (από τα διάφορα ΚΠΣ), με αποτέλεσμα να μη συγκροτούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα και την εκπαίδευση.

Σήμερα, λοιπόν, είναι αναγκαίος ένας 10ετής προγραμματισμός, με στόχο την ανάδειξη της Ελλάδας σε χώρα εκπαιδευτικής και ερευνητικής αριστείας, μέσω της συστηματικής, γενναιόδωρης και μακροχρόνιας κρατικής επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό και στις υποδομές της παιδείας.

Η επένδυση στην παιδεία, στην έρευνα αλλά και στον πολιτισμό αποτελεί μέγιστο στόχο και βασική προϋπόθεση για μια βιώσιμη λύση στην κρίση που μαστίζει τη χώρα, αλλά και ως μακροπρόθεσμη στρατηγική ανατροπής των σχέσεων εκμετάλλευσης και του υπάρχοντος καταμερισμού εργασίας, στο πλαίσιο του αγώνα της αριστεράς για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Η στρατηγική μας κατεύθυνση: Δημόσια και δωρεάν παιδεία, ένα εκπαιδευτικό σύστημα υψηλής ποιότητας

Προγράμματα σπουδών, προσωπικό και υποδομές

Για τον ΣΥΡΙΖΑ η παιδεία αποτελεί ένα μη διαπραγματεύσιμο κοινωνικό αγαθό. Γι' αυτό και επιδιώκουμε ένα αναβαθμισμένο, δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Σήμερα, που όλα μετατρέπονται σε εμπόρευμα και παντού επικρατούν οι όροι της αγοράς, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση για μια Παιδεία, που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας του αύριο αλλά και του σήμερα, είναι όχι μόνο η διαφύλαξη αλλά και η περαιτέρω ενίσχυση του δημόσιου, δωρεάν και κοινωνικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες. Απαραίτητη προϋπόθεση για μια τέτοια εκπαίδευση είναι το αυτονόητο: η άμεση αύξηση της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ευρώπη των 27 στις δαπάνες για την παιδεία, ενώ η ελληνική οικογένεια δαπανά σημαντικά ποσά για φροντιστήρια, ιδιαίτερα, ξένες γλώσσες κ.λπ. Η συνολική μας πρόταση για το δημόσιο σχολείο συμβάλλει αποφασιστικά στην οικονομική ανακούφιση των οικογενειών, που αιμορραγούν από τις δαπάνες για τη φροντιστηριακή και λοιπή εκπαιδευτική ενίσχυση των παιδιών τους. Στοχεύει στο μηδενισμό των δαπανών του οικογενειακού προϋπολογισμού για εξωσχολικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες, μέσα από την παράλληλη αναβάθμιση της διδασκαλίας των ξένων γλωσσών, των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων κ.λπ. στο δημόσιο σχολείο. Αλλά και στη ποιοτική αναβάθμιση των συνθηκών της ζωής των μαθητών, οι οποίοι αγνοούν την έννοια «ελεύθερος χρόνος».

Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να έχει στο κέντρο της προσοχής του τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Να εδραιώνεται στην πεποίθηση ότι η μόρφωση του πολίτη είναι προς το δικό του συμφέρον, αλλά και της κοινωνίας. Να διαμορφώνει πολίτες με συνείδηση των προβλημάτων του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος, ικανούς να αντιστέκονται στην αυθαιρεσία, την εκμετάλλευση και την καταπίεση και να παίρνουν οι ίδιοι στα χέρια τους τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Πολίτες με οικολογική παιδεία και συνείδηση, ικανούς να προστατεύουν το περιβάλλον από κάθε κίνδυνο που το απειλεί.

Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης πρέπει να χαρακτηρίζεται από επιστημονική ευρύτητα και εγκυρότητα, πλούτο ιδεών και αντιπαράθεσή τους, με στόχο την ολόπλευρη μόρφωση και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης του μαθητή και της μαθήτριας. Σήμερα οι γνώσεις ανανεώνονται ραγδαία. Οι μαθητές και μαθήτριες πρέπει, κατά συνέπεια, να έχουν υποδομή που θα τους επιτρέπει να υποδέχονται και να αξιοποιούν τη νέα γνώση. Να μάθουν και να μπορούν να μαθαίνουν σε όλη τους τη ζωή.

Παράλληλα με τη γνωστική ανάπτυξη, πρέπει να επιδιώκεται και η αισθητική καλλιέργεια, η συναισθηματική ανάπτυξη και η κοινωνική ωρίμανση των παιδιών και των νέων, ώστε να είναι ικανοί να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις απαιτήσεις και τις προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνίας.

Ο ΣYΡΙΖΑ επιδιώκει την ανανέωση των παιδαγωγικών μεθόδων, βάσει των σύγχρονων πορισμάτων των παιδαγωγικών επιστημών, ώστε η μαθησιακή διαδικασία να καταστεί αποτελεσματική, δημιουργική και ελκυστική. Τα σχολεία μας πρέπει να προάγουν την κριτική προσέγγιση της γνώσης, την αυτοδύναμη μάθηση, την πρωτοτυπία, τον πειραματισμό και την αμφισβήτηση, τη σύνδεση της θεωρίας με την πράξη, τη συλλογικότητα και τη συνεργασία. Είναι αναγκαία η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις βαθμίδες, με στόχο μία σφαιρική παιδεία που αφενός ανταποκρίνεται στις σύγχρονες πολύπλοκες ανάγκες και αφετέρου προωθεί την καλλιέργεια της δημιουργικότητας, της κριτικής σκέψης, και της επιστημονικής γνώσης, χωρίς να «εξοντώνει» τους μαθητές και να τους στερεί τον πολύτιμο για κάθε ηλικία ελεύθερο χρόνο..

Στις σύγχρονες συνθήκες αποκτά ιδιαίτερη σημασία η διαπολιτισμική και αντιρατσιστική εκπαίδευση, που αναγνωρίζει την ισοτιμία των πολιτισμών, προωθεί την ισότητα, την αμοιβαία κατανόηση, την αλληλεγγύη και τη συνεργασία μεταξύ ατόμων και ομάδων, και καταπολεμά τα φυλετικά, θρησκευτικά, κοινωνικά ή εθνικά στερεότυπα, το ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητη η αναβάθμιση των μειονοτικών σχολείων, με κάλυψη όλων των αναγκών σε υποδομές και εξειδικευμένο και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και η διαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε ζητήματα αντιμετώπισης προβλημάτων ρατσισμού, ξενοφοβίας, διακρίσεων, αλλά και σε παιδαγωγικές μεθόδους διαπολιτισμικής εκπαίδευσης.

Σχετικά με την ειδική αγωγή είναι απαραίτητη η καθιέρωση αποκλειστικά δημόσιας δωρεάν και υποχρεωτικής εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης των παιδιών με αναπηρία στα γενικά ή σε ειδικά σχολεία, ανάλογα με τις ιδαίτερες ανάγκες κάθε παιδιού.

Παράλληλα, στο πλαίσιο του διαχωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος προτείνουμε την αντικατάσταση του μαθήματος των θρησκευτικών και κάθε μορφής σχολικής κατήχησης από την επιστημονική προσέγγιση του φαινόμενου της θρησκείας, καθώς και την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου των εκπαιδευτικών κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, της πρωινής σχολικής προσευχής και του εκκλησιασμού.

Πρωταρχική σημασία αποδίδουμε στο ρόλο των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Η εκπαίδευση πρέπει να στελεχώνεται από υπεύθυνα εκπαιδευτικά στελέχη με επιστημονική - παιδαγωγική κατάρτιση, συνεχή επιμόρφωση και δυνατότητες ανάπτυξης πρωτοβουλιών. Η εξασφάλιση της αξιοκρατίας, ικανοποιητικών αποδοχών και ευνοϊκών συνθηκών εργασίας είναι όροι αναγκαίοι για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η κατάργηση όλων των ευέλικτων σχέσεων εργασίας στην εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες της, και η κάλυψη όλων των κενών, η αύξηση των θέσεων εκπαιδευτικού και ερευνητικού προσωπικού με μόνιμους εκπαιδευτικούς, με σταθερή εργασιακή σχέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Εξίσου σημαντική είναι και η ενίσχυση του διοικητικού μηχανισμού και των υποστηρικτικών υπηρεσιών όλων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και η αποτίμηση του εκπαιδευτικού και διοικητικού έργου όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης μέσα από συλλογικές διαδικασίες εσωτερικής αξιολόγησης, με στόχο τη βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης.

Επιβάλλεται επίσης η πρωινή λειτουργία όλων των σχολείων, καθώς και ο εξοπλισμός όλων των σχολικών μονάδων, καθώς και των ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, με βιβλιοθήκες, επαρκείς εγκαταστάσεις, εργαστήρια και υποδομές πληροφορικής.

Περισσότερη παιδεία για όλους

Στο «επιθετικό» και «ανταγωνιστικό» σχολείο του σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά με ένα ανοιχτό, δημόσιο σχολείο που θα παρέχει σύγχρονη, κριτική και δημιουργική γνώση στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών, της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και που θα προωθεί τις ίσες ευκαιρίες. Βασικός στόχος μας είναι η καθιέρωση της διετούς υποχρεωτικής δημόσιας προσχολικής αγωγής και του δωδεκάχρονου υποχρεωτικού σχολείου, αντί του σημερινού εννιάχρονου.

Για να μπορέσει να γίνει εφικτό το σχέδιό μας πρέπει επίσης να αλλάξει το απάνθρωπο, άδικο, πολυέξοδο και βαθιά ταξικό σημερινό σύστημα επιλογής φοιτητών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι τεχνικό ζήτημα, αλλά επηρεάζει όλες τις βαθμίδες και εκφράζει τις σχέσεις της παιδείας με την κοινωνία. Προτείνουμε την ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ώστε να αποκτήσει το λύκειο την αυτόνομη εκπαιδευτική του λειτουργία και να απαλλαγεί η χώρα από τη φοιτητική μετανάστευση και το οικογενειακό εισόδημα από τις δυσβάσταχτες δαπάνες. Τα μόνα κριτήρια που χωράνε σ' αυτή διαδικασία είναι αμιγώς γνωστικά/επιστημονικά και όχι οι διάφοροι τύποι «κλειστών αριθμών εισακτέων» (numerus clausus), που στερούν από νέους ανθρώπους το δικαίωμα στη μόρφωση και τους σπρώχνουν στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Αντίθετα, η αναβάθμιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας που επιδιώκουμε,οδηγεί στη συρρίκνωση της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Εν τω μεταξύ τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα δημόσια σχολεία θα πρέπει να πληρούν κοινούς και αυξημένους ποιοτικούς όρους λειτουργίας (υποδομές, προσωπικό κ.λπ.), ενώ φυσικά θα πρέπει να διασφαλίζονται πλήρως τα εργασιακά δικαιώματα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών.

Oι προγραμματικοί μας στόχοι

Γενική εκπαίδευση

Κεντρικός άξονας της μεταρρύθμισης που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ενιαία δεκατετράχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση (δωδεκάχρονη, με το συνυπολογισμό διετούς υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης), ποιοτικά αναβαθμισμένη, που θα παρέχεται ως δημόσιο αγαθό σε όλους, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Μια εκπαίδευση που θα λειτουργεί αντισταθμιστικά, μετατρέποντας τη διαφορά σε μορφωτικό πλεονέκτημα και σε ευκαιρία για πολιτισμικό εμπλουτισμό και δημιουργία. Σε αυτό το πλαίσιο προτείνουνε και διεκδικούμε:

Προσχολική εκπαίδευση

Θεσμοθέτηση διετούς προσχολικής δημόσιας εκπαίδευσης, που θα παρέχεται δωρεάν σε όλα τα παιδιά που ζουν στη χώρα, σε κτίρια με σύγχρονες και επαρκείς υποδομές και με εξειδικευμένο προσωπικό.

Δημοτικό

Στη νέα, σύνθετη και περίπλοκη πραγματικότητα, το δημοτικό σχολείο οφείλει να εκσυγχρονίσει τις παιδαγωγικές του αντιλήψεις και πρακτικές ώστε να μπορεί να απαντήσει στις κοινωνικές οικονομικές και τεχνολογικές προκλήσεις της εποχής. Για την αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευση προτείνουμε:

Αναδιάρθρωση και εμπλουτισμό των προγραμμάτων σπουδών με μαθήματα και δραστηριότητες που βοηθούν το παιδί να κατανοήσει με πληρότητα το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον: περιβαλλοντική εκπαίδευση, εκπαίδευση στην ισότητα των φύλων, αγωγή υγείας, μουσική και άθληση, εκπαίδευση στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξία της ειρήνης, της αλληλεγγύης κλπ. Η λειτουργία ενός ολοήμερου, αλλά καλά οργανωμένου, σχολείου, με την απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή, με το κατάλληλο επιστημονικό και βοηθητικό προσωπικό και με διευρυμένο ωράριο διευκολύνει τον εμπλουτισμό του προγράμματος με τέτοιες δραστηριότητες.

Αναβάθμιση της δομής και του περιεχομένου σπουδών, των βιβλίων και των μεθόδων διδασκαλίας, με παράλληλη ενίσχυση εκείνων των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τις δεξιότητες και τις κλίσεις των μαθητών ώστε να παρέχεται πολύπλευρη μόρφωση, να διασφαλίζεται η ομαλή ανάπτυξη του παιδιού και να αντισταθμίζονται με συγκεκριμένα μέτρα οι όποιες μαθησιακές δυσκολίες.

Για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού και της σχολικής εγκατάλειψης, φαινόμενα που υφίστανται και μάλιστα διευρύνονται λόγω των κοινωνικών ανισοτήτων, εκτός από τη μείωση του αριθμού των μαθητών σε κάθε τμήμα είναι επιτακτική ανάγκη η λήψη εκπαιδευτικών και κοινωνικών μέτρων υπέρ των πιο στερημένων κοινωνικών στρωμάτων. Οι Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας και η δημιουργία αποτελεσματικών προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας συμβάλλουν θετικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Γυμνάσιο - Λύκειο

Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι αγοραίες πολιτικές έχουν οδηγήσει σε εκρηκτικά προβλήματα, κάνοντας αναγκαία μια βαθιά μεταρρύθμιση. Βασικοί άξονες της πρότασής μας είναι η θεσμοθέτηση της 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η θέσπιση του ενιαίου λυκείου θεωρίας και πράξης και η δημιουργία κύκλου αποκλειστικά δημόσιας και δωρεάν μεταλυκειακής Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

Βασικός άξονας της εκπαιδευτικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η θεσμοθέτηση του ενιαίου λυκείου θεωρίας και πράξης, με κατάργηση του σημερινού διασπασμένου σε Γενικό Λύκειο - Επαγγελματικό Λύκειο- Επαγγελματική Σχολή. Υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατική αρχή της γενικής παιδείας για όλες και για όλους. Θέτουμε ως κεντρικό ζήτημα κοινωνικής διεκδίκησης την αποσύνδεση του λυκείου από το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την κατάργηση της παραπαιδείας. Προτείνουμε την ανασύνταξη των σχολικών προγραμμάτων και βιβλίων και την αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας και αξιολόγησης των μαθητών, με την αξιοποίηση διδακτικών μεθόδων που δίνουν έμφαση στην καλλιέργεια της δημιουργικότητας, της κριτικής σκέψης και της αμφισβήτησης, στην εξασφάλιση πολλαπλής πρόσβασης στη γνώση με χρήση της σχολικής βιβλιοθήκης και των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας (στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε σκανδαλώδες ότι σήμερα οι μαθητές τελειώνουν το σχολείο, χωρίς να πάρουν πιστοποίηση χειρισμού Η/Υ, την οποία αναζητούν στη συνέχεια από ιδιωτικούς φορείς, πληρώνοντας αδρά). Επιδιώκουμε τη στροφή του μαθησιακού ενδιαφέροντος των μαθητών και των μαθητριών στις σπουδές τους στο λύκειο και όχι στη φροντιστηριακή προετοιμασία τους για τις εξετάσεις.

Δεύτερος άξονας της εκπαιδευτικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, παράλληλα με τη θεσμοθέτηση του ενιαίου λυκείου, είναι η δημιουργία ενός αποφασιστικά στηριγμένου και επομένως ουσιαστικά αναβαθμισμένου κύκλου δημόσιας και δωρεάν μεταλυκειακής τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ως βασικού συστατικού στοιχείου της δημόσιας εκπαίδευσης, που να καλύπτει επαρκώς το σύνολο των τεχνολογικών ειδικοτήτων που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία και ενδιαφέρουν τους νέους ανθρώπους.

Ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

Η πρωτοπόρα πρότασή του ΣΥΡΙΖΑ για ελεύθερη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση υπηρετεί το βασικό πρόταγμα μας, που είναι η κατοχύρωση του δημόσιου και καθολικού δικαιώματος των πολιτών στη γενική παιδεία, άρα μια παιδεία χωρίς ταξικούς φραγμούς. Η ελεύθερη πρόσβαση καταργεί οριστικά τον σημερινό χαρακτήρα του λυκείου ως μηχανισμού «προγύμνασης» των νέων για την πρόσβασή τους στα ΑΕΙ/ ΑΤΕΙ. Αναβαθμίζει τον μορφωτικό ρόλο του λυκείου, το οποίο έχει μετατραπεί σε πάρεργο, διότι το απελευθερώνει από τις εισαγωγικές εξετάσεις, ενώ ταυτοχρόνως απαλλάσσει την οικογένεια από τις δυσβάσταχτες δαπάνες για τα φροντιστήρια. Τέλος, ενισχύει και εμβαθύνει στις βασικές γνώσεις που πρέπει να προσφέρει το πανεπιστήμιο, ώστε να διαμορφώνονται πραγματικά ολοκληρωμένοι επιστήμονες και όχι ανασφαλείς υπερεξειδικευμένοι πτυχιούχοι καταρτισιακών μαθήσεων.

Συγκεκριμένα, προτείνουμε τη δημιουργία κοινών ανά γνωστικό πεδίο προγραμμάτων πρώτου έτους σπουδών, που θα αναπτύσσονται σε εθνικό δίκτυο και θα υποστηρίζονται από το διδακτικό προσωπικό και τις κτιριακές, τεχνικές και υλικές υποδομές όλων των ανώτατων ιδρυμάτων της χώρας.

Όλοι ανεξαιρέτως οι απόφοιτοι του λυκείου -είναι αυτονόητο ότι σε μεταβατικό στάδιο η ελεύθερη πρόσβαση θα αφορά επίσης τους αποφοίτους των επαγγελματικών Λυκείων- ανεξάρτητα από το βαθμό του απολυτηρίου τους και το έτος αποφοίτησής τους, έχουν δικαίωμα εγγραφής στο πρώτο έτος ανώτατης εκπαίδευσης του γνωστικού πεδίου της προτίμησής τους.

Το πρώτο αυτό έτος, που υπηρετείται με κοινές διαδικασίες σε όλα τα ΑΕΙ της χώρας, δεν θα είναι «προπαρασκευαστικό», εφόσον η επιτυχής φοίτηση σε αυτό υπολογίζεται στην ελάχιστη προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών για την απόκτηση πτυχίου.

Η πρότασή μας προβλέπει ενιαία ανά γνωστικό πεδίο προγράμματα σπουδών, όπου διδάσκεται ο κορμός βασικών εγκυκλίων μαθημάτων που υποστηρίζουν τις σπουδές στα επιμέρους αντικείμενα κάθε γνωστικού πεδίου (π.χ. φυσικές επιστήμες και πολυτεχνικό πεδίο, κοινωνικές επιστήμες, ανθρωπιστικές επιστήμες, επιστήμες υγείας, καλλιτεχνικό πεδίο κ.λπ.). Η δημιουργία κοινών προγραμμάτων πρώτου έτους ανά γνωστικό αντικείμενο θα αναιρέσει την πολυδιάσπαση των αντικειμένων που σήμερα επικρατεί και επιτρέπει την ημιμάθεια. Ταυτοχρόνως, η ανασύνθεση ή ανασυγκρότησή τους θα προσδώσει ισχυρό ακαδημαϊκό υπόβαθρο στις σπουδές.

Είναι επίσης αυτονόητο για όσο διάστημα ακόμα διατηρείται το σημερινό σύστημα επιλογής φοιτητών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει να καταργηθεί η βάση του 10.

Μετά την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου σπουδών, οι φοιτητές ακολουθούν τον πανεπιστημιακό ή τον τεχνολογικό τομέα, ανάλογα με τις προτιμήσεις και τη βαθμολογία τους, η οποία είναι συνάρτηση των συνολικών επιδόσεών τους στις εκπαιδευτικές διαδικασίες και στις τελικές εξετάσεις ανά μάθημα, που διενεργούνται σε εθνική κλίμακα. Οι σπουδαστές, δηλαδή, δημιουργούν τους όρους της μελλοντικής τους εγγραφής στα τεχνολογικά ή στα πανεπιστημιακά τμήματα που επιθυμούν, με δεύτερη, ενδεχομένως και με τρίτη ευκαιρία βελτίωσης των επιδόσεών τους.

Βασικές προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό της ανώτατης εκπαίδευσης και για την καθιέρωση της ελεύθερης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι αφενός η εξασφάλιση της απαιτούμενης υποδομής και του απαραίτητου επιστημονικού δυναμικού των τριτοβαθμίων ιδρυμάτων και αφετέρου η συγκρότηση ενός δημόσιου και δωρεάν συστήματος μεταλυκειακής τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, με ανοικτές βέβαια (και αυστηρές ως προς τις προϋποθέσεις τους) διόδους προς την ανώτατη πανεπιστημιακή και τεχνολογική εκπαίδευση.

Τριτοβάθμια εκπαίδευση

Ο ΣΥΡΙΖΑ μάχεται για την περιφρούρηση του πολύτιμου κοινωνικού κεκτημένου του δημόσιου πανεπιστημίου, που βάλλεται και απαξιώνεται συστηματικά από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Αγωνιζόμαστε για την προώθηση ενός εναλλακτικού πανεπιστημίου, που θα ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες και θα προάγει την επιστημονική γνώση. Παλεύουμε για μια ποιοτικά αναβαθμισμένη, δημόσια και δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση, που θα στηρίζεται σε ένα σύγχρονο, συμμετοχικό, ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο. Αδήριτη ανάγκη για τα παραπάνω είναι η αύξηση των κρατικών δαπανών, η κάλυψη και ο πολλαπλασιασμός των οργανικών θέσεων διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ΑΕΙ/ ΑΤΕΙ, η δωρεάν φοίτηση σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η αποφασιστική ενίσχυση της φοιτητικής μέριμνας, με αναβάθμιση και επέκταση του θεσμού των φοιτητικών εστιών σε όλες τις πόλεις που φιλοξενούν ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Για ένα ακαδημαϊκό και λειτουργικό πανεπιστήμιο

Αναβάθμιση προγραμμάτων σπουδών - Θωράκιση των πτυχίων

Η ενίσχυση του στέρεου ακαδημαϊκού χαρακτήρα του δημοσίου πανεπιστημίου είναι κρίσιμη για το μέλλον του, εφόσον ένας μεγάλος αριθμός τμημάτων και προγραμμάτων σπουδών σήμερα αποτελούν συνένωση ετερόκλητων αντικειμένων ή δεν αναφέρονται καν σε ολοκληρωμένο επιστημονικό αντικείμενο. Επιβάλλεται επομένως ο επαναπροσδιορισμός των γνωστικών αντικειμένων, των προγραμμάτων σπουδών και των πτυχίων στη βάση ενιαίων και ολοκληρωμένων επιστημονικών αντικείμενων ανά τμήμα, δεδομένου ότι ένα πανεπιστημιακό τμήμα πρέπει να καλύπτει το γνωστικό αντικείμενο μίας επιστήμης. Στρατηγικά, η πρόταση μας για την ελεύθερη πρόσβαση συντείνει στον εξορθολογισμό των προγραμμάτων και των τίτλων σπουδών που απονέμουν και οι οποίοι πρέπει να έχουν σχέση με την επαγγελματική αποκατάσταση των πτυχιούχων.

Ο ακαδημαϊκός προγραμματισμός των ΑΕΙ/ΑΤΕΙ ως μέσο ανάπτυξης και αναβάθμισης των Ιδρυμάτων - Εσωτερικοί κανονισμοί - Διαφάνεια, δημοσιότητα

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι ο μακροχρόνιος ακαδημαϊκός/αναπτυξιακός προγραμματισμός των ΑΕΙ/ΑΤΕΙ μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό μοχλό μίας ουσιαστικής αναβάθμισης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων, εφόσον εξασφαλισθούν από την ακαδημαϊκή κοινότητα μερικές σοβαρές προϋποθέσεις, όπως η εγγραφή στον Κρατικό Προϋπολογισμό κεντρικών αυτοτελών πόρων για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, που να καταμερίζονται στα ΑΕΙ κατά το ισχύον σύστημα και ο δημόσιος προγραμματισμός χρηματοδότησης της παιδείας στη Βουλή με ορίζοντα τετραετίας. Ο μακρόχρονος προγραμματισμός, επιπλέον, έχει νόημα εφόσον συγκροτείται με ευθύνη της Συγκλήτου/Συνέλευσης μετά από σύμφωνη γνώμη των Τμημάτων.

Οι εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας, από την άλλη πλευρά, οφείλουν να κατοχυρώνουν την ακαδημαϊκή αυτοτέλεια και την ελευθερία στην έρευνα και στη διδασκαλία, καθώς και τις αρχές της δεοντολογίας, που αφορούν στη λειτουργία των συλλογικών οργάνων, στο ρόλο και στη θέση των πανεπιστημιακών δασκάλων κ.λπ. Για τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού πανεπιστημίου, είναι κρίσιμης σημασίας η διαφάνεια σε όλα τα επίπεδα της διοικητικής και ακαδημαϊκής λειτουργίας των ανώτατων ιδρυμάτων, αφού πολλά από τα σημερινά μελανά σημεία έχουν να κάνουν με την αδιαφάνεια, με συμπτώματα διαφθοράς ή και κατάχρησης εξουσίας.

Τα πρακτικά των εκλογών και των εξελίξεων των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων και EΠ των ΤΕΙ θα πρέπει να δημοσιοποιούνται στους διαδικτυακούς τόπους των Τμημάτων και των Ιδρυμάτων. Αντίστοιχης δημοσιότητας πρέπει να τυγχάνουν οι προγραμματισμοί, οι απολογισμοί και τα πρακτικά των οργάνων διοίκησης όπως και κυρίως οι πηγές και η διαχείριση των κονδυλίων των Ειδικών Λογαριασμών, τα αποτελέσματα όλων των χρηματοδοτούμενων ερευνών και η υλικοτεχνική υποδομή.

Ακαδημαϊκή αποτίμηση αντί της «αξιολόγησης»

Είναι σαφές ότι το δημόσιο και δωρεάν πανεπιστήμιο οφείλει να αρνηθεί να πιστοποιηθεί κατά τα διεθνή νεοφιλελεύθερα πρότυπα που θεσμοθετήθηκαν με το Ν. 3374/05 περί «διασφάλισης ποιότητας των ΑΕΙ». Επίσης, εξίσου σαφής είναι η αναγκαιότητα μιας συλλογικής και δημοκρατικής μορφής αυτοαξιολόγησης των ιδρυμάτων. Αυτό σημαίνει την αυστηρή και τεκμηριωμένη αποτίμηση του διδακτικού, ερευνητικού και του γενικότερου ακαδημαϊκού και διοικητικού έργου των ΑΕΙ, με βάση τα κριτήρια που διαμορφώνει η πανεπιστημιακή και η επιστημονική κοινότητα για να μπορεί να υπάρχει και να παράγει έργο.

Ανασχεδιασμός του εκπαιδευτικού χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Για μια ενιαία τριτοβάθμια εκπαίδευση

Ειδικά ζητήματα των ΤΕΙ

Όσον αφορά τα ΤΕΙ, λόγω του τεχνολογικού τους χαρακτήρα, υφίστανται αμεσότερα τις συνέπειες του στρεβλού μοντέλου και του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης της χώρας μας. Η πραγματική ανωτατοποίηση των ΤΕΙ και η πραγματικά ενιαία Τριτοβάθμια Εκπαίδευση δεν μπορεί να γίνει μόνo με την προσθήκη ενός «Α» στον τίτλο των ΤΕΙ. Απαιτείται στήριξη των ιδρυμάτων για ουσιαστική αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών, του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, των υποδομών κ.λπ. Χρειάζεται εκ βάθρων επανασχεδιασμός για τη βελτίωση της σημερινής χαώδους κατάστασης, με στόχο την ουσιαστική ενοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης.

Αυτός ο επανασχεδιασμός πρέπει να περιλαμβάνει την αναβάθμιση των τμημάτων, ώστε, για παράδειγμα, αντί της ίδρυσης νέων τμημάτων χωρίς καμία προοπτική βιωσιμότητας (με αλόγιστη σπατάλη πόρων για να καλυφθούν όμως ανεπαρκέστατα οι ανάγκες τους σε υποδομές), θα πρέπει οι πόροι να διοχετεύονται για την ουσιαστική αναβάθμιση των ήδη υπαρχόντων τμημάτων, ιδίως της περιφέρειας.

Απαιτείται ακόμη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων που αφορούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των παλαιών και νέων αποφοίτων των ΤΕΙ. Είναι προφανές ότι η λύση του προβλήματος θα επέλθει μέσα από την ουσιαστική ανωτατοποίηση των ΤΕΙ, οπότε και για τους αποφοίτους τους θα ισχύει ό,τι και για όλους τους αποφοίτους Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Περιφερειακά πανεπιστήμια

Η ολόπλευρη περιφερειακή ανάπτυξη δεν διασφαλίζεται μέσω της διασποράς πανεπιστημιακών τμημάτων. Αντίθετα, αυτό που απαιτείται είναι ο ανασχεδιασμός της χωροθέτησης των τμημάτων με ακαδημαϊκά κριτήρια που να συνδέουν την παραγόμενη γνώση με τις ανάγκες της περιφέρειας. Άρα, θα πρέπει με θάρρος να ζητήσουμε την κατάργηση των υπερβολικά εξειδικευμένων Τμημάτων και να τολμήσουμε την αναθεώρηση των προγραμμάτων σπουδών με άξονα το βασικό γνωστικό υπόβαθρο και την «ώσμωση» των διαφόρων επιστημών, αλλά και την αξιοποίηση κοινών υποδομών. Τα περιφερειακά ΑΕΙ επιβάλλεται να συγκεντρώνονται σε ενιαίους χώρους (campus) με κριτήριο όχι μόνο την ύπαρξη της «κρίσιμης ακαδημαϊκής μάζας», αλλά και τις ανάγκες της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο οφείλει να αποτελέσει κομμάτι του κοινωνικού γίγνεσθαι της τοπικής κοινωνίας. Για να οργανωθεί σωστά πρέπει να έχει τις απαραίτητες υποδομές και την «κρίσιμη μάζα» σε φοιτητές, διοικητικό και ακαδημαϊκό προσωπικό, άρα γενναία χρηματοδότηση που θα δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες πραγματικής ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Ένας σημαντικός τέτοιος τομέας είναι η ανάπτυξη ερευνητικών κέντρων και εργαστηρίων σε όλες τις περιφέρειες. Τέλος, πρέπει να παρέχονται από το κράτος ιδιαίτερα υλικά κίνητρα ώστε οι νέοι επιστήμονες όχι μόνο να εργάζονται σε περιφερειακά ΑΕΙ, αλλά και να κατοικούν στο χώρο εργασίας τους.

Μη κρατικά ΑΕΙ - Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών

Ο πρόσφατος νόμος για τα ΚΕΣ εισάγει την ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση από το παράθυρο, παρακάμπτοντας τις συνταγματικές διατάξεις, με το πρόσχημα της ρύθμισης των «γκρίζων ζωνών» της μεταλυκειακής εκπαίδευσης, ενώ η ΕΕ παρουσιάζεται να «εξαναγκάζει» την κυβέρνηση να παραδώσει την ανώτατη εκπαίδευση στην αγορά. Η κυβέρνηση, αντί να μελετά πώς θα μεταρρυθμίσει τα ΚΕΣ/«κολέγια» σε de facto ιδιωτικά πανεπιστήμια, θα πρέπει να επιβάλει άμεσα το κλείσιμό τους, κάτι που επιτρέπεται από το κοινοτικό δίκαιο. Παράλληλα, θα πρέπει να προχωρήσει στη θεσμική κατάργηση του υβριδικού μορφώματος που λέγεται «Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών», δίνοντας τη δυνατότητα σε όσα εκπαιδευτήρια επιθυμούν να μετεξελιχθούν σε ΙΕΚ/ΚΕΚ. Παράλληλα, θα πρέπει να θεσπιστούν εθνικοί κανόνες που να απαγορεύουν σε ξένα πανεπιστήμια να εγκαθίστανται στη χώρα μας μέσω αναδόχου-εργολάβου με σύμβαση δικαιόχρησης. Αυτό είναι εφικτό στο βαθμό που η ελληνική νομοθεσία απαγορεύει στα ελληνικά πανεπιστήμια να συνάπτουν αντίστοιχες συμβάσεις δικαιόχρησης, γεγονός που συνάδει με την αρχή της μη δυσμενούς μεταχείρισης των φορέων άλλων κρατών-μελών σε σχέση με τους ημεδαπούς. Και, βέβαια, δεν θα πρέπει να επιτρέπει θεσμικά τη δικαιόχρηση σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως τα κολέγια. Εννοείται, τέλος, ότι πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλες μεταβατικές λύσεις για τους μέχρι σήμερα αποφοίτους των ΕΕΣ και των κολεγίων.

Έρευνα

Πανεπιστημιακή Έρευνα για την κοινωνική χρήση του παραγόμενου προϊόντος

Η έρευνα, ως η διαδικασία που προάγει τη γνώση στην επιστήμη και την τεχνολογία είναι αναπόσπαστο μέρος της αποστολής του πανεπιστημίου. Η παραγωγή νέας επιστημονικής γνώσης και η αναγνώρισή της από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα πρέπει να αποτελεί στρατηγική επιλογή των ΑΕΙ και επιβεβαίωση του υψηλού επιπέδου σπουδών. Στην τυφλή ποσοτικοποίηση της πανεπιστημιακής έρευνας, στον ετεροκαθορισμό των στόχων της, και στην υποκατάσταση της επιστημονικής παραγωγής από την κατάρτιση, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ερευνητική πολιτική των κυβερνήσεων του δικομματισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιτάσσει μια άλλη αντίληψη: το ξαναζωντάνεμα της συλλογικότητας σε επίπεδο τμημάτων, την κοινωνικά προσανατολισμένη έρευνα και τις αξίες του επιστήμονα/οργανικού διανοούμενου με συνείδηση της κοινωνική αποστολής του.

Για να ζωντανέψει η έρευνα απαιτείται η γενναία αύξηση των κονδυλίων για υποδομές και ιδίως για τη συμμετοχή των μελών ΔΕΠ στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Απαραίτητος είναι επίσης ο δημόσιος έλεγχος των κονδυλίων, που θα πρέπει να κατανέμονται σε ερευνητικές ομάδες και όχι σε μεμονωμένα άτομα. Όλες οι ερευνητικές δραστηριότητες πρέπει να χαρακτηρίζονται από πλήρη διαφάνεια, και προφανώς τα αποτελέσματά τους να είναι στη διάθεση όλων των μελών της επιστημονικής κοινότητας. Επομένως, στόχος μας είναι να μετατραπούν οι Γενικές Συνελεύσεις των Τμημάτων σε κύτταρα δημοκρατίας και ελέγχου της ορθολογικής κατανομής και απορρόφησης των κονδυλίων. Στο πλαίσιο αυτά αξίζει να μελετηθούν οι δυνατότητες χρηματοδότησης ολοκληρωμένων, αλλά ευέλικτων ερευνητικών και εκπαιδευτικών ομάδων στη βάση του προσφερομένου για καθορισμένο χρόνο ερευνητικού, διδακτικού και διοικητικού έργου. Όλα όμως τα παραπάνω έχουν νόημα μόνον εφόσον υπάρξουν οι όροι για τη στήριξη της επαφής των πανεπιστημιακών ερευνητών με την κοινωνία, με ορίζοντα την κοινοποίηση της γνώσης σε κοινωνικούς φορείς και την αξιοποίηση της για το κοινωνικό σύνολο.

Ερευνητικά Ιδρύματα

Λόγω της έλλειψης δημόσιας χρηματοδότησης και εθνικού σχεδιασμού η βασική έρευνα έχει μετατραπεί σε πεδίο διεκδίκησης ανταγωνιστικών ευρωπαϊκών και ιδιωτικών προγραμμάτων εφαρμοσμένης έρευνας. Η κατάσταση επιδεινώνεται στις ανθρωπιστικές/κοινωνικές επιστήμες, που δεν έχουν τη δυνατότητα να «πουλήσουν» τη γνώση που παράγουν. Δεν υπάρχει εθνικός σχεδιασμός για την εκτός των πανεπιστημίων έρευνα, εφόσον θεωρητικά και μόνο τη συντονίζει η ΓΓΕΤ, η οποία όμως έχει αποδυναμωθεί. Επιπλέον, υπάρχει πολυδιάσπαση, με πολλά ερευνητικά κέντρα να υπάγονται σε διαφορετικούς φορείς.

Στην πραγματικότητα το ερευνητικό σύστημα της χώρας μας επιβιώνει λόγω των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Συχνά, τα ερευνητικά κέντρα εξασφαλίζουν από την ΕΕ ερευνητικούς πόρους εφάμιλλους με τους κρατικούς προϋπολογισμούς τους, ενώ η κυβέρνηση περιορίζεται απλώς στον διοικητικό έλεγχο της διαδικασίας. Η ποιοτική και η ποσοτική στάθμιση της ερευνητικής δραστηριότητας και των προϊόντων έχουν ξεφύγει από το ακαδημαϊκό πλαίσιο. Ταυτοχρόνως, επικρατούν διαφορετικά καθεστώτα στο ερευνητικό προσωπικό, καθώς πολλοί εργαζόμενοι (ερευνητές, ειδικό προσωπικό κ.ά) εργάζονται με συμβάσεις ή σε προγράμματα συγκεκριμένης διάρκειας, ενώ οι μεταπτυχιακοί φοιτητές συνήθως εργάζονται σε μαύρο καθεστώς από άποψη αμοιβών, με εξευτελιστικές αποζημιώσεις.

Σύνδεση με εκπαίδευση: ενιαίος χώρος παιδείας και έρευνας

Θεωρούμε απαραίτητο η έρευνα να είναι στενά συνδεδεμένη με την εκπαίδευση στα πανεπιστήμια, και να μην λειτουργεί ξεκομμένα από αυτή. Στόχος μας είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου παιδείας και έρευνας, η λειτουργία των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων υπό κοινό θεσμικό πλαίσιο και ενιαία πολιτική διεύθυνση (όσον αφορά τα ζητήματα έρευνας). Σε κάθε περίπτωση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η γενναία αύξηση της εθνικής χρηματοδότησης στο 1,5% του ΑΕΠ τουλάχιστον και η εκπόνηση ενός νέου εθνικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη και τον συντονισμό των ερευνητικών κέντρων, που θα αποτρέπει την άναρχη ίδρυση ερευνητικών κέντρων (τα οποία μετά υπολειτουργούν) στις εκλογικές περιφέρειες ων εκάστοτε υπουργών.

.