.

ΣΤΟΧΟΣ 5
Για ένα προοδευτικό πλαίσιο σταθερών εργασιακών σχέσεων

.

Η παρούσα κατάσταση - Οι τάσεις

Οι εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα ακολουθούν τη γενικότερη πορεία απορρύθμισης της εργασίας και του κοινωνικού κράτους στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο. Σε μια συγκυρία που στην Ευρώπη οι εργασιακές σχέσεις υπηρετούν τις πολιτικές ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης με άξονα την μείωση και συμπίεση του εργασιακού κόστους, στην Ελλάδα έχοντας από παράδοση υιοθετηθεί ένα παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται στο χαμηλό κόστος εργασίας (χαμηλές αμοιβές, παράνομη και νόμιμη ευελιξία) ενισχύεται αυτή η παράδοση που οδηγεί στην περαιτέρω υποβάθμιση των εργασιακών σχέσεων. Σήμερα γίνεται επιτακτική η ανάγκη για ένα εναλλακτικό παραγωγικό μοντέλο στο οποίο οι ποιοτικοί παράγοντες που βρίσκονταν ανέκαθεν στο περιθώριο των κυρίαρχων επιλογών (π.χ. καινοτομία, νέες τεχνολογίες, κατάρτιση εργαζομένων, οργανωτικός εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων) θα βρίσκονται στο προσκήνιο, και η αναβάθμιση της εργασίας θα αποτελεί βασικό παράγοντα αυξημένης παραγωγικότητας με την οικονομική και κοινωνική της διάσταση.

Το πρότυπο απασχόλησης στην χώρα μας έχει υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως από την δεκαετία του 1990 και μετά, σημαντικές μεταβολές στην κατεύθυνση της μεγάλης απορρύθμισής του. Το εργαλείο μεταβολής δεν ήταν οι Συλλογικές διαπραγματεύσεις, αλλά οι νομοθετικές παρεμβάσεις και η διολίσθηση στην πράξη των εργοδοτών όσον αφορά την εφαρμογή παρανόμων πρακτικών. Ενώ η σύμβαση αορίστου χρόνου, παρ' ότι έχει υπονομευτεί σοβαρά, παραμένει η βασική μορφή απασχόλησης, έχει δημιουργηθεί μια πόλωση μεταξύ σταθερής και επισφαλούς εργασίας η οποία επιλύεται από τις δυνάμεις του νεοφιλελεύθερου δικομματισμού με μια εξίσωση των εργασιακών σχέσεων «προς τα κάτω», δηλαδή προς τις πιο επισφαλείς μορφές εργασίας. Ως αποτέλεσμα:

Δημιουργείται μια εκτεταμένη ζώνη επισφάλειας στην οποία κυριαρχούν οι νέοι εργαζόμενοι αλλά και εργαζόμενοι άνω των 50.

Η σταθερή εργασία στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα υποκαθίσταται από έκτακτη απασχόληση από μερική και ενοικιαζόμενη εργασία.

Προωθήθηκαν απαράδεκτοι διαχωρισμοί σε βάρος των νέων εργαζομένων οι οποίοι βιώνουν συνολικά ένα χειρότερο εργασιακό πλαίσιο παρά τα αυξημένα προσόντα τους, σε σχέση με την προηγούμενη γενιά εργαζομένων.

Παρόλο που πολλές κατηγορίες μεταναστών ξεπέρασαν ένα αρχικό στάδιο απόλυτης εξαθλίωσής τους, καλύπτοντας τις στοιχειώδεις ανάγκες τους με υπεραπασχόληση, εξακολουθούν να παραμένουν σε ένα καθεστώς διαρκούς εκκρεμότητας και υπερεκμετάλλευσής τους.

Από την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων δεν έχει ξεφύγει ούτε ο δημόσιος τομέας, στον οποίο την τελευταία 15ετία έχουν εισχωρήσει ποικίλες μορφές ευέλικτης εργασίας, δήθεν «συμβάσεις έργου» που στην πραγματικότητα υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, επαχθείς υπεργολαβίες (βλ. και την πρόσφατη περίπτωση της Κ. Κούνεβα), καθεστώς πληρωμής των συμβασιούχων μετά από αρκετούς μήνες κλπ. Παράλληλα, προβλέπεται δυσμενέστερο εργασιακό καθεστώς για το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό, αλλά και ουσιαστικά κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων για τους παλιότερους εργαζόμενους, καθώς απαγορεύεται, διά νόμου, η διεκδίκηση μεγαλύτερων αυξήσεων από αυτές που επιθυμεί να δώσει ο εργοδότης (!). Στη δημόσια διοίκηση ενισχύεται η απασχόληση με όρους ιδιωτικού δικαίου επηρεάζοντας αρνητικά τον θεσμό των δημοσίων υπαλλήλων και τη μονιμότητα.

Είναι προφανές βέβαια ότι στον ιδιωτικό τομέα η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη:

Οι θεσμοί προστασίας των εργαζομένων από τις ατομικές και τις ομαδικές απολύσεις έχουν ατονήσει. Αν και στην Ελλάδα οι αποζημιώσεις συνδέονται με το χρόνο προϋπηρεσίας στην επιχείρηση, με αποτέλεσμα να αντιστοιχούν σε περισσότερες εβδομάδες εργασίας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το θετικό αυτό στοιχείο εξανεμίζεται λόγω του χαμηλού ύψους και της χαμηλής διάρκειας της επιδότησης της ανεργίας (50% του κατώτατου μισθού έναντι 60%-90% στην ΕΕ-15, και μέχρι 12 μήνες επιδότηση έναντι τουλάχιστον 18μηνης μέχρι 5ετούς ή και αόριστης διάρκειας επιδότησης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες).

Οι απολύσεις στην Ελλάδα δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένες, σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία)

Διατηρείται η αναχρονιστική διάκριση στο καθεστώς αποζημίωσης στις απολύσεις ανάμεσα στους υπαλλήλους και τους εργάτες.

Όσον αφορά τις ομαδικές απολύσεις, στην Ελλάδα το όριο για τις επιχειρήσεις άνω των 200 εργαζομένων (2%) είναι χαμηλότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες, ενώ για την υλοποίηση ομαδικών απολύσεων πέραν του ορίου αυτού απαιτείται έγκριση της διοικητικής αρχής (η οποία όμως συνήθως είναι τυπική). Αντίθετα, στις επιχειρήσεις από 20-199 εργαζόμενους οι ελεύθερες απολύσεις φθάνουν μέχρι και το 20% του προσωπικού. Επιπλέον, για τις επιχειρήσεις κάτω από 20 εργαζόμενους (που αποτελούν άνω του 95% των επιχειρήσεων) οι απολύσεις είναι ελεύθερες.

Σε περίπτωση κλεισίματος και μετεγκατάστασης βιώσιμων επιχειρήσεων, οι εργαζόμενοι είναι ουσιαστικά απροστάτευτοι.

Ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας

Η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει τον υψηλότερο βαθμό παράνομης ευελιξίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις του ΣΕΠΕ το ποσοστό ανασφάλιστων που απασχολούνται στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 20%-22% (7 στους 10 είναι Έλληνες). Παράλληλα παρατηρείται εκτεταμένη παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων σε όλο το φάσμα της εργατικής νομοθεσίας (ύψος μισθού, καταβολή δεδουλευμένων, ωράρια, πληρωμή υπερωριών, χορήγηση αδειών, υγιεινή ασφάλεια κλπ).

Ο μικρός αριθμός επιθεωρητών εργασίας (400 επιθεωρητές για περίπου 900.000 επιχειρήσεις) οι περιορισμένοι έλεγχοι, οι περιορισμένες αρμοδιότητές τους, οι μικρές σχετικά ποινές και κυρώσεις, η έλλειψη ουσιαστικής συνεργασίας και συντονισμού των μηχανισμών ελέγχου (ΣΕΠΕ, ΙΚΑ, ΔΟΥ), η ανασφάλεια και ο φόβος των εργαζομένων να καταγγείλουν τις αυθαιρεσίες της εργοδοσίας, η χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία προσφυγής στη δικαιοσύνη (υποθέσεις που εκκρεμούν 3 και 5 χρόνια) συνιστούν παράγοντες ανάπτυξης και διαιώνισης του προβλήματος.

Το αποτέλεσμα είναι η απόλυτη και πλήρης υποβάθμιση της εργασίας, η διαιώνιση των συχνά παράνομων πρακτικών διατήρησης χαμηλού εργασιακού κόστους, η συγκράτηση και συμπίεση των διεκδικήσεων και δικαιωμάτων των εργαζομένων, η καταρράκωση των θεσμών ελέγχου και εποπτείας, ο εθισμός των επιχειρήσεων στην παρανομία αλλά και η δημιουργία όρων αθέμιτου ανταγωνισμού απέναντι στις συνεπείς επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τη νομοθεσία.

Απαιτείται συνεπώς η αποτελεσματική καταπολέμηση της αυθαιρεσίας μεγάλης μερίδας εργοδοτών (συμπεριλαμβανομένου και του κράτους-εργοδότη) και η συμμόρφωσή της στις εκ του νόμου υποχρεώσεις της με τη λήψη μέτρων στο όλο φάσμα των παραμέτρων που ενισχύουν τις παράνομες πρακτικές. Επίσης απαιτείται η αντιμετώπιση του φαινομένου κατάτμησης των μηχανισμών ελέγχου που σχετίζονται με την αγορά εργασίας και της έλλειψης του μεταξύ τους συντονισμού.

Η Αριστερά διεκδικεί την κατάργηση των αντεργατικών νόμων που απορύθμισαν και υποβάθμισαν την εργασία και τα εργατικά δικαιώματα. Οι νόμοι αυτοί αφορούν την διευθέτηση του χρόνου εργασίας, την αμοιβή υπερωριών, την ενοικιαζόμενη εργασία, τον περιορισμό των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, την διάκριση παλιών και νέων, την εφαρμογή της μερικής απασχόλησης (ν.1892/90, 2639/98, 2874/2000, 2956/2001, 3385/2005, 3429/2005, άρθρο 56 ν.3691/2008). Απαιτείται επίσης η κατάργηση του άρθρου 16 του ν.3674/2008 για την ταχύτατη εκδίκαση απεργιών με διορισμό εφέτη όπως επίσης του ν.3536/2007 για την οριστική κατάργηση της πολιτικής επιστράτευσης απεργών.

Απαιτείται ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου της εργατικής νομοθεσίας σε συνεργασία και συντονισμό με τους άλλους μηχανισμούς ελέγχου και παρακολούθησης που συνδέονται με την αγορά εργασίας (π.χ. ΙΚΑ, ΟΑΕΔ, ΔΟΥ, Υπουργείο Εσωτερικών για τις άδειες αλλοδαπών). Ειδικότερα μέτρα είναι η σημαντική αύξηση του αριθμού των επιθεωρητών εργασίας, η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων τους με την επιβολή της εφαρμογής της νομοθεσίας και των συμβάσεων ώστε η δικαστική διεκδίκηση να αφορά τους εργοδότες και όχι τους εργαζόμενους, η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΣΕΠΕ η ενίσχυση της αυστηρότητας των επιβαλλόμενων ποινών και κυρώσεων στους εργοδότες.

Επίσης απαιτείται η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και η αναμόρφωση των όρων επίλυσης των εργατικών διαφορών. Ειδικότερα μέτρα είναι η κωδικοποίηση της εργατικής νομοθεσίας, η αποσυμφόρηση των πολιτικών δικαστηρίων με την ανάληψη αρμοδιοτήτων από την επιθεώρηση εργασίας και η δημιουργία εργατοδικείων για τις υποθέσεις πρώτου βαθμού στις οποίες θα συμμετέχουν πλην της δικαστικής εξουσίας και εκπρόσωποι εργαζομένων και εργοδοτών.

Επέκταση της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας σε νέες κατηγορίες εργαζομένων

Η σημαντική αύξηση των αμειβόμενων με δελτία παροχής υπηρεσιών (κοινώς «μπλοκάκια») -οι οποίοι τυπικά αντιμετωπίζονται ως αυτοαπασχολούμενοι και όχι ως μισθωτοί- παρουσιάζει δύο επιμέρους διαστάσεις.

Η πρώτη αναφέρεται στις πρακτικές εργοδοτών να παρουσιάζουν την κατ' ουσίαν μισθωτή εργασία ως αυτοαπασχόληση (ψευδοαυτοαπασχόληση) καταστρατηγώντας το νόμο, με σκοπό να αποφύγουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία. Σε αυτή την περίπτωση η λύση επαφίεται στους μηχανισμούς ουσιαστικού ελέγχου της εφαρμογής του νόμου.

Στην δεύτερη περίπτωση καταγράφονται κατηγορίες απασχολούμενων που βρίσκονται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ αυτοαπασχόλησης και μισθωτής εργασίας. Σε αυτή την κατηγορία υπάρχουν εργαζόμενοι που αν και δεν έχουν τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής εξαρτημένης μισθωτής εργασίας παρουσιάζουν στοιχεία που παραπέμπουν σε μια σύγχρονη μορφή εξάρτησης οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα (π.χ. αποκλειστική απασχόληση για λογαριασμό ενός εργοδότη, κύριο εισόδημα προερχόμενο από μια εργοδοτική πηγή). Η εξέλιξη αυτή οδηγεί στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της έννοιας της εξαρτημένης εργασίας υπό το φως των σύγχρονων δεδομένων που αφορά σε μεγάλο βαθμό σήμερα και παραδοσιακά ελεύθερα επαγγέλματα (δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί).

Οι παραπάνω πρακτικές έχουν ως αποτέλεσμα να εμφανίζεται ακόμη χαμηλότερο το ήδη χαμηλό ποσοστό των μισθωτών στην Ελλάδα (64% έναντι του 85% του μέσου κοινοτικού όρου). Στην πραγματικότητα όμως, σύμφωνα με έρευνες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ, το ποσοστό των μισθωτών κινείται κοντά στο 70% των απασχολούμενων αφού εκτιμάται ότι το 9% περίπου των αυτοπροσδιοριζόμενων μισθωτών εργάζεται με δελτία παροχής υπηρεσιών. Πρόκειται για την πιο κραυγαλέα ακαμψία των εργοδοτών να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα της αγοράς εργασίας τη στιγμή που διεκδικούν ευελιξίες χαμηλού κόστους απέναντι στην «ακαμψία» των «κεκτημένων» δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Είναι επομένως πρώτης προτεραιότητας ζήτημα η ουσιαστική αντιμετώπιση της εκτεταμένης μή-εφαρμογής των δικαιωμάτων που απορρέουν από την τυπική και ουσιαστική εξαρτημένη εργασία σε μεγάλη κατηγορία (κυρίως νέων) εργαζομένων (π.χ. αμοιβές, ωράρια, ασφάλιση, επιδόματα, άδειες, αποζημιώσεις απόλυσης).

Η έλλειψη αυτής της προστασίας ενισχύει την απορρύθμιση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων εργαζομένων που έχουν εξ αντικειμένου ανάγκη αυτή την προστασίας και που χρησιμοποιούνται ως ένας ακόμη μοχλός συμπίεσης των δικαιωμάτων και της τυπικής απασχόλησης.

Χρειάζεται συνεπώς ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της εξαρτημένης εργασίας υπό το φως των νέων δεδομένων σε μια προοπτική ενίσχυσης του ρόλου του κοινωνικού κράτους και αναβάθμισης της εργασίας μέσα από την διεύρυνση του πεδίου προστασίας της εργατικής νομοθεσίας.

Τα προτεινόμενα μέτρα αφορούν κατ' αρχήν σε ένα επαναπροσδιορισμό της έννοιας της εξάρτησης με νέα γενικά κριτήρια όπως η οικονομική και κοινωνική εξάρτηση που παραπέμπουν σε ειδικότερα κριτήρια (π.χ. αποκλειστικότητα απασχόλησης υπέρ συγκεκριμένου εργοδότη, κύριο εισόδημα και προέλευσή του).

Στο πλαίσιο αυτό υπάγονται και μέτρα για ρύθμιση της τηλεργασίας που αφορούν εξαρτημένο απασχολούμενο δυναμικό με ειδική νομοθεσία στη βάση της σχετικής ευρωπαϊκής κοινωνικής συμφωνίας του 2002.

Τέλος, απαιτείται η ενίσχυση των μέτρων ελέγχου εφαρμογής της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση και των δύο μορφών υποκρυπτόμενης εξαρτημένης εργασίας.

Η αντιμετώπιση της ευελιξίας ως μέσου απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων

Η ανάπτυξη της ευελιξίας της ατομικής εργασίας, όσο και της αγοράς εργασίας στο σύνολό της (ευελιξία στις μορφές απασχόλησης, στον χρόνο εργασίας, στις αμοιβές) αποτελεί πρακτική που προωθείται από τις ασκούμενες πολιτικές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο με διακηρυγμένο σκοπό την αντιμετώπιση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Στην Ελλάδα η χρήση της ευέλικτης εργασίας ενισχύεται σημαντικά από τις αρχές της δεκαετίας του '90 με αλλεπάλληλες θεσμικές παρεμβάσεις στο πεδίο της μερικής απασχόλησης, των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, τον δανεισμό εργαζομένων, των ελαστικών διευθετήσεων του ωραρίου εργασίας. Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις παρατηρείται μια σημαντική ανάπτυξη όλου του φάσματος των μορφών ευέλικτης και φθηνής εργασίας (π.χ. χρήση εργολαβιών, συμβάσεις ανεξάρτητης εργασίας που υποκρύπτουν μισθωτή σχέση, παράνομες και «μαύρες» ευελιξίες).

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία (ΕΣΥΕ) οι προσωρινά απασχολούμενοι υπολογίζονται σε 330 χιλιάδες, οι μερικά απασχολούμενοι υπολογίζονται σε 270 χιλιάδες, ενώ 20.000 οι εργαζόμενοι απασχολούνται με καθεστώς δανεισμού. Ταυτόχρονα τουλάχιστον το 25% των επιχειρήσεων κάνει χρήση εργολαβιών και υπεργολαβιών, ενώ το 20% των απασχολούμενων εργάζεται ανασφάλιστο. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα μείγμα πρακτικών ευέλικτης, φθηνής και επισφαλούς εργασίας που συνοψίζονται σε πολιτικές που επιδιώκουν χαμηλό εργατικό κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο στις παραδοσιακές πρακτικές διατήρησης των χαμηλών μισθών και της εκτεταμένης παράνομης ευελιξίας, προστίθενται οι πρακτικές νόμιμης ευελιξίας με αναγνώριση εργαζομένων «δεύτερης ταχύτητας».

Η ανάπτυξη των ευέλικτων πρακτικών στην εργασία συμβάλλει στην περαιτέρω μείωση του ήδη φθηνού κόστους εργασίας στην Ελλάδα, ενισχύει την κατάτμηση της εργασίας και την ύπαρξη εργαζόμενων πολλαπλών ταχυτήτων, δημιουργεί ανταγωνισμούς ανάμεσά τους και αποδυναμώνει την συνδικαλιστική δράση. Παράλληλα, ασκεί πιέσεις στην τυπική εργασία συμπιέζοντας τις διεκδικήσεις και το περιεχόμενό της συμβάλλοντας στην γενικότερη και συνολική υποβάθμισή της.

Η αυξημένη ανασφάλεια επιδρά πολλαπλά αρνητικά στους εργαζόμενους και ιδιαίτερα στην κατηγορία εκείνη που προσφεύγει στην ευελιξία με όρους πραγματικής ανάγκης και όχι εθελοντικά, ενώ η ευάλωτη θέση τους ενισχύει πρακτικές καταστρατήγησης της νομοθεσίας.

Παράλληλα η εμμονή στη λογική του χαμηλού κόστους εργασίας, εκτός του σοβαρού κοινωνικού κόστους που συνεπάγεται, ούτε αντιμετωπίζει το φαινόμενο της ανεργίας, ούτε εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων όπως υποστηρίζουν ότι θεωρητικά θα έκανε οι θιασώτες του παραπάνω μοντέλου.

Για το ΣΥΡΙΖΑ, η αλλαγή του σημερινού παραγωγικού μοντέλου συνδέεται και με την αλλαγή του τρόπου αντιμετώπισης της ευελιξίας της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι η ευελιξία της εργασίας θα πρέπει να περιορισθεί δραστικά με σκοπό την πλήρη κατάργησή της εκτός από την πραγματικά εποχιακή απασχόληση. Για εμάς συνιστά λογική αντίφαση η προσπάθεια σύνδεσης της ευελιξίας με την ασφάλεια (flexicurity) υπό το επιχείρημα ότι είναι δυνατή η παράλληλη ανάπτυξη των δύο αυτών ανταγωνιστικών πόλων.

Συνιστά λογική αντίφαση γιατί ισορροπία στις δύο αυτές έννοιες δεν είναι δυνατόν να υπάρχει όταν η ανάπτυξη της μίας (μείωση του εργασιακού κόστους) ρητά αντιστρατεύεται την άλλη (αύξηση του εργασιακού κόστους). Για το λόγο άλλωστε αυτό η αναγνώριση δικαιωμάτων στους ευέλικτα απασχολούμενους φθάνει μόλις μέχρι του σημείου να αφορά στη διασφάλιση ελάχιστων δικαιωμάτων, ενώ αποτυγχάνει να εξασφαλίσει πραγματική, αναλογία δικαιωμάτων αφού δηλωμένος στόχος της είναι να διατηρείται το πλεονέκτημα της ευελιξίας έναντι της «ασφάλειας».

Σε αυτό το πλαίσιο μέτρα ενίσχυσης της ουσιαστικής ασφάλειας όπως η σημαντική ενίσχυση των δικαιωμάτων των ευέλικτα εργαζομένων ως αντιστάθμισμα στο πραγματικό μέγεθος της εκμετάλλευσης που υφίστανται και της ανάγκης για ουσιαστική κοινωνική συνοχή πρέπει οδηγούν στον περιορισμό και στην τελική εξουδετέρωση της ευελιξίας ως μέσου φθηνής εργατικής δύναμης.

Για το ΣΥΡΙΖΑ ζητούμενο αποτελεί η ασφάλεια της εργασίας και ο περιορισμός με στόχο την κατάργηση της ευελιξίας που θα επιτυγχάνεται με την ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων, την ενίσχυση της πλήρους και σταθερής απασχόλησης που θα συνδέονται με αξιοπρεπείς συνθήκες αμοιβής και εργασίας προκειμένου η εργασία να αντιμετωπίζεται στην πράξη ως η βασική παραγωγική δύναμη για την παραγωγή του πλούτου και όχι ως μια απλή δαπάνη για τους εργοδότες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί, ότι χρειάζεται να ηττηθούν οι πολιτικές της εργασιακής απορύθμισης και να προωθηθούν εναλλακτικές πολιτικές για την επαναρύθμιση και αναβάθμισή τους, ώστε να προστατεύονται τα συνδικαλιστικά, δημοκρατικά, εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και να ενισχύεται η σταθερή και πλήρης απασχόληση σε βάρος της ελαστικής και ανασφάλιστης εργασίας.

Η νέα αυτή ρύθμιση για τις εργασιακές σχέσεις θα πρέπει να προωθείται συνδυασμένα με παρεμβάσεις για την στήριξη της απασχόλησης και της κοινωνικής ασφάλισης στα πλαίσια μίας εναλλακτικής πολιτικής ανάπτυξης, που θα έχει ως βασικό κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

Βασικοί άξονες μίας νέας ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων είναι:

Η στήριξη και διεύρυνση της πλήρους και σταθερής απασχόλησης, με παράλληλη διασφάλιση αξιοπρεπών μισθών στους εργαζόμενους. Επιδιώκουμε την επικράτηση ενός νέου εργασιακού προτύπου πλήρους και σταθερής απασχόλησης που να περιλαμβάνει τις εξής μορφές. Μόνιμη σχέση εργασίας στο δημόσιο, σταθερή απασχόληση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σύμβαση αορίστου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και διατήρηση της προσωρινής απασχόλησης μόνο όπου υπάρχουν διαπιστωμένα και από το συνδικάτο του χώρου καθαρά εποχιακές ανάγκες.

Η κατάργηση των νομοθετικών ρυθμίσεων των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, με τις οποίες θεσπίστηκαν η συνολική διευθέτηση του χρόνου εργασίας και οι πλέον αντεργατικές μορφές απασχόλησης, όπως η ενοικίαση εργαζομένων, η διαλείπουσα εργασία και η εργασία με δελτίο παροχής υπηρεσιών. Οι μορφές αυτές απασχόλησης όπως και τα stage να καταργηθούν και να αντικατασταθούν αφενός στον ιδιωτικό τομέα με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον υποκρύπτουν εξηρτημένη εργασία και αφετέρου με μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού με αξιοκρατικές διαδικασίες στον δημόσιο τομέα.

Η κατάργηση των υπεργολαβιών στον δημόσιο τομέα και η κάλυψη των αναγκών με προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Για τον ιδιωτικό τομέα η καθιέρωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης απέναντι στο προσωπικό των εργολάβων με βάση τις κλαδικές και επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που αφορούν στις ίδιες ειδικότητες και καθιέρωση της εις ολόκληρον ευθύνης του εργοδότη που κάνει χρήση της εργολαβίας σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας από την εργολαβική επιχείρηση.

Η διασφάλιση όλων των εργασιακών, μισθολογικών, ασφαλιστικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων όσων εργάζονται με ελαστικές μορφές απασχόλησης μέχρι αυτές να καταργηθούν.

Η επέκταση της προστασίας της εργατικής νομοθεσίας σε κατηγορίες εργαζομένων, που η απασχόλησή τους υποκρύπτει εξαρτημένη μισθωτή σχέση, όπως στους τηλεργαζόμενους, φασονίστες, εργαζόμενους με συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Η θωράκιση, βελτίωση και εφαρμογή στους χώρους εργασίας της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας, η διασφάλιση της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας και η ενίσχυση και ενεργοποίηση των δημόσιων ελεγκτικών μηχανισμών για την αυστηρή αντιμετώπιση των καταστρατηγήσεών της.

Η υπεράσπιση και αναβάθμιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο χώρο εργασίας. Η διασφάλιση της συμμετοχής και του ελέγχου τους στα κέντρα των αποφάσεων και των ελέγχων.

Η προώθηση μέτρων για τον περιορισμό των απολύσεων, όπως η εξομοίωση των αποζημιώσεων απόλυσης των εργατών με αυτές των υπαλλήλων που είναι πολλαπλάσιες, η απαγόρευση των ομαδικών απολύσεων σε κερδοφόρες επιχειρήσεις, η θέσπιση υποχρέωσης των εργοδοτών ώστε οι καταγγελίες συμβάσεων αορίστου χρόνου να είναι αιτιολογημένες κλπ.

Η τακτοποίηση όλων των συμβασιούχοι που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Η κατάργηση όλων των νομοθετικών ρυθμίσεων για υποβαθμισμένες εργασιακές σχέσεις και για μειωμένες δυνατότητες συλλογικής διαπραγμάτευσης και προσφυγής στη διαιτησία του ΟΜΕΔ όχι μόνο για τους νεοπροσλαμβανόμενους σε όλες τις ΔΕΚΟ αλλά και για τους ήδη εργαζομένους σε όσες από αυτές είναι ζημιογόνες.

Η νομιμοποίηση των μεταναστών και η απόδοση σ' αυτούς των θεσμοθετημένων μισθολογικών, εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων.

Το μέλλον των εργασιακών σχέσεων δεν πρέπει να εγκλωβίζεται μεταξύ της διατήρησης της «εργασιακής ζούγκλας» που ισχύει σήμερα και των πολιτικών εργασιακής απορύθμισης, στις οποίες άνοιξαν το δρόμο οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και συνεχίζει ακάθεκτη η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Υπάρχει και ο εναλλακτικός δρόμος της διεκδίκησης ενός συστήματος αναβαθμισμένων, ανθρώπινων, αξιοπρεπών, δημοκρατικών και σύγχρονων εργασιακών σχέσεων, τον οποίο εμείς προτείνουμε.

Κατάργηση των μέτρων απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στον δημόσιο τομέα

Κατά την τελευταία 15ετία ο δημόσιος τομέας πλήττεται σοβαρά από τις πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, μετοχοποιήσεων και την παρεπόμενη ενίσχυση των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων λειτουργίας του σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Οι εργασιακές σχέσεις και το περιεχόμενό τους επηρεάζονται σημαντικά υπό το βάρος των εξελίξεων αυτών σε συνδυασμό με το μέγεθος της απασχόλησης που συνεχώς περιορίζεται στις επιχειρήσεις και στους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Κύριες εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου αποτελούν η ανάπτυξη μιας ποικιλίας μορφών ευέλικτης εργασίας στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, το διαφορετικό εργασιακό καθεστώς για το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό με όρους αρνητικής απόκλισης από το ήδη απασχολούμενο με τη δημιουργία εργαζομένων πολλαπλών ταχυτήτων στους ίδιους εργασιακούς χώρους, από την δυνατότητα αλλαγής των γενικών κανονισμών προσωπικού και για τους ήδη εργαζόμενους με την ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και τον περιορισμό των όρων προσφυγής της πλευράς των εργαζομένων στον ΟΜΕΔ. Παράλληλα στη δημόσια διοίκηση ενισχύεται η απασχόληση με όρους ιδιωτικού δικαίου επηρεάζοντας αρνητικά τον θεσμό των δημοσίων υπαλλήλων, και τη μονιμότητα σε συνδυασμό με τη γενικότερη άρση των προστατευτικών διατάξεων για τους εργαζόμενους στο σύνολο του δημόσιου τομέα και στην κατεύθυνση της σύγκλισης με τα ισχύοντα στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Συνειδητά το Δημόσιο (το κράτος) παραχώρησε υπηρεσίες, για τις οποίες οι φορολογούμενοι πολίτες πληρώνουν για να έχουν ανταποδοτικότητα, σε υπεργολάβους. Κατά συνέπεια τα χρήματα των φορολογουμένων πολιτών «αξιοποιούνται» για αδικαιολόγητο πλουτισμό ημέτερων υπεργολάβων, κατά κύριο λόγο, και οι πολίτες δεν απολαμβάνουν υψηλού επιπέδου και ποιότητας υπηρεσίες.

Η υποβάθμιση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα σε συνδυασμό με τη δημιουργία τεχνητών ανταγωνισμών ανάμεσα στους εργαζομένους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα και την επίκληση της ανάγκης για τη μεταξύ τους σύγκλιση, οδηγεί σε σύγκλιση με όρους υποβάθμισης αντί της ανάγκης σύγκλισης με όρους διεκδίκησης της αναβάθμισης του χαμηλού επιπέδου δικαιωμάτων του ιδιωτικού τομέα. Η συνολική αυτή υποβάθμιση της εργασίας ενισχύει την περαιτέρω απόκλιση του επιπέδου αμοιβών και δικαιωμάτων των εργαζομένων στην Ελλάδα από τους εργαζόμενους των χωρών της ζώνης του ευρώ σε αντίθεση με τις επικαλούμενες διακηρύξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Τέλος η επιβουλή της μονιμότητας και της προστασίας του εργαζόμενου ενοχοποιεί τη σταθερότητα της απασχόλησης ως υπαίτια της χαμηλής παραγωγικότητας του δημόσιου τομέα, σε αντίθεση με τα αποτελέσματα ερευνών που αποδεικνύουν το αντίθετο για το ρόλο της σταθερής εργασίας, υποκρύπτοντας το αντιπαραγωγικό πελατειακό σύστημα δόμησης και λειτουργίας του δημόσιου τομέα.

Η ανάσχεση της αποδιάρθωσης των εργασιακών σχέσεων στον δημόσιο τομέα προϋποθέτει καταρχήν την επανάκτηση από το δημόσιο όσων επιχειρήσεων στρατηγικής ή κοινωνικής σημασίας έχουν ιδιωτικοποιηθεί από τις κυβερνήσεις του δικομματισμού, την αλλαγή πλεύσης του πλαισίου λειτουργίας των επιχειρήσεων από την προσήλωσή τους σε ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και στο πέρασμά τους σε μια ανάπτυξη με όρους δημόσιου συμφέροντος με αξιοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας και κατάργηση του πελατειακού συστήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο οι εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα αποτελούν τον κινητήριο μοχλό για τη συνολική αναβάθμιση της εργασίας στη χώρα μας. Παράλληλα ενισχύεται η πλήρης και σταθερή απασχόληση και η αναβάθμιση των εργασιακών σχέσεων ως κριτήριο καθοριστικό για την αύξηση της παραγωγικότητας στο δημόσιο τομέα ενώ καταργείται το φαινόμενο των πολλαπλών ταχυτήτων σε επίπεδο δικαιωμάτων ώστε η αντιμετώπιση του προσωπικού να γίνεται με ενιαίους κανόνες και με σεβασμό στη νομοθεσία ώστε το Κράτος εργοδότης να αποτελεί το θετικό παράδειγμα προς μίμηση αντί του αντιθέτου που ισχύει σε πολλές περιπτώσεις σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο προτείνουμε:

Την κατάργηση του ΠΔ 164/04 και μονιμοποίηση των εργαζομένων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες στον δημόσιο τομέα.

Η πρόσληψη στο Δημόσιο θα γίνεται μόνο με την διαδικασία του ΑΣΕΠ ο οποίος πρέπει να ενισχυθεί και να εκσυγχρονιστεί για να καλύπτει άμεσα τις ανάγκες σε προσλήψεις.

Την κατάργηση του φαινομένου συνύπαρξης προσωπικού με σχέσεις δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου στον ίδιο εργασιακό χώρο με την μόνη απόδοση του καθεστώτος του δημόσιου υπαλλήλου.

Κατάργηση του ν. 3429/85 και των αλλαγών που αφορούν στη διαφοροποίηση ανάμεσα στο νεοπροσλαμβανόμενο, και το υφιστάμενο προσωπικό, στη μονομερή αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος του «μόνιμου» προσωπικού με υπουργική απόφαση και τις τροπολογίες που αίρει τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στον ΟΜΕΔ.

Καθιέρωση αξιοκρατικού πλαισίου λειτουργίας στον δημόσιο τομέα και καταπολέμηση της αναπαραγωγής και διαιώνισης των πελατειακών σχέσεων σε όλο το φάσμα της ιεραρχικής δομής και λειτουργίας τους.

Σταματά οριστικά το φαινόμενο της πρόσληψης εκτάκτων και συμβασιούχων και τη χρήση ανασφάλιστης εργασίας μέσω των STAGE.

Ενίσχυση των συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων

Σήμερα παρουσιάζεται σημαντικό έλλειμμα στη θεσμική κατοχύρωσή των συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων (θεσμοί συλλογικής εκπροσώπησης, συνδικαλισμός, συλλογική διαπραγμάτευση, απεργία) με αποτέλεσμα αυτά να μην ανταποκρίνονται στα σύγχρονα δεδομένα και κυρίως στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς εργασίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα μόνο στο 2% των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα υπάρχει οποιαδήποτε μορφή εκπροσώπησης των εργαζομένων τη στιγμή που η κυριαρχία των μικρών επιχειρήσεων (98% μέχρι 20 εργαζόμενους) απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις ώστε η ανάγκη συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων να καλύπτεται στο ευρύτερο φάσμα των ΜΜΕ που απασχολούν και τη συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών.

Η απουσία εκπροσώπησης των εργαζομένων στις μικρές επιχειρήσεις που χαρακτηρίζουν την ελληνική αγορά εργασίας έχει πολλαπλές αρνητικές επιδράσεις για τις εργασιακές σχέσεις. Πρώτον, στερεί από τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων τη φωνή εκπροσώπησης στον εργασιακό χώρο και τη δυνατότητα παρέμβασης υπέρ των συμφερόντων τους. Δεύτερον, ενθαρρύνει την ασυδοσία των εργοδοτών και τις συχνότατες παραβιάσεις της νομοθεσίας. Τέλος, ευνοεί τη διατήρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα σε χαμηλά επίπεδα σε συνδυασμό με τις χρόνιες παθογένειες των ελληνικών συνδικάτων όπως η οργανωτική πολυδιάσπαση των 3700 πρωτοβάθμιων και των 200 δευτεροβάθμιων οργανώσεων, η έντονη παραταξιοποίηση και η έλλειψη οικονομικής αυτοδυναμίας.

Επιπλέον, το στενό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των συνδικάτων δεν είναι δυνατόν να περιλάβει ενιαία συνδικαλιστική εκπροσώπηση σε ενιαίους χώρους όπου καταγράφεται ευρύτατο φάσμα απασχόλησης εργαζομένων από διαφορετικούς κλάδους οικονομικής δραστηριότητας (π.χ. Αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος, The Mall κλπ). Η ίδια στενή λογική του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου των συλλογικών εργασιακών σχέσεων που αδυνατεί να προσαρμοσθεί στα σύγχρονα οικονομικά δεδομένα εκδηλώνεται και με τη μη αναγνώριση θεσμών συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων στο επίπεδο ομίλων επιχειρήσεων όπως συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων καθώς και το δικαίωμα στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και στις συλλογικές συμβάσεις στο επίπεδο αυτό.

Η απουσία θεσμών συλλογικής εκπροσώπησης της εργασίας απέναντι σε φαινόμενα γεωγραφικής συγκέντρωσης ή και κεντρικού σχεδιασμού οικονομικών δραστηριοτήτων (πχ. όμιλοι επιχειρήσεων, κεντρική διεύθυνση χώρων όπως το Ελ. Βενιζέλος) ευνοούν τη δυνατότητα ευέλικτων ελιγμών των εργοδοτικών κέντρων σε βάρος της εργασίας και την αδυναμία των εργαζομένων να εκπροσωπηθούν ενιαία και να παρέμβουν αποτελεσματικά απέναντι σε κεντρικούς σχεδιασμούς που διαμορφώνουν την απασχόληση και πολλές πτυχές των εργασιακών σχέσεων.

Τέλος, καταγράφεται η έλλειψη ουσιαστικού συντονισμού των δυνάμεων της εργασίας σε διεθνοποιημένο επίπεδο και η ιδιαίτερα περιορισμένη συμμετοχή του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος σε συντονισμένες θεσμικές παρεμβάσεις διεθνοποιημένου χαρακτήρα με στόχο την ενίσχυση της συλλογικής παρέμβασης της εργασίας σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο για την ενίσχυση των ατομικών εργασιακών δικαιωμάτων και την καθιέρωση και ανάπτυξη των αντίστοιχων συλλογικών όπως οι ευρωπαϊκές συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις, η ευρωαπεργία, η ενίσχυση του ρόλου των ευρωπαϊκών συμβουλίων στις πολυεθνικές επιχειρήσεις.

Βάσει των παραπάνω, υποστηρίζουμε ότι σε εθνικό επίπεδο θα πρέπει να υπάρξει προσαρμογή των κανόνων λειτουργίας της θεσμικής παρέμβασης των εργαζομένων στη βάση της πραγματικότητας που διέπει την ελληνική αγορά εργασίας. Παράλληλα, απαιτείται η προσαρμογή του τρόπου συλλογικής εκπροσώπησης της εργασίας στα σύγχρονα οικονομικά δεδομένα με στόχο την αποτελεσματικότερη παρέμβασή απέναντι σε φαινόμενα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου (εξαγορές, συγχωνεύσεις, επιχειρηματικοί όμιλοι κλαδικού, πολυκλαδικού και πολυεθνικού χαρακτήρα). Τέλος, η προσαρμογή στα νέα δεδομένα απαιτεί και την «εθνική» συμβολή στην ανάπτυξη μορφών παρεμβάσεων, συντονισμού και θεσμικών κατακτήσεων σχετικά με τη συλλογική εκπροσώπηση των δυνάμεων της εργασίας σε ευρωπαϊκό και ευρύτερα διεθνοποιημένο επίπεδο.

Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να διαμορφώσει τους όρους για την προσέλκυση των νέων κοιτασμάτων της μισθωτής απασχόλησης (γυναίκες, νέοι, ευέλικτα εργαζόμενοι, μετανάστες) και την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οργανωτικής του πολυδιάσπασης και κατακερματισμού, των διαλυτικών εκδηλώσεων της παραταξιοποίησης, των προβλεπόμενων εξαρτήσεων που συνεπάγεται η έλλειψη της οικονομικής αυτοδυναμίας και πόρων, του περιορισμένου διεθνοποιημένου προσανατολισμού στη δράση του.

Για την επίτευξη αυτών των στόχων θεωρούμε ότι το συνδικαλιστικό κίνημα, μεταξύ άλλων πρέπει προτάξει και τα εξής αιτήματα για την ενίσχυση των συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων.

Καθιέρωση της εκπροσώπησης των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που στερούνται συλλογικής εκπροσώπησης και που απασχολούν περισσότερους από 5 εργαζόμενους.

Καθιέρωση του θεσμού του εκπροσώπου των εργαζομένων με καθολική ψηφοφορία στις επιχειρήσεις άνω των 5 εργαζομένων όταν δεν υπάρχει άλλη συλλογική εκπροσώπηση.

Καθιέρωση του συνδικαλιστικού εκπροσώπου από συνδικαλιστική οργάνωση (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια) που καλύπτει τον εργασιακό χώρο για τις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 10 εργαζόμενους.

Καθιέρωση συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων σε σύνθετες δομές οικονομικής δραστηριότητας.

Αναγνώριση των θεσμών των συμβουλίων των εργαζομένων και της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης σε επίπεδο ομίλου επιχειρήσεων.

Αναγνώριση της συλλογικής εκπροσώπησης εργαζομένων (συμβούλιο εργαζομένων, συνδικαλιστική εκπροσώπηση) σε ενιαίους γεωγραφικούς χώρους σύνθετης, πολυκλαδικής, οικονομικής δραστηριότητας (αεροδρόμια, πολυχώροι εμπορικών δραστηριοτήτων).

Αναγνώριση του δικαιώματος στη συλλογική διαπραγμάτευση στους ομίλους επιχειρήσεων.

Διασφάλιση της αναλογικής συμμετοχής γυναικών και ανδρών στις συνδικαλιστικές αντιπροσωπείες για τις συλλογικές συμβάσεις

.