.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ - ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

.

Θεσμοί εργατικού ελέγχου - Εκδημοκρατισμός των χώρων εργασίας

.

Ο κοινωνικός έλεγχος των μέσων παραγωγής του υλικού και συμβολικού πλούτου αποτελεί την πεμπτουσία της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτό για την Αριστερά νοείται ως κεντρική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των βασικών μέσων παραγωγής από τα πάνω αλλά και ως δημοκρατική διαδικασία οργάνωσης και ελέγχου της παραγωγής από τα κάτω. Οι χώροι της κοινωνικής παραγωγής συνιστούν σήμερα αυταρχικά κύτταρα που εξαιρούνται από τους κανόνες του δημοκρατικού ελέγχου οι οποίοι, θεωρητικά τουλάχιστον, διέπουν την πολιτική οργάνωση του αστικού καθεστώτος. Οφείλουμε να αναπτύξουμε προτάσεις για τη διείσδυση της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας, για τη δημοκρατική οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής, την ανάπτυξη ολοκληρωμένων επαγγελμάτων, τη χρήση αλλά και τη φύση του τεχνολογικού εξοπλισμού.

Οι οργανώσεις της κοινωνικής παραγωγής αποτελούν συνήθως, ανεξάρτητα από το μέγεθος και το ιδιαίτερο αντικείμενό τους (μεταποίηση, υπηρεσίες) ή τον τομέα οικονομικής δραστηριότητας (δημόσιος/ιδιωτικός), έντονα ιεραρχημένες -από τα πάνω προς τα κάτω- δομές στις οποίες οι ατομικοί εργαζόμενοι υπάγονται υπακούοντας σε εντολές, χωρίς οι ίδιοι να συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τα ευρύτερα θέματα της παραγωγικής οργάνωσης (επένδυση, προϊόντα διαδικασίες) ή στο σχεδιασμό και την οργάνωση της ίδιας της καθημερινής εργασίας. Οι έντονα ιεραρχημένες και δεσποτικές οργανώσεις της κοινωνικής παραγωγής του 19ου αιώνα αποδίδονται ανάγλυφα στο Κεφάλαιο, όπου ο Μαρξ, περιγράφοντας τα εργοστάσια της εποχής του, δείχνει την αδιαφάνεια που περιβάλλει το χώρο στον οποίο πραγματοποιείται η εκμετάλλευση και παράγεται η αξία, καθώς και τη στρατιωτική λογική που διέπει τη σχέση των εργαζομένων με την παραγωγή. Το «βιομηχανικό κάτεργο» ως κοινωνική αναπαράσταση της μεταποίησης ξεπεράστηκε στη βιομηχανική Ευρώπη μετά το 1950, ενώ σε χώρες όπως η Ελλάδα ο εκδημοκρατισμός των συστημάτων εργασίας ήταν πολύ μεταγενέστερος.

Ο εκδημοκρατισμός των συστημάτων εργασίας και ο σχετικός έλεγχος του εργοδοτικού δεσποτισμού προωθήθηκαν από το συνδικαλιστικό κίνημα κατά την περίοδο της κεϋνσιανής συναίνεσης με θεσμούς εργατικής συμμετοχής στους χώρους εργασίας στο ευρύτερο πλαίσιο διεκδίκησης της οικονομικής δημοκρατίας. Σήμερα το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη βρίσκεται σε θέση άμυνας σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, κατά τις οποίες η πλήρης απασχόληση επέτρεψε τη διεκδίκηση προωθημένων αιτημάτων σχετικά με την ποιότητα της εργασίας και τη δημοκρατική συμμετοχή. Ωστόσο, οι σημαντικές εμπειρίες προηγούμενων δεκαετιών αυτού που, κυρίως ιδεοτυπικά, αναφέρεται ως «ευρωπαϊκό μοντέλο εργασίας», αν και δεν αποτέλεσαν ποτέ μια γενικευμένη κατάκτηση στους χώρους της εργασίας, μας δίνουν στοιχεία προβληματισμού για τη διατύπωση και διεκδίκηση εναλλακτικών συστημάτων εργασίας που συνδέονται με ένα διαφορετικό μοντέλο και σχέδιο για την κοινωνία και συγχρόνως μας επιτρέπουν να διευρύνουμε και να πολιτικοποιήσουμε τις άμεσες διεκδικήσεις μας.

Η οικονομική δημοκρατία στην Ελλάδα

Η οικονομική δημοκρατία αφορά τόσο θεμελιώδεις αλλαγές στις σχέσεις ιδιοκτησίας προς όφελος της κοινωνικής ιδιοκτησίας όσο και τη μεταβίβαση εξουσίας στο επίπεδο των χώρων εργασίας. Άρα εμπεριέχει δύο κεντρικές προοπτικές: τον κοινωνικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και την ανάπτυξη διαφόρων μορφών κοινωνικής ιδιοκτησίας αλλά και τη δημοκρατική οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής και την αυτοδιοίκησή της. Στην προβληματική της οικονομικής δημοκρατίας, που αποτελεί κεντρική διάσταση των διεκδικήσεων των ριζοσπαστικών κομμάτων της Ευρώπης, υπεισέρχεται η έννοια της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του εργαζομένου, ατομικών και συλλογικών, «μέσα στην επιχείρηση» που δεν διασφαλίζονται ή δεν αναγνωρίζονται από το εργατικό δίκαιο και συνιστούν αντίβαρο στις εκτεταμένες εξουσίες του εργοδότη στους χώρους εργασίας, που μπορεί να έχουν προεκτάσεις και στη ζωή εκτός εργασίας. Στην προβληματική της οικονομικής δημοκρατίας πρέπει να περιληφθούν ως αντικείμενο προβληματισμού όχι μόνο η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η δημοκρατική οργάνωση της παραγωγής αλλά και άλλα στοιχεία του οικονομικού κυκλώματος, όπως η κατανάλωση και η διακίνηση των προϊόντων στο πλαίσιο μιας ηθικής της οικονομίας. Κάτι που σημαίνει βέβαια ότι το συνδικαλιστικό κίνημα σε μια προοπτική δημιουργίας στοιχείων ενός εναλλακτικού παραγωγικού συστήματος πρέπει να ενδιαφερθεί όχι μόνο για την τιμή της εργατικής δύναμης και το χρόνο εργασίας αλλά και για το τι προϊόν παράγεται και πώς παράγεται.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, προωθήθηκαν θεσμοί που δηλώνονταν ως θεσμοί εργατικής συμμετοχής, οι οποίοι όμως είτε δεν είχαν πραγματικά περιεχόμενο δημοκρατικής συμμετοχής είτε δεν υποστηρίχθηκαν, και αλώθηκαν από τον ασφυκτικό παραταξιακό πελατειακό έλεγχο (κοινωνικοποίηση, εποπτικά συμβούλια, επιτροπές εργαζομένων). Η εμπειρία της δήθεν κοινωνικοποίησης συνίστατο (ν. 1365/83 περί κοινωνικοποιήσεων των δημόσιων επιχειρήσεων) σε μειοψηφική συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκησή τους, ενώ στις προβληματικές επιχειρήσεις (ν. 1386/83) σε διαδικασία εξυγίανσης καθιερώθηκε μειοψηφική συμμετοχή ενός εργαζομένου στη διοίκηση της επιχείρησης, χωρίς καμία αλλαγή στις επιχειρησιακές δομές. Η Αντιπροσωπευτική Συνέλευση Κοινωνικού Ελέγχου, που εκλεγόταν μέσα από κομματικά-παραταξιακά ψηφοδέλτια, ουδόλως άγγιξε τις δομές παραγωγής. Τα εποπτικά συμβούλια, θεσμός ελέγχου (κατά βιομηχανικό τομέα και γεωγραφική περιοχή) του «ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μέσα στο πλαίσιο της αυτοδύναμης αναπτυξιακής πορείας της πατρίδας μας» συστήθηκαν με αποστολή να εναρμονίζουν τα επενδυτικά προγράμματα με τις κατευθύνσεις του πενταετούς προγράμματος οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Τα όργανα αυτά, αν και συγκροτούνταν δημοκρατικά (περιλάμβαναν στους κόλπους τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας, των καταναλωτών, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της εργοδοσίας, και των εργαζομένων), δεν παρενέβησαν κατά κανέναν τρόπο στη διαχείριση των αντίστοιχων βιομηχανιών, που θεωρήθηκε ότι αποτελούσε «αποκλειστική αρμοδιότητα του ιδιώτη επιχειρηματία». Ο θεσμός των επιτροπών εργαζομένων (εργοστασιακά συμβούλια), δοκιμασμένος με διαφορετικές εκδοχές σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, θεσμός με ευρεία εξουσιοδότηση, διαβούλευση και ενημέρωση σε θέματα που αφορούν άμεσα την οργάνωση της εργασίας και την εργασιακή ζωή, εξέπεσε και δεν ευδοκίμησε, διότι δεν υποστηρίχθηκε ούτε από τις δημόσιες πολιτικές ούτε από το συνδικαλιστικό κίνημα, που τον θεώρησε ανταγωνιστικό προς τη συνδικαλιστική συμμετοχή, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει ποτέ ουσιαστικό περιεχόμενο.

Κατευθύνσεις για μια εναλλακτική παρέμβαση στους χώρους εργασίας

Θεωρούμε σημαντική για τη σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά την πολιτικοποίηση των τεχνικών - κοινωνικών σχέσεων και δομών στην εργασία σε μια κατεύθυνση που να αναβαθμίζει το περιεχόμενο της εργασίας των άμεσων παραγωγών και να μεταφέρει αρμοδιότητες στη βάση της κοινωνικής παραγωγής.

Οφείλουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας σε τρεις βασικές και αλληλένδετες κατευθύνσεις παρέμβασης: η πρώτη αφορά τη διαίρεση της εργασίας στις επιχειρήσεις και στους χώρους εργασίας, η δεύτερη αφορά τις σχέσεις ελέγχου και η τρίτη τη δημοκρατική οργάνωση της κοινωνικοποιημένης εργασίας και της κοινωνικής παραγωγής.

Κριτική στον καταμερισμό της εργασίας

Η διαίρεση της εργασίας συνιστά σημαντική όψη της ταξικής διαίρεσης των κοινωνιών μας και η κριτική της υπέρβαση βασική όψη του αγώνα για μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία.

Βασικό χαρακτηριστικό των τάξεων είναι η τοποθέτησή τους στον άξονα χειρωνακτική/ πνευματική εργασία. Η διάκριση αυτή στο εσωτερικό των επιχειρήσεων αποτυπώνεται στη δομή των επαγγελμάτων και της ιεραρχίας. Η μείωση του κάθετου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας (διάκριση χειρωνακτικής - πνευματικής εργασίας) πρέπει να αποτελέσει στόχο ευρύτερων κοινωνικών και εκπαιδευτικών στρατηγικών μεταρρυθμίσεων, με στόχο την εξάλειψη της εν λόγω διάκρισης. Όμως η κριτική και οι αλλαγές στον κοινωνικό και τεχνικό καταμερισμό της εργασίας στους χώρους εργασίας είναι στενά συνδεδεμένη με αυτή τη στρατηγική. Ο τεχνικός καταμερισμός συνδέεται με την αντίθεση χειρωνακτικής - πνευματικής εργασίας και την επηρεάζει. Έτσι, ο τεϋλορισμός, που ως ευρύτερο κοινωνικό μοντέλο επηρέασε το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής, οξύνει την αντίθεση πνευματικής - χειρωνακτικής εργασίας και άρα την εξάρτηση της εργατικής τάξης, αφού μεταφέρει τη γνώση στις διευθυντικές ελίτ.

Αντιδημοκρατικό, αυταρχικό ή έντονα ιεραρχικό μοντέλο εργασίας είναι αυτό στο οποίο ο σχεδιασμός των θέσεων εργασίας συγκεντρώνει τη γνώση στα ανώτερα και μεσαία κλιμάκια, ενώ στα κατώτερα κλιμάκια, δηλαδή στους λειτουργικούς εργαζομένους, που αποτελούν την πλειοψηφία σε μια επιχείρηση, αφήνει μόνο την εκτελεστική δουλειά. Ο δημοκρατικότερος σχεδιασμός των λειτουργικών θέσεων εργασίας σημαίνει ανασύνθεση του περιεχομένου τους προκειμένου να συμπεριλάβουν τις νέες αρμοδιότητες, πράγμα που συνεπάγεται νέες μεθόδους εργασίας και αλλαγή στην προσέγγιση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης. Η εκπαίδευση σε διοικητικές/οικονομικές και επιχειρηματικές δεξιότητες δεν πρέπει να μονοπωλείται από τα διευθυντικά στελέχη αλλά να απευθύνεται και στους βασικούς λειτουργικούς εργαζομένους.

Στην προοπτική ενός εναλλακτικού παραγωγικού μοντέλου, ο σχεδιασμός των ειδικοτήτων θα πρέπει να υπακούει στη λογική διαμόρφωσης ολοκληρωμένων επαγγελμάτων και να επαναπροσδιορίζει -μειώνοντάς την- την κοινωνική διαίρεση της εργασίας, να καταργεί τον τεχνικό και γραφειοκρατικό έλεγχο και να δημιουργεί θέσεις εργασίας που διαθέτουν πλήρη αυτονομία. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η κοινωνική εργασία αποκτά έναν ολοένα και πιο διανοητικό χαρακτήρα και οι ανάγκες των παραγωγικών συστημάτων, σε συνδυασμό με τα νέα μέσα εργασίας (νέες τεχνολογίες), διαμορφώνουν νέες σύνθετες ειδικότητες, οι οποίες όμως δεν αναγνωρίζονται από τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν στοιχεία μιας μακρινής ουτοπίας αλλά συνιστούν ένα καθημερινό πεδίο διεκδίκησης, όπως δείχνει η συνδικαλιστική εμπειρία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στο ολιστικό παραγωγικό μοντέλο που εφαρμόσθηκε σε περιορισμένη κλίμακα σε ορισμένες μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες, ο σχεδιασμός των ειδικοτήτων υπακούει στη λογική διαμόρφωσης πλήρων επαγγελμάτων και όχι στη λογική της άσκησης μερικών, τυποποιημένων καθηκόντων. Στην προοπτική αυτή, τα συνδικάτα θα πρέπει να εντάξουν τις ειδικότητες στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και να διεκδικούν κλίμακες ταξινόμησης επαγγελμάτων που να έχουν κάποιον τυπικό χαρακτήρα (π.χ. κλαδικό) αναγνώρισης πέρα από το πλαίσιο της συγκεκριμένης επιχείρησης. Στην ίδια κατεύθυνση μπορούμε να δούμε τους αγώνες για την τυπική αναγνώριση νέων αναβαθμισμένων και εμπλουτισμένων ειδικοτήτων που αντιστοιχούν στο πραγματικό περιεχόμενο εργασίας των σύγχρονων εργαζόμενων, σε αντιπαράθεση με την πολιτική των δεξιοτήτων που σήμερα εφαρμόζεται σε μια κατεύθυνση εξατομίκευσης των επαγγελματικών προσόντων και άρνησης των συλλογικών επαγγελματικών δικαιωμάτων. Στην ίδια προοπτική, η κατάρτιση πρέπει να αποκτήσει το περιεχόμενο επαγγελματικής εκπαίδευσης και να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο παρέμβασης των λειτουργικών εργαζομένων στην κοινωνική διαίρεση της εργασίας.

Μετασχηματισμός των σχέσεων εξουσίας

Δεν είναι δυνατόν να αλλάξει η οργάνωση της εργασίας στα βασικά κύτταρα των χώρων εργασίας χωρίς να αλλάξουν οι ιεραρχικές δομές και οι σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στη «βασική λειτουργική ομάδα εργασίας» συνεπάγεται την αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τα ιεραρχικά επίπεδα, τα οποία και μειώνονται αλλά και αλλάζουν χαρακτήρα. Πρόκειται δηλαδή για ταυτόχρονη μεταβίβαση λειτουργικών και διοικητικών αρμοδιοτήτων, καθώς και αρμοδιοτήτων ελέγχου, στη βασική λειτουργική ομάδα, με συνέπεια τη μείωση των λειτουργικών και ιεραρχικών επιπέδων και την εξασθένιση του εξουσιαστικού-ελεγκτικού ρόλου της ιεραρχίας. Και πράγματι, στις βιομηχανίες που εισήγαγαν δημοκρατικότερες μορφές οργάνωσης της εργασίας, υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στις σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Άλλωστε, ίσως ο βασικός λόγος που εμποδίζει τον εκδημοκρατισμό των επιχειρήσεων, π.χ. με την εισαγωγή πλήρως αυτοδιοικούμενων ομάδων εργασίας, είναι ότι οι επιχειρήσεις, αν και βελτιώνονται τα οικονομικά τους αποτελέσματα, εκτιμούν ότι μακροπρόθεσμα οι εισαγόμενες μεταρρυθμίσεις είναι επιβλαβείς αν έχουν ριζικές συνέπειες εις βάρος της κοντινής και της μεσαίας ιεραρχίας.

Οι αυτοδιοικούμενες ομάδες εργασίας: κύτταρα δημοκρατικής συμμετοχής στους χώρους εργασίας

Η εργασία δεν έπαψε ποτέ να έχει έναν συνεργατικό χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι οι διοικήσεις αναγνωρίζουν την ομάδα εργασίας ως μονάδα που λειτουργεί στο πλαίσιο εντολών και προδιαγεγραμμένων καθηκόντων και όχι ως μονάδα που λαμβάνει η ίδια αποφάσεις για τα θέματα της παραγωγής, Ο συλλογικός χαρακτήρας της εργασίας συνιστά μέρος των μη αναγνωρισμένων από την τυπική οργάνωση της εργασίας πρακτικών και των μη τυπικά αναγνωρισμένων περιεχομένων γνώσης και ειδικοτήτων. Η συνδικαλιστική παρέμβαση της Αριστεράς οφείλει να αναδείξει τον ουσιαστικό ρόλο που ασκεί στη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής η βασική ομάδα εργασίας και να διεκδικήσει την τυπική αναγνώρισή της ως ομάδας αυτοδιαχειριζόμενης που διαθέτει εξουσιοδότηση για θέματα όπως άμεσα, καθημερινά εργασιακά καθήκοντα, διαπραγμάτευση χρόνων, καθημερινή συντήρηση, καταμερισμός εργασίας στα μέλη της ομάδας, χρονοδιάγραμμα διακοπών, ανάγκες κατάρτισης, επίλυση προβλημάτων. Επιπλέον, οι αυτοδιοικούμενες ομάδες εργασίας ενσωματώνουν στην καθημερινή τους λειτουργία την ευθύνη της συνεχούς βελτίωσης της διαδικασίας της εργασίας αλλά και του σχεδιασμού των παραγωγικών συστημάτων.

Οι εμπειρίες εκδημοκρατισμού (προγραμμάτων εξανθρωπισμού της εργασίας) των χώρων εργασίας που αναπτύχθηκαν τις δεκαετίες 1970-1980 σε βιομηχανίες της Ευρώπης, κυρίως στη Σουηδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, αλλά και στις ΗΠΑ βασίσθηκαν στην αποκέντρωση στις δομές λήψης αποφάσεων και στην αναδιοργάνωση της εργασίας με αυτοδιαχειριζόμενες ομάδες που εμπνέονταν από τις αρχές της δημοκρατίας στην εργασία: αυτοοργάνωση της ομάδας, συμμετοχικές διαδικασίες για όλα τα μέλη της, μεταβίβαση εξουσίας στην ομάδα, μη ιεραρχικός συντονισμός. Ο σχεδιασμός των θέσεων εργασίας είναι ευρύς, με αποτέλεσμα οι θέσεις εργασίας να περιλαμβάνουν καθήκοντα άμεσης αλλά και έμμεσης εργασίας. Στηρίζεται στην αρχή ότι πρέπει να αποφευχθεί η πόλωση ανάμεσα σε μια υπερεξειδικευμένη ελίτ που διαχειρίζεται τα νέα συστήματα εργασίας και τη μάζα του μη ειδικευμένου προσωπικού που τα χειρίζεται και η οποία προορίζεται να εξαφανιστεί με την αυτοματοποίηση. Για το λόγο αυτό, επιδιώκεται η ομάδα να αναλαμβάνει το σύνολο των καθηκόντων που αφορούν την καλή λειτουργία των εγκαταστάσεων, με την εναλλαγή και την πολυειδίκευση όλων των χειριστών παραγωγής. Τα μέλη της ομάδας εναλλάσσονται στις θέσεις εργασίας με ευθύνη της ομάδας, με τρόπο που να διευρύνονται και να εμπλουτίζονται οι ειδικότητές τους. Οι αυτοδιαχειριζόμενες ομάδες αποτελούνται από εργαζομένους που έχουν ίδιο στάτους, περιλαμβανομένου και του αρχηγού της ομάδας, ή μάλλον του εκπροσώπου τους, αλλά με διαφορετικές ειδικότητες. Ο «εκπρόσωπος» είναι ίσος μεταξύ ίσων, δεν ανήκει σε διαφορετικό κλιμάκιο ούτε αμείβεται επιπλέον. Τα μέλη της ομάδας εκλέγουν τον «εκπρόσωπό» τους στην ιεραρχία ο οποίος έχει την ευθύνη να οργανώνει σε κανονική βάση τις συνεδριάσεις που γίνονται σε πραγματικό χρόνο εργασίας, στις οποίες όλοι μαζί συζητούν και αποφασίζουν την οργάνωση του ατελιέ, καθώς και τα προβλήματα που προκύπτουν κατά την εργασία.

Η αυτοδιοικούμενη κατά τον τρόπο που περιγράψαμε ομάδα είναι συνυπεύθυνη και για τη βελτίωση των παραγωγικών διαδικασιών στο εργαστήρι παραγωγής, μαζί με τεχνικούς εμπειρογνώμονες, με τους οποίους συνεργάζεται και επικοινωνεί σε μη ιεραρχική βάση, προκειμένου να αντιμετωπίσει ανακύπτοντα προβλήματα. Οι νόρμες και οι χρόνοι παραγωγής θεωρούνται σταθερά σε δεδομένο επίπεδο διαπραγμάτευσης, στην οποία -τη δεκαετία του 1980- συμμετείχαν τα συμβούλια των επιχειρήσεων. Στην πλέον πρόσφατη εκδοχή λειτουργίας της ομάδας, στη διαπραγμάτευση των χρόνων εργασίας συμμετέχει άμεσα η ίδια η ομάδα εργασίας.

Η συμμετοχή των εργαζομένων στο σχεδιασμό των μεθόδων εργασίας και των παραγωγικών συστημάτων

Βασική συνιστώσα στον εκδημοκρατισμό των συστημάτων εργασίας συνιστά η δυνατότητα των βασικών λειτουργικών εργαζομένων να συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν το χώρο εργασίας τους, το σχεδιασμό της οργάνωσης της δουλειάς και των μεθόδων εργασίας και τη βελτίωση της ποιότητας. Τα θέματα αυτά δεν μπορεί να θεωρούνται αποκλειστική αρμοδιότητα του μάνατζμεντ. Πρέπει, αντιθέτως, να διασφαλίζεται η συμμετοχή και των λειτουργικών εργαζομένων, που έχουν γνώση της πρακτικής λειτουργίας του παραγωγικού συστήματος, μια γνώση που είναι συμπληρωματική της γνώσης των μηχανικών και εντελώς απαραίτητη για τη λειτουργία των παραγωγικών συστημάτων. Συνήθως οι διευθύνσεις δημιουργούν «ομάδες ποιότητας» ή «ομάδες επίλυσης προβλημάτων» με ιεραρχική λειτουργία παράλληλη με τη λειτουργία της βασικής ομάδας εργασίας, δηλαδή εκτός της καθημερινής εργασίας, προκειμένου να αντλήσουν συμβουλευτικά τη γνώση αυτών που έχουν την εμπειρία του παραγωγικού συστήματος, χωρίς να επηρεάζεται η κατανομή εξουσίας μεταξύ των απλών εργαζομένων και των μάνατζερ. Η ενεργός «συμμετοχή» των εργαζομένων στους επιχειρηματικούς στόχους και η δημιουργία «ομάδων» συνιστούν πολιτική του σύγχρονου μάνατζμεντ, που όμως συνδυάζεται με διεύρυνση και θεσμική ισχυροποίηση του διευθυντικού δικαιώματος. Το μοντέλο «συμμετοχής» που πλατιά προτείνεται ή εφαρμόζεται πλέον και στις βιομηχανοποιημένες ευρωπαϊκές χώρες είναι ιαπωνικής έμπνευσης και λαμβάνει χώρα όχι σε αυτοδιοικούμενες ομάδες εργασίας αλλά στο εσωτερικό των κύκλων ποιότητας και άλλων παράλληλων προς την καθημερινή εργασία ομάδων, ιεραρχικά πλαισιωμένων, που συνιστούν κατά κύριο λόγο μεθόδους βελτίωσης του μάνατζμεντ. Στο ευρωπαϊκό μοντέλο, το οποίο επιδιώκουμε να ενισχύσουμε και να αναπτύξουμε παραπάνω, η συμμετοχή εντάσσεται στην τυπική λειτουργία των αυτοδιοικούμενων ομάδων εργασίας που αποτελούν θεσμούς εργατικής συμμετοχής με τις οποίες συνεργάζεται η ιεραρχία.

Είναι δυνατή μια εναλλακτική στρατηγική αυτοματοποίησης;

Στο σχεδιασμό των παραγωγικών συστημάτων θα πρέπει να εντάξουμε και τα τεχνικά συστήματα και τη στρατηγική αυτοματοποίησης που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις. Τα τεχνικά συστήματα που κυριαρχούν στις δεδομένες ανταγωνιστικές κοινωνικές σχέσεις ενσωματώνουν κοινωνικές και οργανωτικές λογικές που δίνουν προτεραιότητα στη μείωση της ζωντανής εργασίας, συχνά εις βάρος της βέλτιστης αποδοτικότητας και της ποιότητας, και θεωρούν τον ανθρώπινο παράγοντα, ως συλλογικό αλλά και ως ατομικό φορέα δράσης, πηγή αστάθειας και αβεβαιότητας στο χώρο της παραγωγής. Συλλαμβάνονται και σχεδιάζονται μακριά από την πραγματική λειτουργία του παραγωγικού συστήματος, του οποίου οι καλύτεροι γνώστες είναι οι άμεσοι παραγωγοί, με αποτέλεσμα τη μόνιμη διάσταση ανάμεσα στη θεωρητική τους απόδοση και την πραγματική, ενώ η ίδια η αρχιτεκτονική τους ως συμπαγών, «κλειστών» και αδιαφανών συστημάτων αναπαράγει τη διαίρεση της εργασίας στον χώρο της παραγωγής. Οι παραπάνω οικονομικές και κοινωνικές λογικές που χαρακτηρίζουν τις κυρίαρχες στρατηγικές της αυτοματοποίησης έχουν ως αποτέλεσμα τα τεχνικά συστήματα να ορθώνονται εχθρικά απέναντι στους άμεσους παραγωγούς, να τους βγάζουν απ' έξω, να τους αποκλείουν, να τους υποκαθιστούν. Στοιχεία εναλλακτικών στρατηγικών αυτοματοποίησης υλοποιήθηκαν από ορισμένες πρωτοποριακές βιομηχανίες της Σουηδίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αφορούν μια ελεγχόμενη αυτοματοποίηση που αφορά χειρισμούς που δεν είχαν πλούσιο περιεχόμενο, δηλαδή τις μεταφορές και τη διαχείριση, και όπου τα σύνθετα καθήκοντα -των οποίων επιπλέον η αυτοματοποίηση είχε υψηλό κόστος- αφήνονταν στην άμεση χειρωνακτική τους μορφή. Η ομάδα χειριστών-συντηρητών που είναι επιφορτισμένη με την αξιόπιστη λειτουργία μιας μονάδας παραγωγικών εγκαταστάσεων έχει την ευθύνη αλλά και τα απαραίτητα υλικά και τεχνικά μέσα προκειμένου να αυξήσει την αξιοπιστία της λειτουργίας των αυτοματοποιημένων γραμμών παραγωγής. Στο πλαίσιο της υπεύθυνης λειτουργίας της, και έχοντας την πραγματική γνώση της λειτουργίας των εγκαταστάσεων, είναι σε θέση να ελέγξει και να αναγνωρίσει τους παράγοντες που παρεμβαίνουν σε μια διαδικασία ή σε ένα χειρισμό που πρόκειται να αυτοματοποιηθεί προκειμένου να επιτευχθεί μία ελεγχόμενη και προοδευτική αυτοματοποίηση. Δηλαδή ο σχεδιασμός της νέας γενιάς μηχανημάτων ακουμπάει στη γνώση που έχουν αποκτήσει αυτοί που χειρίζονται και συντηρούν τα τωρινά μηχανήματα. Και η γνώση αυτή μπορεί να είναι συμπληρωματική ή ανταγωνιστική με την αντίστοιχη γνώση των μηχανικών. Μια τέτοια λειτουργία της αυτόνομης ομάδας εργασίας θα μπορούσε να αντιστρέψει τη διαίρεση των διανοητικών δυνάμεων της εργασίας στην κατεύθυνση της ανακατανομής τους και όχι της περαιτέρω διαίρεσής τους. Όμως η άριστη λειτουργία της ομάδας προϋποθέτει ότι η αρχιτεκτονική του τεχνικού συστήματος είναι ανοικτή στους άμεσους παραγωγούς, προκειμένου να συλλαμβάνουν την πραγματική του λειτουργία και να παρεμβαίνουν στα ευαίσθητα, κρίσιμα σημεία του, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει συνήθως, με σκοπό να απλοποιηθεί τελείως η πρόσληψη της λειτουργίας του τεχνικού συστήματος από το χειριστή και η ανάγκη παρέμβασής του. Η παραπάνω λογική αυτοματοποίησης δίνει πραγματική αυτονομία και δύναμη διαπραγμάτευσης στις υπεύθυνες ομάδες χειριστών-συντηρητών. Για το λόγο αυτό, η εφαρμογή της μπορεί να αποσταθεροποιήσει σοβαρά τον σημερινό συσχετισμό εργασίας - κεφαλαίου στην παραγωγή.

Η διεύρυνση της συνδικαλιστικής δημοκρατίας

Οφείλουμε να διευρύνουμε τη συνδικαλιστική δημοκρατία με νέες μορφές δημοκρατίας υιοθετώντας μορφές άμεσης δημοκρατίας και μορφές αυτοδιαχείρισης.

Οι μορφές της άμεσης δημοκρατίας, αν και είναι πιθανόν να χειραγωγηθούν από την εργοδοσία, εν τούτοις αποτελούν μορφές αυτοενεργοποίησης και αυτοοργάνωσης στην προοπτική της ιδιοποίησης από τους ίδιους τους εργαζομένους των διαδικασιών απόφασης. Συγχρόνως, οφείλουμε να αναρωτηθούμε για τις σχέσεις που πρέπει να αναπτύξει η άμεση με την έμμεση συνδικαλιστική δημοκρατία στην προοπτική μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας παραγωγών και εργαζομένων. Η βασική μονάδα άμεσης δημοκρατίας είναι η εργατική συνέλευση σε κάθε χώρο ή μονάδα εργασίας.

Να διεκδικήσουμε την καθιέρωση του θεσμού των εργατικών συνελεύσεων σε κάθε χώρο δουλειάς για θέματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας, για πληροφόρηση αλλά και για τον έλεγχο των αντιπροσώπων τους στα εργατικά συμβούλια, για την εκλογή των διαφόρων επιτροπών που προβλέπονται από άλλους θεσμούς. Παράλληλα, πρέπει να προωθήσουμε τη δημιουργία θεσμών εργατικού ελέγχου σε επίπεδο επιχείρησης ή μεγάλης μονάδας εργασίας με την καθιέρωση των εργατικών συμβουλίων κατά επιχείρηση και τόπο εργασίας, αιρετών και ανακλητών από όλους τους εργαζομένους, συνδικαλισμένους και μη. Τα εργατικά συμβούλια πρέπει να έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες με δικαίωμα άσκησης βέτο σε προβλήματα που σχετίζονται με συνθήκες εργασίας/ οργάνωσης εργασίας, δικαίωμα αξιολόγησης, διαβούλευσης και γνωμοδότησης με τη διεύθυνση, σε όλα τα επίπεδα άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος για την οικονομική και οργανωτική κατάσταση της επιχείρησης, του προγραμματισμού και τη μελλοντική της δραστηριότητα. Τα εργατικά συμβούλια δεν μπορούν να αντικαταστήσουν ή να υποκαταστήσουν τη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων, διότι έχουν ένα δικό τους πεδίο δράσης. Επιβάλλεται όμως να συνεργάζονται με την αντίστοιχη συνδικαλιστική οργάνωση, που οφείλει να βοηθά και να στηρίζει τη δράση τους. Η συνδικαλιστική οργάνωση δρα στο χώρο εργασίας, στη γενική συνέλευση των εργαζομένων και προτείνει δικούς της αντιπροσώπους στο εργατικό συμβούλιο, ενώ η επιρροή της δεν μπορεί να εξαντλείται στο άθροισμα των μελών της. Η συνδικαλιστική πυκνότητα δεν εγγυάται πάντα τη συμμετοχή και την κινητοποίηση στη συνδικαλιστική δράση, ενώ οι παρεμβάσεις των εργατικών συμβουλίων αφορούν ευρύτερες δράσεις, στις οποίες το συνδικάτο μπορεί να έχει τη δική του άποψη.

Ο θεσμός αυτός, ως θεσμός κοινωνικού ελέγχου, είναι αναγκαίος τόσο στις δημόσιες όσο και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ο θεσμός των εργατικών συμβουλίων αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την ενεργοποίηση των εργαζομένων, για τον εκδημοκρατισμό των επιχειρήσεων, για την κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, για την αυτοδιαχειριστική προοπτική.

.

Για τις φυλακές: Λιγότερη κοινωνική ανισότητα - Λιγότερη φυλακή

.

Ο υπερπληθυσμός, οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, οι θάνατοι, η αδιαφάνεια στις αποφάσεις, το ασφυκτικό κλείσιμο της φυλακής και ο αποκλεισμός θεσμικού και κοινωνικού ελέγχου (άβατον), η αυθαιρεσία στη μεταχείριση των κρατουμένων, η σκανδαλώδης διακίνηση ουσιών, η διαφθορά, η φυλακή (φύλακες, γιατροί, κοινωνικοί λειτουργοί κλπ.) ως θεσμός στο περιθώριο, οι αδικαιολόγητα αυστηρές ποινές, οι τραγικές συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης(φορτωμένα πινάκια, βιασύνη, σωρεία καταδικών), το χάσμα ανάμεσα στη νομοθεσία και την εφαρμογή της συνθέτουν την παθολογία της φυλακής και έχουν δημιουργήσει μείζον ζήτημα νομιμότητας και λειτουργίας της δημοκρατίας.

Η κατάρρευση κάθε έννοιας συλλογικότητας και η ένταση των ανισοτήτων δημιουργούν ένα πολύπλευρο κοινωνικό αποκλεισμό. Η συνέπεια στα νεοφιλελεύθερα δόγματα επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται αυτά τα φαινόμενα με τις μεθόδους του κοινωνικού κράτους αλλά να προτιμάται η βολική λύση της καταστολής. Αντί για κοινωνική πολιτική στην πρόληψη και στην επανένταξη, χρηματοδοτείται η κατασκευή φυλακών. Γίνεται έτσι φανερό ότι συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές οδηγούν στην ποινικοποίηση της φτώχειας και «παράγουν» φυλακή.

Με δεδομένη την άτολμη και αποσπασματική πολιτική του Υπουργείου Δικαιοσύνης (ο νόμος 3727/08 για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης δημιούργησε προσδοκίες αναντίστοιχες των αποτελεσμάτων του) τα προβλήματα παραμένουν, γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία να συνεχιστεί ο διάλογος στην κοινωνία ώστε η πίεση και ο έλεγχος να δεσμεύουν την πολιτεία για αλλαγές.

Η πρόσφατη συγκλονιστική κινητοποίηση στις ελληνικές φυλακές έφερε στο επίκεντρο το πρόβλημα. Το κίνημα των κρατουμένων, το κίνημα της αλληλεγγύης που έχει δημιουργηθεί έχουν θέσει σε διαρκή δημόσιο διάλογο τη φυλακή ως θεσμό και την ευθύνη της πολιτείας και της κοινωνίας απέναντι σ' αυτόν. Μαζί με το αίτημα για ανθρώπινες συνθήκες κράτησης είναι κοινή η διαπίστωση ότι η φυλακή δεν είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης του εγκλήματος. Η αποτυχία της λειτουργίας του θεσμού έχει οδηγήσει στο αίτημα για εφαρμογή εναλλακτικών μορφών έκτισης της ποινής, για φυλακή καθαρή από τις ουσίες και τη διαφθορά, για λιγότερη φυλακή, ανοιχτή στην κοινωνία. Για ποινές πιο ανθρώπινες και λιγότερο βλαπτικές.

Προτάσεις για το σωφρονιστικό σύστημα

Λιγότερη φυλακή και εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης της παραβατικότητας

Η φυλάκιση να παραμείνει ως ποινή μόνο για τα πραγματικά σοβαρά αδικήματα και για τους υπότροπους σοβαρών αδικημάτων. Εναλλακτικοί τρόποι έκτισης της ποινής (αγροτικές φυλακές, ημιελεύθερη διαβίωση, κοινωνική εργασία κ.ά).

Εξανθρωπισμός των συνθηκών διαβίωσης

Απαγόρευση εγκλεισμού σε ακατάλληλους χώρους που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ανθρώπινης και αξιοπρεπούς διαβίωσης. Εφαρμογή των διατάξεων του σωφρονιστικού κώδικα καθώς σειρά διατάξεων μένουν ανενεργές κυρίως λόγω της έλλειψης υποδομών, υλικών πόρων και στελέχωσης. Παροχή υγειονομικής περίθαλψης, αντίστοιχης με αυτήν που μπορεί να απολαύσει κάθε ελεύθερος πολίτης. Ένταξη στο ΕΣΥ του συστήματος υγείας στις φυλακές.

Χρήστες ναρκωτικών ουσιών

Πλήρης κάλυψη των αναγκών με στήριξη και ανάπτυξη όλων των προγραμμάτων απεξάρτησης, καθώς και πλήρης κάλυψη των αναγκών των προγραμμάτων μείωσης της βλάβης με ιατροψυχοκοινωνική στήριξη. Να καταργηθούν, στο πλαίσιο της ισονομίας, οι πρόσθετες απαιτήσεις για την υφ' όρον απόλυση και τις άδειες των κρατουμένων που έχουν καταδικαστεί με το νόμο περί ναρκωτικών ή άλλων αδικημάτων.

Παραβατικότητα των ανηλίκων

Να εξασφαλιστούν οι όροι ώστε να υπάρξουν πράγματι τρόποι εναλλακτικοί του εγκλεισμού των παραβατών ανηλίκων(ανοιχτές δομές φροντίδας και προστασίας), με όλες τις ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές που απαιτούνται για το σκοπό αυτό.

Κοινωνική επανένταξη

Προετοιμασία του κρατούμενου να βγει στην κοινωνία και προετοιμασία της κοινωνίας να δεχθεί τον κρατούμενο. Εξασφάλιση όρων και προϋποθέσεων όσων το επιθυμούν για εργασία και εκπαίδευση, γενική και επαγγελματική. Υποδομές για δημιουργικές δραστηριότητες και καλλιτεχνική παιδεία. Δυνατότητα χρήσης Η/Υ.

Το άβατον των φυλακών

Οι φυλακές πρέπει να είναι ανοιχτές στον κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο. Θεωρούμε ότι θα συμβάλουν:

Η μόνιμη και διαρκής κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία θα επισκέπτεται τα σωφρονιστικά καταστήματα, θα συντάσσει ετήσια έκθεση και θα τη συζητάει η Βουλή.

Το Σώμα Επιθεωρητών και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης, αν καταστεί πλήρως ανεξάρτητο.

Η είσοδος του Συνήγορου του Πολίτη και κοινωνικών φορέων στις φυλακές.

Η θεσμοθέτηση του Ombudsman (Συνήγορου) των φυλακισμένων.

Η ανεξάρτητη λειτουργία του ΚΕΣΦ, οργάνου επιστημονικού που πρέπει να καταρτίζει σχέδιο αντεγκληματικής πολιτικής χωρίς να υποτάσσει την επιστημονική του γνώση σε πολιτικές του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η συγκρότηση Σώματος Επισκεπτών το οποίο θα συμβάλει σημαντικά στη διαφάνεια της λειτουργίας της φυλακής.

Ευεργετικά μέτρα

Εφαρμογή των ευεργετικών μέτρων που προβλέπονται από τη νομοθεσία και εμπνέουν στον κρατούμενο την προσδοκία της ελευθερίας και της δημιουργικής ζωής (άδειες, υφ' όρων απόλυση). Οι τυχόν απορριπτικές αποφάσεις θα πρέπει να αιτιολογούνται εξατομικευμένα, ενώ ειδικές συνθήκες, όπως έλλειψη μόνιμης κατοικίας, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για την απόρριψη της αίτησης. Πλήρης διαφάνεια κατά την επιλογή των εντασσομένων σε κάθε είδους προγράμματα (π.χ. εργασιακά), εφόσον αυτά δεν επαρκούν για όλους τους ενδιαφερόμενους.

.

.

Προτάσεις για τα προβλήματα της ελληνικήςακτοπλοΐας

.

Η εθνική μας ιδιαιτερότητα απορρίπτει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της κερδοσκοπικής ακτοπλοΐας

Μια από τις ιδιαιτερότητες της χώρας μας είναι ο νησιωτικός χαρακτήρας της. Καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης δεν έχει τόσα νησιά, πάνω από 2000 (κοντά 3000 αν συνυπολογιστούν και οι βραχονησίδες), και κυρίως σε καμιά άλλη χώρα, τα νησιά δεν παίζουν το ρόλο που παίζουν στη δική μας ιστορία και εθνική μας υπόσταση. Το κάθε νησί, μεγάλο ή μικρό, έχει τη δική του ιδιαίτερη προσωπικότητα, είναι μια σελίδα στο βιβλίο της ιστορίας μας, μια ψηφίδα στο μωσαϊκό του πολιτισμού μας και, το κάθε νησί, έχει μια ιδιαίτερη συμβολή στην κοινωνική και την οικονομική μας ανάπτυξη. Τα νησιά, στο σύνολό τους, είναι συστατικό της εθνικής και της πολιτισμικής μας ταυτότητας, είναι τα γεωγραφικά σύνορά μας σε Ανατολή, Δύση και Νότο.

Η κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, αυτή την ιδιαιτερότητα τη χρησιμοποιεί ως ένα άλλοθι για να δικαιολογήσει τις ανεπάρκειες της ακτοπλοΐας μας. Αυτή όμως η ιδιαιτερότητα είναι εθνικό, πολιτιστικό και οικονομικό πλεονέκτημα και όχι αδυναμία. Προϋπόθεση για να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα είναι μια ολοκληρωμένη νησιωτική πολιτική και μια αποτελεσματική, αξιόπιστη, ασφαλής και οικονομικά βιώσιμη ακτοπλοΐα. Αυτός είναι και ο βαθύτερος λόγος, που την ακτοπλοΐα δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τη δούμε απλά ως ένα κλάδο της οικονομικής δραστηριότητας, ως ένα τομέα συσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου αλλά ως μια υποδομή για τη συνολική ανάπτυξη των νησιών και της χώρας. Όπως οι αστικές συγκοινωνίες, έτσι και οι ακτοπλοϊκές, από τη φύση των αναγκών που υπηρετούν, αποτελούν ένα κοινωνικό αγαθό και όχι ένα εμπόρευμα.

Με άλλα λόγια, η ιδιαιτερότητα των συνθηκών και των αναγκών, είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτή που μας επιβάλλει να αναζητήσουμε έναν αντίστοιχα ιδιαίτερο τρόπο, ένα ιδιαίτερο καθεστώς, για να ανταποκριθούμε στις ανάγκες αυτές. Δυστυχώς, οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων όχι μόνο δεν ακολούθησαν αυτή την αρχή, αλλά, αντίθετα, ακολούθησαν την αρχή της κυρίαρχης ομοιομορφίας. Επιχείρησαν, δηλαδή, να εφαρμόσουν, και στο χώρο της ακτοπλοΐας, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, της απελευθέρωσης των αγορών και της ασύδοτης επιχειρηματικής δράσης, ένα μοντέλο κερδοσκοπικής ακτοπλοΐας που, εξαιτίας ακριβώς του κερδοσκοπικού της χαρακτήρα, δεν μπορεί να είναι κοινωνικά υπεύθυνη.

Οδυνηρές συνέπειες της κερδοσκοπικά οργανωμένης ακτοπλοΐας

Η «απελευθέρωση» της ακτοπλοΐας θεσμοθετήθηκε από το ΠΑΣΟΚ με το Νόμο 2932/2001, στον οποίο ενσωματώθηκαν οι περισσότερες διατάξεις του Κανονισμού 3577/92 της ΕΕ. Έκτοτε η κυβέρνηση της ΝΔ επέφερε μικρές μόνο τροποποιήσεις στο νόμο [π.χ. κατάργησε τη Ρυθμιστική Αρχή Θαλάσσιων Ενδομεταφορών (ΡΑΘΕ)], εξέδωσε όμως σειρά υπουργικών αποφάσεων απελευθέρωσης γραμμών και ναύλων.

Αύξησε επίσης χρόνο με το χρόνο το ύψος των επιδοτήσεων για τις «άγονες γραμμές», κάνοντας το σύστημα ακόμα πιο φαύλο, αδιαφανές και προκλητικά αναποτελεσματικό σε βάρος των κατοίκων και των τοπικών οικονομιών των νησιών… «χαμηλού εμπορικού ενδιαφέροντος». Πρόκειται για σύστημα επιδότησης εταιριών και γερασμένων πλοίων και όχι για σύστημα προγραμματισμένης ενίσχυσης των νησιών και των κατοίκων τους.

Το χρονικό διάστημα των 7 ετών, από το 2001 έως το 2008, είναι επαρκές για να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα της «απελευθέρωσης».

Τα αποτελέσματα και οι συνέπειες εφαρμογής του μοντέλου της κερδοσκοπικής ακτοπλοΐας, είναι σαφώς αρνητικά. Τα ζούμε ήδη. Τα ζουν κυρίως οι νησιώτες και οι νησιώτισσες, τα ζουν οι τουρίστες, τα ζουν οι χρήστες των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, τα ζουν οι εργαζόμενοι στα πλοία ναυτικοί, τα ζουν οι τοπικές οικονομίες των νησιών.

Είναι αξιοσημείωτο και πρέπει να τονιστεί ότι αυτά τα αρνητικά αποτελέσματα ήταν προκαθορισμένα και προβλεπόμενα. Αν κανείς ρίξει μια ματιά στα πρακτικά της Βουλής, στη συζήτηση για την ψήφιση του Ν. 2932/2001 θα δει πόσο εύστοχα και προφητικά τα είχε προβλέψει και περιγράψει ο Ειδικός Αγορητής του ΣΥΝ (τότε), ΣΥΡΙΖΑ (σήμερα), Π. Λαφαζάνης. Τόσο το ΠΑΣΟΚ (κυβέρνηση τότε), όσο και η ΝΔ, με γνώση και επίγνωση επέλεγαν την απελευθέρωση και το κερδοσκοπικό μοντέλο. Ακόμα και σήμερα επιμένουν σε αυτά.

Ενδεικτικά μόνο, κάνουμε τις πιο κάτω συγκεκριμένες επισημάνσεις:

Το μοντέλο των «ελεύθερων αγορών» δεν οδήγησε στον ελεύθερο ανταγωνισμό, αλλά στον αυξανόμενο μονοπωλιακό έλεγχο της ακτοπλοΐας.

Το μοντέλο αυτό, δεν οδήγησε σε μείωση των ναύλων, όπως υπόσχονταν οι εμπνευστές του. Αντίθετα, καταγράφονται συνεχείς και σοβαρές ετήσιες αυξήσεις των τιμών των εισιτηρίων που υπερβαίνουν κατά μέσο όρο το 10%, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν και το 30% ή και το υπερβαίνουν. Αυτό πλήττει τους κατοίκους των νησιών, επιβαρύνει το κόστος των εμπορευμάτων, πλήττει τις νησιωτικές οικονομίες και τον τουρισμό.

Το μοντέλο αυτό δε βελτίωσε την εξυπηρέτηση των νησιών αλλά διόγκωσε τις μεγάλες ανισότητες, ελλείψεις και αυθαιρεσίες. Έχει οδηγήσει ήδη σε ένα καθεστώς διαφορετικών ταχυτήτων.

Γραμμές που, από κερδοσκοπική άποψη, θεωρούνται «φιλέτα», έχουν πράγματι συχνές συνδέσεις, με σύγχρονα πλοία. Όμως αυτή η συχνότητα των συνδέσεων επίσης συχνά καθόλου δεν υπακούει στις ειδικές ανάγκες κάθε νησιού και φυσικά τα εισιτήρια και το κόστος μεταφοράς προσώπων και εμπορευμάτων εκτινάσσεται στα ύψη.

Οι γραμμές όμως που δεν ικανοποιούν το κερδοσκοπικό κριτήριο, υποβαθμίστηκαν ακόμα περισσότερο. Όμως οι ανάγκες των ανθρώπων είναι παντού οι ίδιες.

Πιο δύσκολη βέβαια είναι η κατάσταση το χειμώνα, για όλα τα νησιά, και ιδιαίτερα για τα πιο απομακρυσμένα.

Το μοντέλο αυτό επιδείνωσε επίσης τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων. Σε πολλά πλοία, οι συνθήκες εργασίας είναι απαράδεκτες. Δεν τηρείται ούτε ο αναγκαίος χρόνος για ανάπαυση. Σήμερα μάλιστα η Ένωση Επιχειρήσεων Ακτοπλοΐας πιέζει για κατάργηση της θεσμοθετημένης 10μηνης εργασίας των ναυτικών και παραπέρα απελευθέρωση των εργασιακών σχέσεων (π.χ. μάγειροι και καμαρότοι να μη θεωρούνται ναυτικοί).

Τέλος, αυτό το νεοφιλελεύθερο μοντέλο αυξάνει το δημοσιονομικό κόστος με τις επιδοτήσεις των λεγόμενων άγονων γραμμών που, ωστόσο, δε λύνουν το πρόβλημα. Ήδη για τη νέα περίοδο από 1/11/2008 έως 31/10/2009 οι επιδοτήσεις χωρίς αντίκρισμα για τις «άγονες γραμμές» προβλέπεται να υπερβούν τα 100 εκατ. ευρώ.

Τα προβλήματα αυτά, δεν είναι πρόσκαιρα. Το μοντέλο αυτό, θα παράγει διαρκώς προβλήματα, κενά, ανισότητες, αντιθέσεις.

Γι' αυτό η Κ.Ο. και οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ θεωρούμε πως είναι επιτακτικά αναγκαία η ανατροπή αυτού του συστήματος.

Πέρα από επιμέρους διαρρυθμίσεις και βελτιώσεις, που κι αυτές μας ενδιαφέρουν, προτείνουμε το συνολικό επανασχεδιασμό της πολιτικής, με στόχο ένα νέο μοντέλο ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών. Στο μοντέλο της κερδοσκοπικής ακτοπλοΐας, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαραθέτει ένα μοντέλο δημοκρατικά σχεδιασμένο για μια κοινωνικά υπεύθυνη και οικονομικά βιώσιμη ακτοπλοΐα.

Δέκα θέσεις-προτάσεις για μια κοινωνικά υπεύθυνη και οικονομικά βιώσιμη ακτοπλοΐα

Η πολιτική που προτείνουμε έχει ως αφετηρία της, πρώτο την νησιωτική ιδιαιτερότητα της χώρας μας και δεύτερο την κοινωνική φύση της ανάγκης που καλούνται να ικανοποιήσουν οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες. Οι δύο αυτές ιδιαιτερότητες μας επιβάλλουν να οργανώσουμε τις συνδέσεις των νησιών μεταξύ τους και με την υπόλοιπη χώρα στη βάση μιας αντίληψης που θέτει τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους πάνω από τα κέρδη. Το ζητούμενο συνεπώς είναι η οργάνωση ενός συστήματος παροχής ενός κοινωνικού αγαθού και όχι η παραγωγή ενός εμπορεύματος με σκοπό το κέρδος. Το ζητούμενο είναι όχι μια κερδοσκοπική, αλλά μια κοινωνικά υπεύθυνη, ασφαλής και οικονομικά βιώσιμη ακτοπλοΐα.

Η ακτοπλοΐα αποτελεί το βασικό μέσο ικανοποίησης αυτών των αναγκών αλλά όχι και το μοναδικό. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα παροχής των αναγκαίων υπηρεσιών προϋποθέτει:

α) ισχυρή ακτοπλοΐα με ταχτικές, προγραμματισμένες, γρήγορες και ασφαλείς συνδέσεις,

β) δημόσιου χαρακτήρα εθνικό αερομεταφορέα (Ολυμπιακή) με συνεχή βελτίωση αεροπορικών υπηρεσιών για τα νησιά. Είναι αυτός ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίον αξίζει να επιμείνουμε σταθερά στη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της Ολυμπιακής,

γ) ενθάρρυνση και ενίσχυση της χρησιμοποίησης και άλλων μέσων όπως υδροπλάνα, ελικόπτερα, κλπ για την κάλυψη ειδικών αναγκών.

Όλο αυτό το σύστημα των πολλαπλών και συμπληρωματικών μέσων απαιτεί ένα ενιαίο κέντρο επιτελικής διεύθυνσης, προγραμματισμού εποπτείας και ελέγχου. Προτείνουμε, για το λόγο αυτό, τη δημιουργία ενός τέτοιου φορέα. Ενός ενιαίου φορέα διεύθυνσης, προγραμματισμού, εποπτείας και ελέγχου, της παροχής των συγκοινωνιακών υπηρεσιών στα νησιά. Ο φορέας αυτός θα ενοποιεί το πλήθος των κατακερματισμένων υπηρεσιών που σήμερα ασχολούνται με το αντικείμενο, θα κάνει έγκαιρη διάγνωση των αναγκών και θα εξασφαλίζει την ικανοποίησή τους. Σ' αυτόν τον ενιαίο φορέα, πέραν των διαφόρων υπουργείων και άλλων δημόσιων υπηρεσιών, ουσιαστική πρέπει να είναι η συμμετοχή και ο ρόλος της αυτοδιοίκησης.

Σε ό,τι αφορά την ακτοπλοϊκή πολιτική που προτείνουμε, αυτή δεν είναι μια αυτόνομη ή ανεξάρτητη πολιτική αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την αειφόρο ανάπτυξη των νησιών, την οποία και έχει ως αποστολή να υπηρετεί. Επίσης, η ακτοπλοϊκή πολιτική που προτείνουμε, συνδέεται στενά με την ανάγκη αναζωογόνησης της ναυπηγικής μας βιομηχανίας με στόχο τη ναυπήγηση νέων πλοίων απ' αυτήν. Οι δημοσιονομικοί πόροι που σήμερα διατίθενται για την επιδότηση των λεγόμενων άγονων γραμμών, οι επιχορηγήσεις του αναπτυξιακού νόμου που φτάνουν το 40% μιας επένδυσης και οι δυνατότητες χαμηλότοκου δανεισμού, αποτελούν τρία χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν να στηρίξουν μια τέτοια στρατηγική στη βάση ενός μεσομακροπρόθεσμου σχεδιασμού.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ακτοπλοΐα, προτείνουμε τη δημιουργία ενός δημόσιου φορέα παροχής ακτοπλοϊκών υπηρεσιών. Ο φορέας αυτός θα είναι υπεύθυνος για τη ναυπήγηση ή την αγορά πλοίων. Θα έχει, δηλαδή, στην ιδιοκτησία του ένα στόλο πλοίων διαφόρων μεγεθών. Τα πλοία αυτά, θα διαχειρίζεται ο ίδιος όπως συμβαίνει στη Φινλανδία. Ο φορέας αυτός, όμως, μπορεί να αναθέτει τη διαχείριση κάποιων απ' αυτά τα πλοία με leasing ή με προγραμματικές συμφωνίες στην τοπική αυτοδιοίκηση, όπως συμβαίνει στη Δανία ή και σε άλλους φορείς όπως εταιρίες λαϊκής βάσης νέου τύπου με συμμετοχή και της Αυτοδιοίκησης μετά από επιστημονική αξιολόγηση της αρνητικής και της θετικής εμπειρίας πειραμάτων του παρελθόντος.

Σε κάθε περίπτωση, ο φορέας αυτός, ως πρώτιστο καθήκον και αποστολή του θα έχει την εξασφάλιση της κάλυψης των λεγόμενων άγονων γραμμών, της σύνδεσης των νησιών μεταξύ τους και της ρυθμιστικής του παρέμβασης συνολικά στο σύστημα των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, με στόχο την εύρυθμη λειτουργία του και την πληρέστερη ικανοποίηση των αναγκών.

Η οικονομική λογική της πρότασής μας είναι απλή, σαφής και, κατά τη γνώμη μας, στέρεη. Με την πρότασή μας αυτή, ουσιαστικά κοινωνικοποιούμε το κόστος απόσβεσης και μειώνουμε τα χρηματοοικονομικά κόστη κατασκευής των πλοίων, γεγονός που θα επιτρέψει την παροχή επαρκών και φτηνών υπηρεσιών.

Η ύπαρξη ενός τέτοιου δημόσιου φορέα δεν αποκλείει τη δράση ιδιωτικών εταιριών, όπως και σήμερα συμβαίνει. Όμως, οι ιδιωτικές εταιρίες πρέπει να υπόκεινται σε ένα πλαίσιο κανόνων που να ανταποκρίνονται στον κοινωνικό χαρακτήρα των υπηρεσιών που προσφέρουν και στους κανόνες ασφάλειας που πρέπει να διέπουν τη μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων.

Από χρόνια έχουμε προτείνει και μάλιστα όχι μόνο εμείς τη θεσμοθέτηση Χάρτας με τα δικαιώματα των πολιτών-επιβατών-χρηστών των υπηρεσιών της ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας. Δε μας καλύπτει η λογική μετατροπής των δικαιωμάτων του πολίτη-επιβάτη-χρήστη σε «δικαιώματα του καταναλωτή». Δε διαφωνούμε με την ανάγκη κατοχύρωσης και υπεράσπισης των δικαιωμάτων των καταναλωτών, θεωρούμε όμως ότι αυτή η μονομερής επιλογή υποβαθμίζει το ζήτημα σε ζήτημα αστικών συναλλαγών αρμοδιότητας εμπορικού δικαίου. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Αποτελεί εξέλιξη συμβατή με τη λογική και τους κανόνες της «απελευθέρωσης».

Σύμφωνα με τη δική μας πρόταση η «Χάρτα» θα πρέπει πρωτίστως να καθιστά τους κρατικούς οργανισμούς αρμόδιους, υπεύθυνους και υπόλογους για την κατοχύρωση και εξασφάλιση στην πράξη των δικαιωμάτων των επιβατών της ακτοπλοΐας. Εφόσον θεσμοθετηθεί αυτή η βασική πρόβλεψη, την οποίαν μάλιστα προτείνει και ο «Συνήγορος του Καταναλωτή», απαιτείται στη συνέχεια η σαφής περιγραφή και εξειδίκευση των προστατευομένων δικαιωμάτων και με βάση αυτά η θεσμοθέτηση απλών μηχανισμών και διαδικασιών αποζημίωσης των επιβατών σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων τους.

Πρέπει, επίσης, να εξασφαλισθεί η παροχή ιατρικών υπηρεσιών εντός του πλοίου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους επιβάτες, που μπορεί να τις έχουν ανάγκη. Οι δε παρεχόμενες υπηρεσίες πρέπει να είναι απολύτως προσβάσιμες στα άτομα με αναπηρία με την πρόνοια όλων των αναγκαίων τεχνικών ρυθμίσεων και την ειδική εκπαίδευση των πληρωμάτων των πλοίων ώστε να μπορούν πράγματι να ανταποκρίνονται στην παροχή υπηρεσιών προς αναπήρους. Φυσικά μέσα στο πλαίσιο των εργασιακών καθηκόντων τους.

Για τους παραπάνω και για μερικούς ακόμα ειδικότερους λόγους (εκπτώσεις σε ανάπηρους με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% και όχι άνω του 80%, «χαράτσι» για τις άνω των 50 κιλών χειραποσκευές, υπερβολική αύξηση του αριθμού των ανώτατων αξιωματικών του Λιμενικού σώματος κ.α.), ο ΣΥΡΙΖΑ καταψήφισε προχτές επί της αρχής το Σ/Ν για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιβατών και των μεταφορέων των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, παρά το γεγονός ότι χαιρετίσαμε την για πρώτη φορά θεσμοθέτηση ενός τέτοιου πλαισίου και τη μετά από πολλά χρόνια ελλιπέστατη βέβαια και ανεπαρκή ικανοποίηση αυτού του κοινωνικού αιτήματος.

Ανεξάρτητα από τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται, ο ανθρώπινος παράγοντας είναι ο πιο κρίσιμος για την παροχή επαρκών, ποιοτικών και με ασφάλεια υπηρεσιών. Πρέπει να κατανοηθεί από τους επιβάτες, ότι η ποιότητα και η ασφάλεια της μεταφοράς τους, εξαρτάται σε αποφασιστικό βαθμό από την ασφάλεια και τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων. Πρέπει συνεπώς να διασφαλισθούν με αποτελεσματικό τρόπο οι συνθήκες ασφαλούς εργασίας και η ικανοποιητική αμοιβή των ναυτικών.

Αναπόσπαστο μέρος τόσο της νησιωτικής πολιτικής όσο και της πολιτικής για μια κοινωνικά υπεύθυνη ακτοπλοΐα και προϋπόθεση για την εφαρμογή της τελευταίας είναι ο εκσυγχρονισμός και η ενίσχυση των υποδομών τόσο των λιμενικών όσο και των υποδομών για τη σύνδεση των τελευταίων με τα οδικά και τα λοιπά δίκτυα. Το ΕΣΠΑ πρέπει να αξιοποιηθεί για την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου προγράμματος εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης των υποδομών.

Σημαντική διάσταση της πολιτικής που προτείνουμε αποτελούν οι διεθνείς συνεργασίες και συμμαχίες. Πιστεύουμε ότι οι προτάσεις μας μπορούν να είναι χρήσιμες και προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί για να πετύχεις συμμαχίες και συνεργασίες οφείλεις να κάνεις σαφείς τους στόχους και τις επιδιωκόμενες επιλογές.

Για να στοχεύσουμε σε τέτοιου είδους συνεργασίες οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε το «εσωτερικό μέτωπο».

Οφείλουμε να κάνουμε πράξη τη νέα παράγραφο 4 του άρθρου 101 του πρόσφατα αναθεωρημένου Συντάγματος, την οποία και εμείς ψηφίσαμε, σύμφωνα με την οποία «Ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξη τους».

Οφείλουμε επίσης να συνδέσουμε το ζήτημα της ακτοπλοΐας με την νησιωτική ιδιαιτερότητα στην πράξη και όχι στα λόγια, με την ανάπτυξη δηλαδή των ελληνικών νησιών σύμφωνα με την ιδιαίτερη ταυτότητα και τις ανάγκες κάθε συμπλέγματος νησιών ή και κάθε νησιού χωριστά. Η ανάπτυξη των νησιών δε μπορεί να στηρίζεται στη βαρβαρότητα της υπερδόμησης και της τουριστικής μονοκαλλιέργειας.

Οφείλουμε τέλος, να προωθήσουμε και να διεκδικήσουμε την καθιέρωση της αρχής του «μεταφορικού ισοδύναμου». Ίδιος ναύλος για ίσο μεταφορικό έργο. Ίση μεταχείριση πολιτών ανάμεσα στα νησιά και στην ηπειρωτική χώρα.

Εμείς πιστεύουμε ότι η πολιτική που προτείνουμε για την ακτοπλοΐα μπορεί σε λίγα χρόνια να αναβαθμίσει «άγονες γραμμές» σε γραμμές μεσαίου ή και υψηλού εμπορικού ενδιαφέροντος. Φυσικά απαιτούνται πρόσθετες προτάσεις και εφαρμοσμένες πολιτικές για τη νησιωτική ανάπτυξη, για τη νησιωτική ιδιαιτερότητα, για τη «νησιωτικότητα». Σύντομα θα είμαστε σε θέση να σας ξανακαλέσουμε και για αυτά τα ζητήματα.

Με βάση αυτές τις κατευθύνσεις, οι οποίες μπορούν να εμπλουτιστούν και να συμπληρωθούν, προτείνουμε τη δημιουργία ενός Διεθνούς Ευρωπαϊκού Φόρουμ για κοινωνικά υπεύθυνες και οικολογικά συμβατές ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες. Αυτό το φόρουμ μπορεί να εκπληρώσει δύο σκοπούς. Ο πρώτος είναι η ανταλλαγή εμπειριών και η συνεργασία μεταξύ φορέων ευρωπαϊκών χωρών με ανάλογα προβλήματα, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας και της ασφάλειας των συστημάτων. Ο δεύτερος είναι να λειτουργήσει ως δύναμη πίεσης για την αλλαγή της πολιτικής και των κανονισμών της ΕΕ, την αναγνώριση του κοινωνικού χαρακτήρα των ακτοπλοϊκών υπηρεσιών και τη θεσμοθέτηση αυξημένων ενισχύσεων από τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Γνωρίζουμε τις ανάλογες προσπάθειες Δικτύων των νησιωτικών Δήμων και Κοινοτήτων και των νησιωτικών Επιμελητηρίων. Τις παρακολουθούμε με ενδιαφέρον και ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να συνεργαστούμε δημιουργικά στο μέλλον.

Είναι ρεαλιστική η πρότασή μας;

Οι θέσεις και οι προτάσεις μας, στις γενικές τους γραμμές, συγκροτούν, πιστεύουμε, μια ενιαία και συνεκτική πρόταση όχι μόνο αναγκαία, αλλά και ρεαλιστική. Για να ολοκληρωθεί και να εξειδικευτεί χρειάζεται βέβαια να δημιουργηθούν οι πολιτικοί όροι για την εφαρμογή της και την υλοποίηση της. Έχουμε ανάγκη την υποστήριξη όσων φορέων αυτοδιοικητικών και κοινωνικών συμφωνούν με τις γενικές κατευθύνσεις που προτείνουμε όπως και την υποστήριξη των κατοίκων των νησιών. Έχουμε ανάγκη τέλος την κριτική όλων.

Η πρότασή μας αυτή θεωρούμε ότι λαμβάνει υπόψη της τα αιτήματα και τις προτάσεις των φορέων των νησιών και των θέσεων της ΚΕΔΚΕ. Θεωρούμε ότι ανταποκρίνεται στις ανάγκες των κατοίκων των νησιών και ότι υπηρετεί τις ανάγκες του Τουρισμού και των τοπικών παραγωγών. Επιπρόσθετα είναι ενισχυτική της ναυπηγικής βιομηχανίας. Είναι πολύ βασικό το ότι στηρίζεται στους εργαζόμενους ναυτικούς και στηρίζει τις ανάγκες και τα δικαιώματά τους. Μπορεί, επομένως, να αποτελέσει τη βάση μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας και ενός κοινωνικού κινήματος που είναι όρος για τη διεκδίκηση και την εφαρμογή της.

Το καθεστώς των κανονισμών της ΕΕ αποτελεί έναν αντίπαλο που, όμως, δεν πρέπει να λειτουργεί ως άλλοθι για αδράνεια. Η πολιτική που προτείνουμε, μπορεί να αρχίσει να υλοποιείται παρά αυτό το καθεστώς. Και τούτο γιατί στην ίδια την ΕΕ δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών. Όπως έδειξε η γνωστή μελέτη που έγινε από το Υπουργείο Αιγαίου, επί υπουργίας του κ. Σηφουνάκη, στην ΕΕ υπάρχουν σήμερα 4 μοντέλα:

Το κρατικό. Τα πλοία είναι κρατικά και η διαχείρισή τους γίνεται από το κράτος. Το μοντέλο αυτό ισχύει στη Φινλανδία.

Το κρατικό - αυτοδιοικητικό. Στο μοντέλο αυτό, που ισχύει στη Δανία, τα πλοία ανήκουν στο κράτος και η διαχείρισή τους γίνεται από φορείς της αυτοδιοίκησης.

Το κρατικό - ιδιωτικό. Στο μοντέλο αυτό, που ισχύει στη Βρετανία, τα πλοία ανήκουν στο κράτος και η διαχείρισή τους γίνεται από ιδιώτες, στους οποίους δίνονται με leasing.

Το ελληνικό. Τα πάντα στους ιδιώτες.

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι σε όλες τις χώρες υπάρχει, με τη μία ή την άλλη μορφή, ισχυρή δημόσια παρουσία και παρέμβαση. Μόνο σε μας, με ευθύνη των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, υπό την πίεση των εφοπλιστικών συμφερόντων, έχει διαμορφωθεί μία ακραία νεοφιλελεύθερη άποψη. Αυτά τα συμφέροντα και οι δικές μας κυβερνήσεις ευθύνονται, σε μεγάλο βαθμό, και για τους κανονισμούς της ΕΕ. Είναι λοιπόν στο χέρι μας να τους αλλάξουμε. Η Ελλάδα, η χώρα με τα χιλιάδες νησιά, αντί να πρωτοστατήσει για να κατανοηθεί από τις χώρες της ΕΕ που δεν έχουν θάλασσα ή νησιά, η ιδιαιτερότητα της ελληνικής ακτοπλοΐας και της νησιωτικότητας συνέβαλε στο να εμπεδωθεί η κερδοσκοπική άποψη. Και αντί να πρωτοπορούμε, διεθνώς, στην αντιμετώπιση του προβλήματος της ακτοπλοϊκής σύνδεσης των νησιών, είμαστε πρωταθλητές στην κερδοσκοπική και την ασύδοτη εκμετάλλευση των κατοίκων τους.

.

Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τον Ελληνισμό της διασποράς

.

Το φαινόμενο της μετανάστευσης έχει βαθιές ρίζες, τόσο στην ελληνική ιστορία όσο και στην σύγχρονη κοινωνία μας. Η μετανάστευση χαρακτηρίζεται από διάφορα επίπεδα σύγκρουσης μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων και πολιτιστικών παραδόσεων και εντάσσεται σε διαφορετικά ιστορικά και διαρθρωτικά πλαίσια. Είναι μια σύνθετη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική διαδικασία με αρνητικές συνέπειες για τις χώρες αποστολής αλλά και για τους ίδιους τους μετανάστες.

Σήμερα το 1/3 περίπου του Ελληνισμού (5,5-6 εκατ.) ζει και εργάζεται στο εξωτερικό αντιμετωπίζοντας σημαντικά προβλήματα, οι αιτίες των οποίων βρίσκονται:

Στους όρους πραγματοποίησης της μαζικής μετανάστευσης από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα. Η ανισομερής ανάπτυξη του καπιταλισμού στον Δυτικό κόσμο, οι ιδιαίτερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επιβλήθηκαν στην χώρα μας από τις συντηρητικές κυβερνήσεις και τον ξένο παράγοντα, καθόρισαν και επιδρούν ακόμη στις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των Απόδημων Ελλήνων.

Στις σημερινές διαφορετικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες των χωρών υποδοχής, που προσθέτουν νέα προβλήματα στα ήδη υπάρχοντα. Η οικονομική κρίση, η ανεργία, η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, οι διαρθρωτικές αλλαγές στην κοινωνία οδηγούν σε αναθεώρηση των μεταναστευτικών πολιτικών, ενώ άλλες υιοθετούν συντηρητικότερες επιλογές που πιέζουν τους ξένους εργαζόμενους στο δίλημμα «πλήρης αφομοίωση» ή «άτακτη φυγή». Παράλληλα αναπτύσσονται φαινόμενα νέου ρατσισμού και ξενοφοβίας με επικίνδυνες διαστάσεις ιδιαίτερα στην Δ. Ευρώπη.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις σ' όλα τα μεταπολεμικά χρόνια αντιμετώπισαν τον Απόδημο Ελληνισμό σαν ξένο σώμα στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, χρησιμοποιώντας τα εμβάσματά του και αναφερόμενες σ' αυτόν με αφηρημένενες ελληνοκεντρικές διατυπώσεις στην περίοδο των επετείων και σε περιόδους όξυνσης των εθνικών μας θεμάτων. Οι ελληνικές κυβερνήσεις θέλανε τον Απόδημο Ελληνισμό αποκομμένο, να βλέπει με ουδετερότητα τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Ελλάδα και να ενισχύει οποιαδήποτε επιλογή έθετε η κυβέρνηση της Μητρόπολης.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 η κατάσταση αυτή φάνηκε να αλλάζει. Δημιουργήθηκαν κάποιοι θεσμοί και διατυπώθηκαν προθέσεις για τη συνολική καταγραφή των προβλημάτων και την επεξεργασία λύσεων και προτάσεων για την ενίσχυση, αξιοποίηση, και οργανική σύνδεση των Ελλήνων του Εξωτερικού με την Ελλάδα.

Παρ' όλα αυτά οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δεν ξέφυγαν από το να θεωρούν στην ουσία τους Έλληνες της Διασποράς σαν ξένο σώμα προς την ελληνική κοινωνία. Έτσι, ακόμη και οι επαγγελίες τους δεν απέβλεπαν στην ενίσχυση των δεσμών τους με την ελληνική κοινωνία, οικονομία και πολιτισμό. Η πρακτική τους χαρακτηρίζονταν από έλλειψη συνολικής πολιτικής για τον Απόδημο Ελληνισμό, ανάληψη κατά καιρούς ασύνδετων πρωτοβουλιών που συχνά αλληλοαναιρούνταν, όπως π.χ. οι συνεχείς υπαναχωρήσεις στο πολυσυζητημένο ζήτημα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού και οι εμπαιγμοί στο θέμα των πολιτικών δικαιωμάτων και χρησιμοποίηση των διαφόρων κρατικών φορέων ως οργάνων κομματικής προπαγάνδας και προβολής.

Εθνική πολιτική για τον Ελληνισμό της διασποράς

Μία εθνικών διαστάσεων σύγχρονη και δημοκρατική αντίληψη πρέπει να αναφέρεται στον Απόδημο Ελληνισμό και να τον εντάσσει οργανικά στους μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς δημοκρατικής ανάπτυξης της χώρας μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται τον Απόδημο Ελληνισμό να μετέχει στις ελληνικές εξελίξεις, να διεκδικεί την ένταξη των δικών του προβλημάτων στην ελληνική πολιτική ζωή, να μετατρέπεται σε αυθεντικό εκπρόσωπο της ελληνικής πραγματικότητας και πολιτικής στο εξωτερικό με την συνεργασία και των προξενικών αρχών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει πως μια εθνική πολιτική για τον Ελληνισμό της Διασποράς πρέπει να στοχεύει:

Στην ενίσχυση της παρουσίας του στο εξωτερικό.

Στην θεσμοθέτηση των οργανικών του σχέσεων με την Ελλάδα.

Στην ομαλή επανένταξη των παλιννοστούντων Ελλήνων στην ελληνική κοινωνία.

Αναγκαίος όρος για τον σχεδιασμό και υλοποίηση αυτής της πολιτικής είναι η λειτουργία της ΓΓΑΕ ως του βασικού επιτελικού οργάνου της Πολιτείας.

Στη μέχρι σήμερα εικοσάχρονη πορεία της η ΓΓΑΕ δεν κατόρθωσε να κατοχυρώσει στοιχειώδης συντονιστικές λειτουργίες μεταξύ αυτών των φορέων, καθώς απογυμνωμένη από ουσιαστικές αρμοδιότητες παραγκωνίζεται ή αγνοείται η εκτός των άλλων επισφαλής ύπαρξή της. Η λύση όμως δεν βρίσκεται στην παραπέρα υποβάθμιση της ΓΓΑΕ, αλλά στο να καταστεί η Υπηρεσία αυτή ικανή να αναλάβει τον επιτελικό της ρόλο.

Ενίσχυση της παρουσίας του Ελληνισμού της διασποράς στο εξωτερικό

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί πως ο προσδιορισμός και εφαρμογή στρατηγικών και επιμέρους τακτικών για την ενίσχυση της παρουσίας του Απόδημου Ελληνισμού στο εξωτερικό και για τις δραστηριότητές του, για την ενδυνάμωση της εθνικής, πολιτιστικής και γλωσσικής του ταυτότητας πρέπει:

Να ξεκινούν από την διαπίστωση πως ο πολιτισμός, η παιδεία και εκπαίδευσή του συνδέονται με τους οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εργασία ή απασχόλησή του και αυτοί με την σειρά τους συνδέονται με τα εθνοφυλετικά και ταξικά συστήματα των χωρών υποδοχής.

Να στηρίζονται στην μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, τόσο από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας και της Κύπρου, όσο και από το σύνολο των Αποδήμων Ελλήνων και των μαζικών δημοκρατικών του οργανώσεων.

Ο Απόδημος Ελληνισμός μπορεί να διαφοροποιηθεί σε 6 μεγάλες γεωγραφικές κατηγορίες, οι οποίες παρουσιάζουν παρεμφερή και συγκλείνονται κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά.

1. Απόδημος Ελληνισμός στις χώρες της Δ. Ευρώπης

2. Απόδημος Ελληνισμός στις χώρες της Α. Ευρώπης

3. Απόδημος Ελληνισμός Αφρικής

4. Απόδημος Ελληνισμός Β. Αμερικής και Αυστραλίας

5. Απόδημος Ελληνισμός Λατ. Αμερικής

6. Απόδημος Ελληνισμός Ασίας

Κάθε γεωγραφική κατηγορία έχει τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά της χαρακτηριστικά, τους ιδιαίτερους στόχους της. Η ελληνικά εκπαιδευτική και πολιτιστική πολιτική θα πρέπει να επεμβαίνει τόσο στους παράγοντες που διαμορφώνουν την ταυτότητά του -εμπειρία, πολιτισμός, στόχοι- όσο και στο πολιτικό επίπεδο, κατοχυρώνοντας με διακρατικές συμβάσεις ευνοϊκούς όρους πολιτιστικής ανάπτυξης του Απόδημου Ελληνισμού. Θεωρούμε ότι η μάχη για την διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας του Απόδημου Ελληνισμού δεν θα δοθεί μόνο στους χώρους θεσμοθετημένης αγωγής, αλλά κυρίως σε εξωεκπαιδευτικούς κοινωνικούς και πολιτιστικούς χώρους.

Πολιτική για την οργάνωση των Ελλήνων της διασποράς

Βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της παρουσίας του Απόδημου Ελληνισμού στο εξωτερικό αποτελεί η ενίσχυση της δημοκρατικής οργάνωσης των Απόδημων Ελλήνων. Η εκπαιδευτική και πολιτιστική πολιτική για τον Απόδημο Ελληνισμό δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές, αν δεν στηρίζονται σε μια ισχυρή αυτοοργάνωση. Πολλές έρευνες έχουν αποδείξει πως η ελληνική γλώσσα και πολιτισμός υποχωρούν σταδιακά στο ενδοοικογενειακό περιβάλλον, ενώ η διείσδυση της γλώσσας της χώρας υποδοχής στο ενδοεθνικό περιβάλλον συναντά σοβαρές αντιστάσεις.

Από το σύνολο των ομογενειακών οργανώσεων, οι Κοινότητες αποτελούν τις μόνες οργανώσεις οι οποίες συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις συσπείρωσης όλων των Ελλήνων και μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα και σαν τόποι συλλογικής πολιτιστικής άμυνας και δημιουργίας.

Η ίδια η Κοινότητα παρουσιάζει διαφοροποιημένα μοντέλα οργάνωσης και στοχοθεσίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί πως οι ελληνικές κοινότητες, όπως και οι ομοσπονδίες τους στο εξωτερικό, πρέπει να είναι αυτόνομες από κυβερνητικές, εκκλησιαστικές και κομματικές εξαρτήσεις, για να μπορεί κάθε μια να αποτελέσει τον τόπο δημιουργίας και έκφρασης της ποικιλίας των ενδιαφερόντων, δραστηριοτήτων και ικανοτήτων των μελών της, αλλά και όλων των Ελλήνων της περιοχής. Ταυτόχρονα μπορούν να αποτελούν αυτόνομα κέντρα διατήρησης και προβολής στην περιοχή τους της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού και των εθνικών μας θεμάτων. Η ελληνική πολιτεία οφείλει να υποστηρίξει τις δημοκρατικές οργανώσεις των Ελλήνων του εξωτερικού με συγκεκριμένη πολιτική της οποίας τα βασικότερα στοιχεία είναι:

Κατοχύρωση της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής για την λειτουργία των Κοινοτήτων. Η ελληνική πολιτεία θα πρέπει να συμβάλει (παράλληλα με τις προσπάθειες των Κοινοτήτων) στην απόκτηση αυτής της υποδομής, η οποία θα υπάρχει για όλους τους Έλληνες της περιοχής και για τις υπόλοιπες δημοκρατικές οργανώσεις, θα μπορούν δηλ. να χρησιμοποιούν την υλικοτεχνική υποδομή της κοινότητας και οι άλλες οργανώσεις της περιοχής. Είναι προφανή τα οφέλη αυτής της τακτικής τόσο από την άποψη της εξοικονόμησης πόρων, όσο και από την άποψη της διεύρυνσης των δυνατοτήτων όλων των Ελλήνων για την ανάπτυξη της συλλογικής και ατομικής πολιτιστικής δημιουργίας.

Ενίσχυση της διακοινοτικής οργάνωσης των Απόδημων Ελλήνων για την συσπείρωση τους σε ανώτερα όργανα.

Παράλληλα με τις ελληνικές Κοινότητες στο εξωτερικό υπάρχουν και άλλες οργανώσεις των Απόδημων Ελλήνων. Απ' αυτές τις οργανώσεις ξεχωρίζουν για την σημαντικότητα τους:

Οι εθνικοτοπικές οργανώσεις

Οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί πως οι εθνικοτοπικές οργανώσεις, λόγω του προσανατολισμού τους σε συγκεκριμένη ελλαδική περιοχή και τις ισχυρότατες αντιστάσεις που προβάλλουν στις προπολιτισμικές διαδικασίες των χωρών υποδοχής, μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση των δεσμών των μελών τους με την ιδιαίτερη πατρίδα καταγωγής τους. Παράλληλα όμως μπορούν να αποτελέσουν βασικό στήριγμα για την επιτυχία μιας πολιτικής προγραμματισμένης παλιννόστησης σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη των ιδιαίτερων πατρίδων καταγωγής των Απόδημων Ελλήνων.

Οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων μπορούν να συμβάλλουν στην προώθηση μιας εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής για τον Απόδημο Ελληνισμό. Η συνεργασία τους με την ελληνική πολιτεία και τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν στα σχολεία του εξωτερικού την ελληνική γλώσσα και πολιτισμό, θα καθιστούσε δυνατή την επίλυση πολλών προβλημάτων σχετικών με την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό.

Εκπαιδευτική πολιτική

Ένα από τα πλέον σημαντικά προβλήματα των Απόδημων Ελλήνων είναι το πρόβλημα της εκπαίδευσης των παιδιών τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας επίγνωση της τεράστιας σημασίας που έχει για όλο τον Ελληνισμό η εκπαίδευση των Ελληνόπουλων του εξωτερικού, θεωρεί πως είναι απαραίτητη μια σταθερή πολιτική εκπαίδευσης των παιδιών των Ελλήνων του εξωτερικού που να προσαρμόζεται με ευελιξία στις εκπαιδευτικές συνθήκες κάθε χώρας.

Στα Ελληνόπουλα του εξωτερικού πρέπει να παρέχεται μια δημόσια παιδεία που θα εξασφαλίζει την ελληνικότητά τους, θα εμποδίζει την αναγκαστική αφομοίωσή τους στις κοινωνίες που ζουν και θα διασφαλίζει ταυτόχρονα ίσες δυνατότητες με τους νέους των χωρών στις οποίες ζουν, αλλά και την ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία σε περίπτωση που παλιννοστήσουν.

Είναι σημαντικό να εξασφαλιστούν σε όλα τα παιδιά των Ελλήνων η γνωστική τους ανάπτυξη, ο σεβασμός και η κατανόηση όχι μόνον μεταξύ των πολιτισμών, αλλά και μεταξύ των τρόπων έκφρασης στην γνώση σε μια προσπάθεια καθορισμού και ανάπτυξης της διαπολιτισμικής παιδείας.

Η καλύτερη λύση σε αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται στην ένταξη στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας υποδοχής. Γύρω από έναν κοινό κορμό βασικής δημόσιας εκπαίδευσης πρέπει να αναπτύσσονται σειρές μαθημάτων βασισμένων στον πολιτισμό και την αναγνώριση της πολιτιστικής διαφοράς.

Αυτή η λύση προσαρμόζεται με ευελιξία στις ιδιαίτερες εκπαιδευτικές συνθήκες των χωρών υποδοχής.

Η εκπαιδευτική πολιτική είναι απαραίτητο να συνδυαστεί από τώρα με μία σειρά μέτρων που θα προσαρμόζουν στις ιδιαίτερες εκπαιδευτικές και πολιτισμικές συνθήκες των Ελληνόπουλων του εξωτερικού και αυτών που παλιννοστούν, το εκπαιδευτικό προσωπικό, τα μορφωτικά περιεχόμενα και τις μεθόδους διδασκαλίας.

Θεωρούμε ότι σημαντική συμβολή στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση του Ελληνισμού της Διασποράς έχουν οι διακρατικές συμφωνίες με τις χώρες υποδοχής.

Ιδιαίτερη μέριμνα θα πρέπει να δοθεί στην εκπαίδευση των μαθητών που παλιννοστούν. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος είναι εντελώς ανεπαρκή. Τα σχολεία Αποδήμων με την σχεδόν ανύπαρκτη υποδομή, το ακατάλληλο διδακτικό υλικό και ανειδίκευτο αρκετές φορές διδακτικό προσωπικό για την διδασκαλία σε παλιννοστούντα παιδιά λειτουργούν απωθητικά για το σύνολο σχεδόν των μαθητών, οι δε τάξεις και τμήματα υποδοχής ανεπαρκέστατες να καλύψουν τις ειδικές ανάγκες των μαθητών αυτών.

Πολιτιστική πολιτική

Η ελληνική πολιτιστική πολιτική για τον Απόδημο Ελληνισμό οφείλει να έχει δύο βασικούς και αλληλεξαρτώμενους στόχους:

Ο πρώτος αναφέρεται στην εξάλειψη των πολιτιστικών δυσλειτουργιών που οδηγούν:

i) είτε στην υιοθέτηση από τους Έλληνες μετανάστες προτύπων περιθωριακής συμπεριφοράς και στην δημιουργία κλειστών μειονοτικών πολιτιστικών ομάδων,

ii) Είτε στην πολιτιστική αφομοίωσή τους από την κυρίαρχη πολιτιστική ομάδα, σαν αποτέλεσμα μιας προσπάθειας απόρριψης της πολιτιστικής αποξένωσης και την πρόσκτηση των κυρίαρχων πολιτιστικών στοιχείων και συμπεριφορών.

Ο δεύτερος αναφέρεται στην δημιουργία των όρων πολιτιστικής επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης του Απόδημου Ελληνισμού με τον Ελλαδικό Ελληνισμό.

Η εξάλειψη των πολιτιστικών δυσλειτουργιών σημαίνει ουσιαστικά αναγνώριση της ισοτιμίας του πολιτισμού των Ελλήνων μεταναστών με τον κυρίαρχο πολιτισμό και αναγνώριση των πολιτιστικών διαφορών ως στοιχείο ενός πολιτιστικού συστήματος αμοιβαίας υποστήριξης. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συνέβαλε αποφασιστικά η προώθηση της διαπολιτισμικής παιδείας, οι πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών υποδοχής Ελλήνων μεταναστών και η ανάδειξη συγκεκριμένης πολιτικής υποστήριξης της λειτουργίας των Εδρών Ελληνικών Σπουδών.

Βασικό επίσης στοιχείο θα αποτελούσε η ίδρυση ιδρύματος για την καλλιέργεια της νεοελληνικής γλώσσας στην αλλοδαπή. Η διεθνής εμπειρία σε αυτό το θέμα θα ήταν πολύτιμη για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας τέτοιας προσπάθειας. Το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού πρέπει να διερευνήσει τις δυνατότητες σ' αυτήν την κατεύθυνση.

Απαραίτητη επίσης θεωρεί ο ΣΥΡΙΖΑ την ενίσχυση της ελληνόγλωσσης λογοτεχνίας στις χώρες υποδοχής. Η ενίσχυση αυτή μπορεί να πάρει τον χαρακτήρα ηθικής ή και υλικής επιβράβευσης των καλύτερων έργων των Ελλήνων της Διασποράς και την προώθηση των έργων αυτών στην ελληνική αγορά ή και την τακτική έκδοση και κυκλοφορία σ' όλον τον Ελληνισμό ανθολογίας λογοτεχνίας των Ελλήνων της Διασποράς.

Θεσμοθέτηση των οργανικών σχέσεων του Ελληνισμού της διασποράς με την Ελλάδα - το δικαίωμα της ψήφου και η πρότασή μας

Ο ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζει τον Απόδημο Ελληνισμό σαν αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνισμού. Οποιαδήποτε όμως αναγνώριση παραμένει χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο αν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένους θεσμούς που θα κατοχυρώνουν και θα καθιστούν ενεργές τις σχέσεις αυτές του Απόδημου Ελληνισμού με την Ελλάδα. Βασικές προϋποθέσεις σ' αυτήν την κατεύθυνση θεωρούμε πως είναι:

Η ολόπλευρη στήριξη της λειτουργίας του ΣΑΕ ειδικότερα μετά και τον διεκδικητικό ρόλο που τελευταία απέκτησε για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που συναντούν οι Έλληνες της Διασποράς στις χώρες υποδοχής και στην Ελλάδα .

Κατοχύρωση των Πολιτικών Δικαιωμάτων των Ελλήνων Μεταναστών. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί πως η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων μεταναστών αποτελεί συνταγματική επιταγή

Ο ΣΥΡΙΖΑ από θέση αρχής ήταν είναι και θα είναι υπέρ στο να δοθεί το δικαίωμα της ψήφου στους Έλληνες τις διασποράς που το επιθυμούν αλλά με ορισμένες προϋποθέσεις ώστε να εξασφαλισθεί:

Το αδιάβλητο της ψήφου.

Η ισότιμη παρουσίαση όλων των κομμάτων που θα διεκδικήσουν την ψήφο των Ελλήνων της Διασποράς.

Βασικά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να σταθούμε επί της αρχής αρνητικοί στο αναφαίρετο δικαίωμα του ελληνισμού της διασποράς να συμμετέχει στις εθνικές εκλογές της πατρίδας του.

Για λόγους πολιτικής κομματικής φοβίας δεν θα μπούμε σε λογικές πλήρους άρνησης, ούτε μπορούμε να μπούμε σε λογικές που θα στοχεύουν στο μικροκομματικό εκλογικό όφελος.

Αντίθετα μπορούμε και έχουμε διαμορφώσει μια πρόταση που μπορεί να εντάξει στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα τον ελληνισμό της διασποράς και με την ψήφο του χωρίς να ανατρέπει δραματικά την θέληση του ελληνισμού της ελληνικής επικράτειας. Στην βάση αυτή προτείνουμε:

Ξεχωριστή εκλογική περιφέρεια

Προτείνουμε ένα μοντέλο που θα διασφαλίζει αφενός την ουσιαστική εκπροσώπηση των αποδήμων στην Ελληνική Βουλή και αφετέρου θα εκφράζει διάφανα την πολιτική τους βούληση.

Για το λόγο αυτό θα πρέπει να δημιουργηθεί ξεχωριστή εκλογική περιφέρεια αποκλειστικά για τους απόδημους Έλληνες .

Στις βουλευτικές εκλογές να εκλέγετε συγκεκριμένος αριθμός βουλευτών ( 6-10) από την λεγόμενη «εκλογική περιφέρεια εξωτερικού». Η εκλογική περιφέρεια Εξωτερικού να είναι χωρισμένη σε τρεις εκλογικές ζώνες (διαμερίσματα) α) Ευρώπη, β) Βόρειος και Νότιος Αμερική, γ) Αφρική, Ασία, και Ωκεανία. Οι απόδημοι Έλληνες θα ψηφίζουν αποκλειστικά σε αυτή και θα εκλέγουν με την ψήφο τους ένα συγκεκριμένο αριθμό «αποδήμων» βουλευτών στην Ελληνική Βουλή. Ο συνολικός αριθμός των «αποδήμων» βουλευτών καθώς και η κατανομή τους ανά περιφέρεια (Ευρώπη - Β. Αμερική - Ν. Αμερική, Αφρική, Ασία - Αυστραλία) θα πρέπει να καθοριστεί λαμβάνοντας αναλογικά υπ' όψη τον αριθμό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους Αποδήμων.

Για κάθε εκλογική ζώνη σχηματίζεται μια λίστα υποψηφίων. Οι ψηφοφόροι εκλέγουν τους υποψηφίους από την λίστα της εκλογικής ζώνης στην οποία κατοικούν. Σε κάθε ζώνη εκλέγεται ένας βουλευτής, οι υπόλοιπες έδρες κατανέμονται ανάλογα με τον αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της κάθε εκλογικής ζώνης.

Να εκλέγονται βουλευτές Απόδημου Ελληνισμού σε αυτή την ξεχωριστή εκλογική περιφέρεια . Οι βουλευτές αυτοί θα προέρχονται από τους Απόδημους που θα γνωρίζουν τα προβλήματα και τις ανάγκες του ελληνισμού της διασποράς και θα είναι υποψήφιοι των κομμάτων που θα συμμετέχουν στις εθνικές εκλογές. Οι υποψήφιοι στη λίστα κάθε εκλογικής ζώνης πρέπει να είναι κάτοικοι και εκλογείς αυτής της ζώνης. Αυτή η επιλογή θα αυξήσει το ενδιαφέρον των αποδήμων για την πατρίδα και την εκλογή των «δικών» τους βουλευτών.

Ως προς την διαδικασία ο καταλληλότερος τρόπος είναι αυτός της επιστολικής ψήφου γιατί δίνει την δυνατότητα εύκολα σε όλους να ψηφίσουν εφόσον είναι ελληνικής καταγωγής, είναι εγγεγραμμένοι στα ελληνικά δημοτολόγια και ελληνικούς εκλογικούς καταλόγους και έχουν γραφεί με αίτηση τους σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους χωρίς να αποκλείουμε και το σύνθετο δηλαδή επιστολική και κάλπη σε προκαθορισμένους χώρους από τις ελληνικές πρεσβείες.

Να υπάρχει ενιαίο ψηφοδέλτιο σε κάθε ζώνη όπου θα υπάρχουν οι συνδυασμοί όλων των κομμάτων που θα διεκδικούν την ψήφο του ελληνικού λαού. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί ο τεράστιος όγκος ψηφοδελτίων.

Οι ελληνικές προξενικές αρχές (στην περίπτωση της επιστολικής ψήφου) θα πρέπει 20 ημέρες πριν τις εθνικές εκλογές να αποστείλουν το ψηφοδέλτιο με τον ειδικό φάκελο στον κάθε Έλληνα απόδημο που έχει το δικαίωμα ψήφου. Ο φάκελος με την ψήφο σφραγισμένος επιστρέφει στα προξενεία τα οποία με την σειρά τους προωθούν τους φακέλους στο υπουργείο εσωτερικών ώστε η καταμέτρηση τους να γίνει ταυτόχρονα με τα άλλα εκλογικά τμήματα στην Ελλάδα. Τα προξενεία θα έχουν όλη την ευθύνη για την μυστικότητα και το αδιάβλητο της επιστολικής ψήφου.

Οι ελληνικές πρεσβείες στο εξωτερικό θα πρέπει να προβούν σε συμφωνίες με τις χώρες υποδοχής ώστε να εξασφαλισθεί η προεκλογική παρουσίαση των θέσεων όλων των πολιτικών ελληνικών κομμάτων χωρίς καμιά εξαίρεση.

Από τις κυβερνήσεις των χωρών αυτών θα πρέπει απαραιτήτως να εξασφαλίζεται η εγγύηση ότι η ψήφος των Ελλήνων υπηκόων θα είναι ελεύθερη και μυστική και ότι για τον ψηφοφόρο δεν θα προκύψει κανένα μειονέκτημα τόσο στην εργασία του όσο και στα δικαιώματά του. Έλληνες που διαμένουν σε χώρες με τις οποίες δεν είναι δυνατόν να συναφθούν τέτοιου είδους συμφωνίες, δεν έχουν τη δυνατότητα της ψήφου, και μόνον στην Ελλάδα θα μπορούν να ψηφίσουν.

Παράλληλα στο δορυφορικό πρόγραμμα της ΕΡΤ όπως και στα άλλα ιδιωτικά ΜΜΕ που εκπέμπουν και δορυφορικά να δοθεί χρόνος σε όλα τα πολιτικά κόμματα για να αναπτύξουν τα προγραμματά τους ειδικά στα ζητήματα που αφορούν τους Έλληνες της διασποράς

Τέλος ο κάθε Έλληνας κάτοικος εξωτερικού, μπορεί να έχει την δυνατότητα να επιλέξει την ψήφο του στο εξωτερικό ή την άσκηση του εκλογικού του δικαιώματος στην Ελλάδα. Πάντως έναν μήνα πριν τις εκλογές ο κάθε απόδημος θα πρέπει να δηλώσει που επιθυμεί να ψηφίσει, στην χώρα διαμονής του ή στην Ελλάδα.

Ομαλή ένταξη των παλιννοστούντων Ελλήνων στην ελληνική κοινωνία

Πολιτιστική επανένταξη

Ένας σημαντικός αριθμός των Αποδήμων Ελλήνων επιστρέφει κάθε χρόνο στην Ελλάδα, αντιμετωπίζοντας νέα προβλήματα κατά την ένταξή του στην ελληνική κοινωνία. Για το σύνολο των παλινοστούντων Ελλήνων βασικό πρόβλημα αποτελεί η πολιτιστική επανένταξη. Σ' αυτήν την κατεύθυνση τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτα και η προβολή στους Έλληνες του εξωτερικού μιας ωραιοποιημένης εικόνας της ελληνικής κοινωνίας δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα και απογοητεύσεις.

Η διαφοροποιημένη πολιτιστική ταυτότητα των παλινοστούντων απαιτεί ειδική αντιμετώπιση, καθώς ο βαθμός πολιτιστικής διαφοροποίησης εξαρτάται από την διάρκεια παραμονής τους στο εξωτερικό και τον βαθμό ένταξής τους στην ξένη κοινωνία, από την εθελοντική ή αναγκαστική παλιννόστηση και από το επίπεδο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας υποδοχής.

Πολλοί από τους παλιννοστούντες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα γλωσσικής επικοινωνίας, με αρνητικές συνέπειες στην διαδικασία προσαρμογής τους στην ελληνική κοινωνία. Από την μέχρι τώρα ασκηθείσα ελληνική πολιτική, φαίνεται να κυριαρχεί η αντίληψη της απάλειψης των πολιτισμικών διαφορών των παλιννοστούντων στην διαδικασία επανένταξής τους στην ελληνική κοινωνία. Αυτή η αντίληψη είναι λάθος καθώς θέτει τον παλιννοστούντα στην θέση του μετανάστη στην ίδια του την πατρίδα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν πως οι πολιτιστικές διαφορές των παλιννοστούντων πρέπει να αντιμετωπίζονται ως στοιχεία που εμπλουτίζουν και διευρύνουν την ελληνική πολιτιστική πραγματικότητα, προσδίδοντας στον παλιννοστούντα ενεργητικό ρόλο στην διαμόρφωση της ελληνικής πραγματικότητας.

Σ' αυτήν την κατεύθυνση ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί αναγκαία:

τη δημιουργία των προϋποθέσεων πολιτιστικής ενεργοποίησης των παλννοστούντων

τη δημιουργία κέντρων επικοινωνίας και επιμόρφωσης των παλιννοστούντων και ιδιαίτερα αυτών που αντιμετωπίζουν προβλήματα γλωσσικής και πολιτιστικής επικοινωνίας

Οικονομική επανένταξη

Σημαντικά προβλήματα αντιμετωπίζει ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός των παλιννοστούντων κατά την ένταξή του στην οικονομική ζωή της χώρας. Τα διάφορα μέτρα-κίνητρα που έχουν μέχρι σήμερα θεσπιστεί, αποβλέπουν στην θεραπεία των άμεσων δυσκολιών, χωρίς μακρόχρονες προοπτικές. Ένα σημαντικό τμήμα των παλιννοστούντων συναντά σημαντικά εμπόδια στην επαγγελματική τους αποκατάσταση, είτε λόγω έλλειψης ή χαμηλής επαγγελματικής ειδίκευσης, είτε διότι οι αποκτηθείσες στο εξωτερικό ειδικεύσεις και δεξιότητες δεν βρίσκουν ζήτηση στην ελληνική αγορά εργασίας, είτε , τέλος, διότι η άγνοια των δυνατοτήτων αλλά και διαδικασιών παραγωγικής επένδυσης οδηγεί στο εξανέμισμα των οικονομιών τους.

Αρκετοί ,τέλος, αντιμετωπίζουν προβλήματα κοινωνικής ασφάλισης και μεταφοράς των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στην Ελλάδα.

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων οικονομικής επανένταξης των παλιννοστούντων, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί αναγκαία:

την ανάπτυξη ενός δικτύου ενημέρωσης για τις πραγματικές δυνατότητες επανένταξης των παλιννοστούντων στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Ελλάδας. Μέσα από αυτήν την ενημέρωση θα παρέχεται η πραγματική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας κι αυτό θα αποτελεί την προπαρασκευή για την παλιννόστηση.

την ανάπτυξη ενός προγράμματος επέκτασης της ανάπτυξης της ελληνικής περιφέρειας, που θα δίνει την δυνατότητα προγραμματισμού της παλιννόστησης και θα προσαρμόζει τις ιδιαίτερες ανάγκες των παλιννοστούντων ή προς παλιννόστηση Ελλήνων στις απαιτήσεις αυτής της ανάπτυξης.

.

Θέσεις για τον συμμετοχικό προϋπολογισμό των πολιτών

.

Ένας χώρος συμμετοχής και δημοκρατίας

Η Αριστερά, με την παρέμβασή της στα διάφορα επίπεδα της οργανωμένης κοινωνίας, επιδιώκει να διευρύνει την απήχηση των ιδεών της αλλά και να προτείνει νέους τρόπους οργάνωσης της κοινωνίας, οι οποίοι να υπηρετούν τα οράματά της. Προτείνοντας αλλά και θέτοντας σε εφαρμογή νέους θεσμούς που αμφισβητούν έμπρακτα την κυρίαρχη λογική της εμπορευματοποίησης, της επαγγελματικής πολιτικής και του μειωμένου συλλογικού ελέγχου πάνω στον κοινό πλούτο, η Αριστερά μπορεί όχι μόνο να δημιουργήσει χρήσιμα και ενδιαφέροντα «πολιτικά εργαστήρια» αλλά και να τροφοδοτήσει δυναμικές κοινωνικές διεργασίες που συμβάλλουν στην αλλαγή των συνειδήσεων.

Ένα τέτοιο εργαστήριο μπορεί να είναι ο Προϋπολογισμός των Πολιτών ή Συμμετοχικός Προϋπολογισμός, όπως ονομάζεται διεθνώς. Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία οι κάτοικοι ενός δήμου αποφασίζουν οι ίδιοι, μέσα από λαϊκές συνελεύσεις, για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διατεθεί ένα μέρος του δημοτικού προϋπολογισμού. Η ιδέα αυτή πρωτοεφαρμόστηκε πριν από 20 χρόνια στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας και έκτοτε έχει υιοθετηθεί από χιλιάδες μικρές και μεγάλες πόλεις σε όλο τον κόσμο.

Βέβαια, σε μια εποχή που η «συμμετοχική δημοκρατία» και εν γένει η «συμμετοχή των πολιτών» αποτελεί την καραμέλα του συστήματος και των εκφραστών του, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας ενός «Προϋπολογισμού των Πολιτών» να μην εκφυλιστεί απλώς σε μια άνευρη διαβούλευση, χωρίς δυνατότητες να αμφισβητήσει το κυρίαρχο μοντέλο πολιτικής και τις επιλογές του.

Το εγχείρημα, αν και δύσκολο, είναι απολύτως εφικτό και ταυτόχρονα, αν επενδυθεί εξαρχής με ριζοσπαστικούς στόχους, μπορεί να καλλιεργήσει και στο εσωτερικό της Αριστεράς μια νέα, πιο συλλογική κουλτούρα. Συγκεκριμένα, ένας «Προϋπολογισμός των Πολιτών» (και λίγο πολύ κάθε δομή ενίσχυσης της συμμετοχής των πολιτών) θα πρέπει να προωθεί τους ακόλουθους στόχους:

Να εντάσσεται στη γενική στρατηγική της Αριστεράς για κοινωνικό μετασχηματισμό και όχι για παγίωση του σημερινού στάτους κβο. Με άλλα λόγια, να συμβάλλει στην οικοδόμηση αντιστάσεων ενάντια στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο, που πιέζει για συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και για εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής.

Να μεταφέρει πραγματικά και όχι προσχηματικά τον έλεγχο ενός μέρους των πόρων του δήμου προς τους πολίτες.

Να ενισχύει το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και να τους ενθαρρύνει να συμμετέχουν σε συλλογικότητες κάθε είδους που θα παρεμβαίνουν δυναμικά στον κοινωνικό τους χώρο.

Να καλλιεργεί στον δημοτικό μηχανισμό μια κουλτούρα διαβούλευσης με τους πολίτες και πληροφόρησής τους, όχι μόνο για τα θέματα που εντάσσονται στον Προϋπολογισμό των Πολιτών, αλλά για όλα τα σημαντικά ζητήματα του δήμου.

Να καλλιεργεί στις δημοτικές κινήσεις της Αριστεράς και στα αυτοδιοικητικά στελέχη της μια κουλτούρα συλλογικής λειτουργίας, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της αντίληψης ότι οι αιρετοί αποτελούν μια ομάδα «ειδικών» που θα πρέπει να καθορίζει την πολιτική της Αριστεράς στην τοπική αυτοδιοίκηση ερήμην των αριστερών πολιτών της περιοχής και έξω από συλλογικές διαδικασίες.

Να είναι πιο ριζοσπαστικός από τη «συμμετοχική πολιτική» που προωθούν διεθνείς οργανισμοί στους οποίους ηγεμονεύει η κυρίαρχη ιδεολογία (π.χ. ΕΕ, ατζέντα 21 κλπ.), επιδιώκοντας να μην ενσωματωθεί στα περιορισμένα όρια που αυτοί θέτουν, αλλά να αποτελέσει ένα εναλλακτικό και πιο ουσιαστικό μοντέλο συμμετοχής των πολιτών και συλλογικής δράσης, το οποίο θα ενθαρρύνει την ανάπτυξη κοινωνικών αντιστάσεων και την αντιπαράθεση και ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική.

Είναι φανερό ότι ο Προϋπολογισμός των Πολιτών αποτελεί ένα πολύ πιο σύνθετο εγχείρημα από τη δημιουργία «απλώς» μιας διαδικασίας διαβούλευσης ή δημοψηφίσματος. Πιστεύουμε ότι μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο μέσο για το μπόλιασμα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με πιο ριζοσπαστικές προσεγγίσεις, ότι μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση από την Αριστερά μιας πρότασης «απο-γραφειοκρατικοποίησης» της τοπικής πολιτικής και, γιατί όχι, να αποτελέσει ένα απτό παράδειγμα για τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η Αριστερά οραματίζεται τη διαχείριση της εξουσίας.

.

.

Ασφαλείς συνθήκες εργασίας

.

Τα τελευταία χρόνια τα εργατικά ατυχήματα (αρκετά θανατηφόρα) έφεραν στην επικαιρότητα με τραγικό τρόπο το ζήτημα της εφαρμογής της νομοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια στους χώρους εργασίας.

Συγχρόνως οι προσπάθειες του διευθυντηρίου της ΕΕ και κυρίαρχων κύκλων για ανατροπή της ισχύουσας νομοθεσίας και επανεξέταση της οδηγίας 93/104/EC για την διαχείριση του χρόνου εργασίας, που είχε θεσπιστεί στη λογική μείωσης της ανεργίας, εκτός του ότι θα δημιουργήσουν δυσμενέστερο εργασιακό περιβάλλον θα ανατρέψουν τα μέχρι σήμερα δεδομένα στο επίπεδο της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία.

Οι εν λόγω ρυθμίσεις, θα καταργήσουν το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων οδηγιών, που ενσωματώθηκαν στο εθνικό δίκαιο της χώρας μας με τα ΠΔ 88/99 και 76/2005.

Εφαρμόζοντας αυτά τα μέτρα, αγνοούνται επιδεικτικά τα επιστημονικά δεδομένα της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, με βάση τα οποία η μέτρηση των βλαπτικών παραγόντων στην υγεία των εργαζομένων και η έκθεση τους σε οριακές τιμές έγινε με βάση το 8ωρο ή τις 40 ώρες απασχόλησης εβδομαδιαίως.

Αυτή η πρόθεση, αν υλοποιηθεί, θα εξαλείψει την αντίφαση που υπήρχε μέχρι σήμερα μεταξύ της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία και της νομοθεσίας για το εργασιακό καθεστώς. Έτσι θα έχουμε προσαρμογή της νομοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία στα πλαίσια των αποφάσεων της Λισσαβώνας και των αποφάσεων για την ευασφάλεια.

Ήδη στη χώρα μας από το 2003, με τον νόμο 3144, έχει ανατραπεί το 8ωρο και έχουν μπει οι βάσεις για τον αποχαρακτηρισμό των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, πριν καν το κράτος δημιουργήσει στοιχειώδεις υποδομές για τη υγεία, υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων.

Η χώρα μας, 25 χρόνια μετά τη ψήφιση του ν.1568/85, βρίσκεται με ένα πλούσιο νομοθετικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων χωρίς επί της ουσίας αυτό να έχει υλοποιηθεί από την πολιτεία.

Η εφαρμογή και η υλοποίηση αυτού του νομοθετικού πλαισίου καθυστερεί σε όλους του τομείς απασχόλησης.

Μάλιστα στο δημόσιο τομέα, που θα έπρεπε να είναι και ο κατεξοχήν αρμόδιος φορέας για τη καλή πρακτική εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας η υστέρηση είναι τραγική.

Η ύπαρξη δομών για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, η ουσιαστική στελέχωση και λειτουργία τους διασφαλίζει τον εργαζόμενο/η από βλαπτικές συνέπειες της επικίνδυνης εργασίας κατά το δυνατόν, προλαμβάνει το εργατικό ατύχημα και την επαγγελματική ασθένεια.

Δυστυχώς επί σειρά ετών οι κυβερνήσεις έδωσαν προτεραιότητα στην δημιουργία και ανάπτυξη Εξωτερικών Υπηρεσιών Προστασίας Πρόληψης (ΕΞΥΠΠ) και όχι στη δημιουργία δομών Εσωτερικών Υπηρεσιών Προστασίας Πρόληψης (ΕΣΥΠΠ), όπως από τη νομοθεσία επιβάλλεται.

Δεν προχώρησε η δημιουργία θέσεων ΔΕΠ Ιατρικής της Εργασίας στις Ιατρικές Σχολές της χώρας και με ύπαρξη κατάλληλου περιεχομένου σπουδών για τους μελλοντικούς γιατρούς εργασίας, ούτε η λειτουργία τμημάτων Ιατρικής της Εργασίας σε μεγάλα δημόσια νοσοκομεία.

Σήμερα είναι ελάχιστοι οι εξειδικευμένοι γιατροί εργασίας σε σχέση με τις ανάγκες για την κάλυψη του συνόλου των εργαζομένων.

Όπως και η απουσία από το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας και τα Κέντρα Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου εξειδικευμένων Γιατρών Εργασίας και Τεχνικών Ασφαλείας.

Πρόσφατα, μάλιστα, ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Απασχόλησης ρύθμιση που επεκτείνει για ακόμα δύο χρόνια τις μεταβατικές διατάξεις για όσους γιατρούς κάθε ειδικότητας ή άνευ ειδικότητας, ασκούν χρέη γιατρού εργασίας.

Το Υπουργείο Υγείας, η υπεύθυνη αρχή γα τους χώρους υγείας-πρόνοιας, και όχι μόνο, παρά τη ψήφιση σχετικών νόμων, κωφεύει προκλητικά στη στελέχωση του τμήματος ιατρικής της εργασίας στη διεύθυνση Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου, στη δημιουργία Τμημάτων υγιεινής και ασφάλειας ανά υγειονομική περιφέρεια, στη κατοχύρωση της ειδικότητας ιατρικής της εργασίας κ.ά.

Από το ν. 1397/83, ακόμα, για τη δημιουργία ΕΣΥ, στο άρθρο 15 για τους σκοπούς λειτουργίας των κέντρων υγείας υπήρχε αναφορά στην ιατρική της εργασίας και την προστασία του περιβάλλοντος. Στο ν.3329/05 (άρθρο 4, παρ. 1, εδαφ. Γ, γ) προβλέπεται η σύσταση τμημάτων ΥΑΕ ανά ΔΥΠΕ, όπως επίσης και στο άρθρο 21 του ν. 3370/05, όπου αναφέρεται ότι καταργούνται στους οργανισμούς των νοσοκομείων οι τομείς Κοινωνικής Ιατρικής και δημιουργούνται τομείς δημόσιας υγείας, όπου εκτός των άλλων έχουν και την ευθύνη για την υγεία, υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας, όχι μόνο των εργαζομένων των νοσοκομείων, αλλά και των εργαζομένων των επιχειρήσεων της γύρω περιοχής.

Όλα τα παραπάνω είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το γράμμα και το πνεύμα της σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 19.9.2003 σε συνάρτηση με την προηγούμενη Σύσταση 90/326/ΕΟΚ της Επιτροπής της 22.5.1990 για τη συνέργεια του δημόσιου συστήματος υγείας για την αποφυγή εργατικών ατυχημάτων και τη πρόκληση επαγγελματικών ασθενειών.

Η συγκεκριμένη σύσταση είχε χρονικό πεδίο εφαρμογής την 31.12.2006 και η χώρα μας μέχρι 30.6.2007 έπρεπε να υποβάλει έκθεση στην αρμόδια Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά με δεδομένο ότι δεν τηρείται ούτε για το ΙΚΑ το πρωτόκολλο καταγραφής εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας, όπως η χώρα μας είχε δεσμευθεί στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας εδώ και χρόνια, είναι φανερό γιατί δηλώνονται τόσο λίγες επαγγελματικές ασθένειες Οι καταγεγραμμένες επαγγελματικές ασθένειες στη χώρα μας ανέρχονται για το 2003 σε 39 περιπτώσεις, για το 2004 σε 32, για το 2005 σε 30 και για το 2006 σε 31 (ετήσια στατιστικά στοιχεία του ΙΚΑ). Για το έτος 2004 στην ΕΕ των 15 κρατών-μελών διαγνώσθηκαν 46.280 επαγγελματικές ασθένειες (στοιχεία EUROSTAT 2004).

Εξάλλου οι επαγγελματικές ασθένειες αφορούν μόνο τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ και όχι των σύνολο των εργαζομένων, ανεξαρτήτως εργασιακής σχέσης (εξαρτημένης η ελευθεροεπαγγελματία, αγρότη, εργάτη γης, κλπ.), παρότι η συγκεκριμένη σύσταση δεν εξαιρεί καμία ομάδα απασχολουμένων. Γι' αυτό πρέπει η πολιτεία να επεκτείνει την εφαρμογή του καταλόγου επαγγελματικών ασθενειών όχι μόνο για τους εργαζόμενους/ες του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, αλλά για το σύνολο των εργαζομένων στη χώρα ανεξαρτήτως εργασιακής σχέσης ή είδους απασχόλησης.

Πολύ περισσότερο που η σύσταση αναφέρει ότι ο κατάλογος παρέχει γνώση για τις προκαλούμενες επαγγελματικές ασθένειες και έτσι υπάρχει η δυνατότητα με τη συνέργεια του δημοσίου συστήματος υγείας να προλαμβάνονται αυτές.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο από τι επαγγελματικές ασθένειες θα πάσχουν οι εργαζόμενοι ες ανάλογα με το είδος εργασίας τους, αλλά και η ύπαρξη των αναλόγων πολιτειακών δομών υγείας, υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία, ούτως ώστε να μην προκαλούνται αυτές. Αλλά και σε περίπτωση που αυτές προκύπτουν να υπάρχει η ανάλογη κοινωνική, ηθική, ποσοτική και ποιοτική επανένταξη και αποκατάσταση του εργαζόμενου.

Το θέμα των επαγγελματικών ασθενειών είναι συναφές με το εργατικό ατύχημα, αλληλένδετο με τα επικίνδυνα, βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα και την ύπαρξη δομών για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία.

Η εκτεταμένη εφαρμογή ελαστικών μορφών απασχόλησης και πολυαπασχόλησης, η ύπαρξη και λειτουργία εκτεταμένου δικτύου υπεργολάβων σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα με εργαζόμενους επισφαλούς εργασιακής σχέσης, κύρια μετανάστες/ιες, θα έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη εμφάνιση επαγγελματικών ασθενειών, με σοβαρές συνέπειες για τους ίδιους, αλλά και για τη δημόσια υγεία, τα οικονομικά των ασφαλιστικών φορέων (στη περίπτωση που τυχαίνει να είναι ασφαλισμένοι). Ταυτόχρονα θα παρατηρηθεί και η αύξηση των εργατικών ατυχημάτων.

Η ασφαλιστική κάλυψη του επαγγελματικού κινδύνου που ισχύει, στο αμελητέο ποσοστό του 1%, ουσιαστικά δεν εφαρμόσθηκε ανάλογα με την επικινδυνότητα της επιχείρησης και την πρακτική της για την υγεία, την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων.

Είναι απαραίτητη η σύσταση «φορέα επαγγελματικού κινδύνου», ο οποίος θα αναπτύσσει μια πολιτική για την εκτίμησή του. Να επαναλειτουργήσει και να τροποποιηθούν η σύσταση, η σύνθεση και οι αρμοδιότητες της Επιτροπής Προλήψεως Εργατικών Ατυχημάτων Ν. Δ. 4104 (20/9/1960 - ΦΕΚ 147, τ. Α).

Να γίνει επαναφορά της κυμαινόμενης εισφοράς του επαγγελματικού κινδύνου 1%, που έγινε σταθερή (νόμος 2084/92 άρθρο 45 σημείο 4), όπως ορίζεται από το Ν. Δ. 4104 (20/9/1960 - ΦΕΚ 147, τ. Α) και Β. Διάταγμα 473 (26/7/1961 - ΦΕΚ 119, τ. Α), που θα προσδιορίζεται, να αναπροσαρμόζεται, θα αυξάνει και θα μειώνεται με βάση, όχι μόνο την κατηγορία επιχειρήσεων ή εργασιών, την επικινδυνότητα του παραγωγικού κλάδου παραγωγής, τα δηλωθέντα ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες, αλλά και από τα προκύπτοντα στοιχεία, τον ιατρικό και περιβαλλοντολογικό έλεγχο.

Το συνολικό οικονομικό κόστος των συνεπειών του επαγγελματικού κινδύνου με την μορφή των εργατικών ατυχημάτων, των επαγγελματικών ασθενειών και της πρόωρης φθοράς της υγείας των εργαζομένων εκτιμάται ότι ξεπερνά το 2% του ΑΕΠ, σύμφωνα με σχετικές μελέτες.

Η διαδικασία που ακολουθούν, εσκεμμένως, τα Ασφαλιστικά Ταμεία να καταγράφουν τις επαγγελματικές ασθένειες ως «κοινή νόσο» με την ανοχή του κράτους αποβλέπει στην σταδιακή εξάλειψη της εισφοράς του επαγγελματικού κινδύνου, διότι η επαγγελματική ασθένεια, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, εμπίπτει στην ίδια κατηγορία του εργατικού ατυχήματος.

Οι επιπτώσεις στα οικονομικά των ταμείων από την μη εφαρμογή των μέτρων Υγείας και Ασφάλειας της Εργασίας είναι τεράστιες, επειδή οι δαπάνες από τα όποια εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες, νοσήλια, φάρμακα, επανένταξη και αναπηρικές συντάξεις βαρύνουν τα ασφαλιστικά ταμεία με αρκετά δις τον χρόνο.

Μάλιστα οι εισφορές του φορέα ασφάλισης επαγγελματικού κινδύνου θα έπρεπε να τροφοδοτούν το Εθνικό Κέντρο Αναφοράς για την Υγεία και Ασφάλεια στην εργασία, ώστε με την κατάλληλη στελέχωση να έχει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται τα στοιχεία μετρήσεων των ΕΣΥΠΠ και ΕΞΥΠΠ, να εξαγάγει τα ανάλογα συμπεράσματα και να προτείνει μέτρα για την προάσπιση και βελτίωση της υγείας των εργαζομένων.

Οι διατάξεις του ΠΔ 17/96 είναι σαφείς ως προς την υποχρέωση του εργοδότη (ιδιώτη και δημοσίου) για συγκρότηση εσωτερικών υπηρεσιών προστασίας πρόληψης (ΕΣΥΠΠ), κατάλληλα στελεχωμένων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει

Τη δημιουργία φορέα ασφάλισης επαγγελματικού κινδύνου

Τη συγκρότηση Εσωτερικών Υπηρεσιών Προστασίας Πρόληψης - ΕΣΥΠΠ σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όπου από τη κείμενη νομοθεσία επιβάλλεται

Τη δημιουργία Εθνικού Κέντρου Αναφοράς για τα ζητήματα υγείας και ασφάλειας της εργασίας

Τη δημιουργία θέσεων ΔΕΠ ιατρικής της εργασίας στις Ιατρικές Σχολές με κατάλληλο περιεχόμενο σπουδών για τους μελλοντικούς γιατρούς εργασίας

Τη στελέχωση των νοσοκομείων του ΕΣΥ με τμήματα Ιατρικής της Εργασίας

Την αύξηση του αριθμού των ειδικευομένων γιατρών εργασίας

Τη δημιουργία μεταπτυχιακού διεπιστημονικού προγράμματος για αποφοίτους ΑΕΙ και ΤΕΙ για την εξειδίκευσή τους ως Τεχνικών Ασφαλείας

Την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για τη καταγραφή των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών

Την επέκταση του θεσμού εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας για την Υγεία και Ασφάλεια στην εργασία για όλους τους φορείς και τα ασφαλιστικά ταμεία για όλους τους εργαζόμενους ανεξάρτητα της οποιαδήποτε εργασιακής σχέσης

Τη λήψη πρόσθετων μέτρων για τους εργαζόμενους, -ες σε επικίνδυνους και ανθυγιεινούς χώρους, συγχρόνως με τη λειτουργία δομών για την προστασία της υγείας τους και τη διασφάλιση της σωματικής τους ακεραιότητας και της ψυχικής και σωματικής τους ευεξίας

Την αναβάθμιση και διαμόρφωση της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα (ΒΑΕ)

Τη στελέχωση του ΣΕΠΕ και των ΚΕΠΕΚ με εξειδικευμένους γιατρούς εργασίας και τεχνικούς ασφαλείας με παράλληλη ενίσχυσή τους ανά περιφέρεια, ανάλογα με την επικινδυνότητα των παραγωγικών δραστηριοτήτων

Τη λειτουργία διαπιστευμένων εργαστηρίων για μετρήσεις βλαπτικών παραγόντων (διοξίνες, ίνες αμιάντου, κλπ.)

Τη σύσταση τμημάτων Υγείας-Ασφαλείας της Εργασίας ανά Υγειονομική Περιφέρεια, όπως προβλέπεται στους ν.3329/05 και 3370/05.

.

.

Προγραμματικές θέσεις για την Αυτοδιοίκηση

-κείμενο διαλόγου-

.

Η παρούσα κατάσταση - Οι τάσεις

Βρισκόμαστε σε μια εποχή που ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός έχει οδηγήσει στην κυριαρχία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και η πολιτική εξουσία έχει χάσει την όποια αυτονομία διέθετε. Η λειτουργία του πολιτικού συστήματος οδηγεί την Αυτοδιοίκηση σε βαθιά κρίση, σε φαινόμενα αδιαφάνειας και διαφθοράς. Κυρίως όμως υπάρχει η αίσθηση στους πολίτες ότι όπως λειτουργεί σήμερα η Αυτοδιοίκηση δεν απαντάει στα προβλήματα του απλού ανθρώπου και λειτουργεί ερήμην του.

Η Ελλάδα διακρίνεται για το υπερ-συγκεντρωτικό, πελατειακό, πολιτικο-διοικητικό σύστημά της, μέσα στο οποίο οι αποκεντρωμένοι θεσμοί της Αυτοδιοίκησης έχουν δευτερεύοντα και περιορισμένο ρόλο στις δημόσιες υποθέσεις.

Μια αναγκαία μεταρρύθμιση, το πρόγραμμα «Ι. Καποδίστριας», διέψευσε τις προσδοκίες και δεν πέτυχε τους στόχους του. Βελτίωσε μεν την Αυτοδιοίκηση αλλά δεν την έκανε πιο ισχυρή, πιο αποτελεσματική και πιο δημοκρατική, διότι:

Δεν συνοδεύτηκε από ριζική αλλαγή του πολιτικού και διοικητικού συστήματος των νέων διευρυμένων δήμων, με αποτέλεσμα να παραμένει κυρίαρχος ο συγκεντρωτισμός και μειωμένη η προσβασιμότητα του πολίτη στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων.

Δεν οριοθετήθηκε ο ρόλος των Τοπικών Συμβουλίων σε σχέση με τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες αποφάσεων. Σε μεγάλο βαθμό δεν επετεύχθη η κοινωνική συνοχή των Δημοτικών Διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα οι σημερινοί δημότες να νιώθουν σαν ξένοι στο ίδιο σπίτι.

Το δημοτικό σύστημα διακυβέρνησης δεν άλλαξε (π.χ. με απλή αναλογική, αντιπροσώπευση Τοπικών Συμβουλίων, πόρους και αρμοδιότητες).

Η πολιτεία δεν στήριξε ουσιαστικά τους Δήμους, ούτε οικονομικά, ούτε με πολιτικές οργανωτικής και λειτουργικής αναβάθμισης.

Οι όποιες «οικονομίες κλίμακας» εξασφαλίσθηκαν αυτή την περίοδο ήταν τελικά σε βάρος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και υπέρ του κράτους. Από το 1998 μέχρι σήμερα δεν αποδόθηκαν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση θεσμοθετημένοι πόροι ύψους 4 δις ευρώ! Η Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα διαχειρίζεται 500 ευρώ ανά κάτοικο, όταν στην Ευρώπη κατά μέσο όρο διαχειρίζεται 3.000 ευρώ ανά κάτοικο.

Οι δήμαρχοι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συνωστίζονται στους διαδρόμους των υπουργείων και των περιφερειών, προκειμένου να προωθήσουν προβλήματα και να εξασφαλίσουν χρήματα για τους δήμους τους.

Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση

Η εισαγωγή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, με το νόμο 2218 το 1994, αποτέλεσε, ως αφετηρία, ένα σημαντικό βήμα θεσμικής και διοικητικής μεταρρύθμισης. Δεν άργησε όμως να αναπτυχθεί η αντίρροπη κίνηση, της επιστροφής και εκ νέου συγκέντρωσης στην κρατική διοίκηση των εκχωρημένων στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση αρμοδιοτήτων.

Η αφαίμαξη των αρμοδιοτήτων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης έγινε προς δύο κατευθύνσεις. Με τη μεταφορά τους στην ισχυροποιούμενη κρατική Περιφέρεια, αλλά και με τη μεταφορά τους σε νέες, μονοκλαδικές κάθετες δομές που δημιουργήθηκαν από τα υπουργεία μέχρι και το επίπεδο του νομού.

Το αποτέλεσμα ήταν ο νέος θεσμός, με την ισχυρή και άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, να αποδυναμωθεί και να απογυμνωθεί από αρμοδιότητες με ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο. Με ελλιπή στελέχωση και χωρίς δικούς του οικονομικούς πόρους, εμφανίζεται σήμερα ισχνός και ανίσχυρος.

Έτσι, το βήμα που έγινε το 1994 δεν ολοκληρώθηκε και έμεινε μετέωρο.

Η ιστορία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης δείχνει πόσο ισχυρές είναι οι πολιτικές που συντηρούν στη χώρα μας μια ισχυρή συγκεντρωτική και πλήρως ελεγχόμενη από την εκάστοτε κυβέρνηση διοικητική δομή. Που θέλουν την Αυτοδιοίκηση μια συμπληρωματική, εξαρτημένη και υπό κηδεμονία διοικητική δομή, που να διεκπεραιώνει τυποποιημένες γραφειοκρατικές λειτουργίες του κράτους και μόνο. Πολιτικές που αποτελούν τροχοπέδη στη μεταρρύθμιση και τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού μας συστήματος.

Στην Ελλάδα, ο συγκεντρωτισμός του κράτους, σε συνάρτηση με το αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθείται, είχαν ως επακόλουθο την ανισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη. Οι περιφερειακές και οικονομικές πολιτικές προκάλεσαν τον παραγωγικό και πληθυσμιακό υδροκεφαλισμό της Αττικής και την ερήμωση της περιφέρειας. Η συγκεντρωτική μορφή του κράτους αποτελεί τροχοπέδη στις αναπτυξιακές προοπτικές όχι μόνο της ελληνικής οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα.

Γεωγραφικά, η μισή οικονομική δραστηριότητα της χώρας πραγματοποιείται από το 1/3 του πληθυσμού της, που βρίσκεται στην Αττική.

Η Αττική και η κεντρική Μακεδονία παράγουν μαζί το 63,2% του συνολικού ΑΕΠ, με την Αττική να παράγει το 49,2% και την κεντρική Μακεδονία το 14%.

Στην Ελλάδα σήμερα όχι μόνο υπάρχει αναπτυξιακό χάσμα, αλλά διευρύνεται συν τω χρόνω. Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας στηρίχτηκε πρώτιστα στην αστικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας και στη μετατόπιση των παραγωγικών πόρων από τον πρωτογενή τομέα προς τον τριτογενή, κυρίως, αλλά και τον δευτερογενή τομέα της παραγωγής. Η γεωργική οικονομία της χώρας είναι το μεγάλο θύμα. Οι νομοί που είχαν στο παρελθόν εκτεταμένο τον αγροτικό τομέα της οικονομίας τους, πλήττονται ιδιαίτερα, ενώ η απόστασή τους από τα μεγάλα αστικά κέντρα όλο και μεγαλώνει.

Το πρόβλημα της διαρθρωτικής ανισότητας της χώρας δεν θα λυθεί αν δεν αλλάξει ριζικά ο προσανατολισμός της ακολουθούμενης περιφερειακής πολιτικής.

Τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης που γίνονται στο όνομα της Περιφερειακής Ανάπτυξης κάθε άλλο παρά την περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας επέτυχαν. Το αντίθετο μάλιστα.

Στις χώρες της Ευρώπης, η διαχείριση των δημόσιων επενδύσεων είναι περισσότερο περιφερειακή και τοπική υπόθεση (και ποσοστιαία υπερβαίνει το 50%, φτάνοντας μέχρι και το 90%) και λιγότερο κεντρική και κυβερνητική. Η Ελλάδα βέβαια είναι ουραγός στον σχετικό πίνακα. Οι περιφερειακές αρχές (κρατικές και αυτοδιοικητικές) στην Ελλάδα διαχειρίζονται τις δημόσιες επενδύσεις σε ποσοστό λιγότερο του 20%.

Η στρατηγική μας κατεύθυνση

Η χώρα έχει ανάγκη από μια ενιαία, ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση του κράτους, με διοικητική αποκέντρωση, με ριζική φορολογική μεταρρύθμιση, με ανακατανομή πόρων και εξουσιών υπέρ των αυτοδιοικητικών θεσμών.

Η αποκέντρωση του κράτους προς την Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα είναι επιτακτική ανάγκη για την ισόρροπη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση των τεράστιων ανισοτήτων που εμφανίζονται μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Η ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη όμως χρειάζεται ριζικά μέτρα και καινοτόμους θεσμούς, χρειάζεται ισχυρό τον θεσμό της δευτεροβάθμιας περιφερειακής και νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, με ενισχυμένο τον πολιτικό τους ρόλο.

Εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει και αξίζει να αγωνιστούμε σήμερα για να αναγεννηθεί η Αυτοδιοίκηση ως λαϊκός και κοινωνικός θεσμός και να καταστεί φορέας κοινωνικής και οικονομικής προόδου, φορέας ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής, δημοκρατίας και διαφάνειας. Το σύνθημα μας είναι «Δημοκρατία, συμμετοχή και διαφάνεια παντού».

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο για τη διαφάνεια και τον εκδημοκρατισμό των θεσμών, την αναβάθμιση των αιρετών οργάνων της Αυτοδιοίκησης και τη δημιουργία χώρου για μορφές άμεσης δημοκρατίας και συμμετοχής των πολιτών στη διαχείριση των υποθέσεών τους, για την ενίσχυση του λαϊκού και κοινωνικού ελέγχου.

Αγωνιζόμαστε και διεκδικούμε μια Τοπική Αυτοδιοίκηση ανοιχτή και ανατροφοδοτούμενη από την κοινωνία, με ρόλο εγγυητή των κοινωνικών αγαθών και της δημοκρατικής έκφρασης, υποκινητή της κοινωνικής διεκδίκησης, αντίστασης και συμμετοχής, συντονιστή της αναπτυξιακής διαδικασίας, όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας αλλά και της κοινωνικής ευημερίας, της προόδου, του πολιτισμού και της προστασίας του περιβάλλοντος. Για μια ανάπτυξη, δηλαδή, που θα απαντάει σε τρία παράλληλα κριτήρια: α) του ευρύτερου κοινωνικού οφέλους, β) της βελτίωσης της ζωής, ιδιαίτερα των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, και γ) της αειφορίας.

Η Αυτοδιοίκηση πρέπει να αλλάξει προσανατολισμό. Χρειάζεται τα συλλογικά της όργανα να γίνουν όργανα της μαχητικής διεκδίκησης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των πολιτών, για την προστασία και αναβάθμιση του δημόσιου χώρου, κυρίως όμως πρέπει να συνδεθούν με την κοινωνία και τα κινήματά της ώστε να διαμορφώνουν ολοκληρωμένες προτάσεις για κοινωνική παρέμβαση, ιδιαίτερα σήμερα που βρισκόμαστε σε συνθήκες κρίσης.

Πιστεύουμε ότι η Αυτοδιοίκηση πρέπει να ασκεί ουσιαστικό συντονιστικό ρόλο, να αφουγκράζεται καλύτερα τον κόσμο, να συγκροτεί τοπικά δίκτυα με τους φορείς και τους πολίτες, ώστε να τους κάνει συμμέτοχους στον εντοπισμό των προβλημάτων, στην πρόταση λύσεων και τη διεκδίκησή τους.

Αλλά πρέπει και να εξασφαλίζει την ποιότητα της καθημερινής ζωής όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής και θρησκεύματος, με την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών στον συντομότερο δυνατό χρόνο.

Η Αυτοδιοίκηση πρέπει άμεσα να διεκδικήσει:

Την απόδοση των οφειλομένων από το κράτος

Την αύξηση του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων

Τη διαμόρφωση ενός πλαισίου προτάσεων για μια ριζοσπαστική παρέμβασή της στην απασχόληση και την κοινωνική αλληλεγγύη

Το ελάχιστο εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα για όλους τους κατοίκους

Την επέκταση και βιωσιμότητα των δομών κοινωνικής φροντίδας και υποστήριξης και παράλληλα τη λειτουργία προγραμμάτων στέγασης και σίτισης αστέγων, δομών με γραμμές άμεσης τηλεξυπηρέτησης, δουλειά στους δρόμους (για άστεγους, τοξικομανείς, θύματα του τράφικινγκ κλπ.), αξιοποιώντας σε αυτή την προσπάθεια τη συνεργασία των ΜΚΟ, της Εκκλησίας και εθελοντικών ομάδων πολιτών

Τη μελέτη και ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των προβλημάτων των μεταναστών (κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, υπηκοότητα στα παιδιά που γεννιούνται εδώ, εκμάθηση της γλώσσας τους κλπ.)

Την εκπόνηση ειδικού ολοκληρωμένου προγράμματος στήριξης της απασχόλησης, με αυτεπιστασία 100.000 νέων θέσεων εργασίας, για έργα κατασκευής και συντήρησης δικτύων, περιβαλλοντικής προστασίας, έργα αντιπυρικά, αντιπλημμυρικά, καθαρισμού λιμνών, ποταμών, ακτών, δασών κλπ., όπως και έργα κοινωνικών, αθλητικών, πολιτιστικών υποδομών, εξοικονόμησης ενέργειας κ.ά.

Τη στήριξη δομών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όπως κοινωνικές επιχειρήσεις, γυναικείοι, αγροτουριστικοί και κοινωνικοί συνεταιρισμοί, αστικές μη κερδοσκοπικές ενώσεις πολιτιστικών και κοινωνικών δράσεων κλπ.

Τη δημιουργία δομών και υπηρεσιών σταθερής και πλήρους απασχόλησης. Όχι στην ανασφάλιστη εργασία σε τοπικό επίπεδο, καθιέρωση ελάχιστου μισθού 1300 €

Τον διπλασιασμό των κονδυλίων για τις κοινωνικές δαπάνες

Τη διατήρηση και επέκταση των κοινωνικών δομών

Την ανάπτυξη των προγραμμάτων του ΟΑΕΔ από τους Δήμους

Τη μείωση των επιτοκίων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων

Την ενίσχυση των Δήμων και Νομαρχιών με προσωπικό, για αύξηση της απασχόλησης.

Οι προγραμματικοί μας στόχοι

Το υδροκέφαλο, συγκεντρωτικό και αθηνοκεντρικό κράτος, για να μπορέσει να προωθήσει την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωση, μέτρα και καινοτόμους θεσμούς. Χρειάζεται ισχυρούς θεσμούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, με ενισχυμένο πολιτικό ρόλο.

Χρειάζεται λοιπόν μια πραγματική μεταρρύθμιση που θα αλλάξει εκ βάθρων το σημερινό πολιτικο-διοικητικό σύστημα. Η χώρα χρειάζεται μια δημοκρατική και αποκεντρωτική μεταρρύθμιση των διοικητικών δομών του κράτους.

με ισχυροποίηση των αυτοδιοικητικών θεσμών. Μεταφορά από το κεντρικό κράτος στην Αυτοδιοίκηση σύγχρονων αρμοδιοτήτων, οι οποίες θα συνοδεύονται, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, από τους ανάλογους δυναμικούς πόρους για να μπορεί να επιτελέσει το έργο και το ρόλο της.

Χρειάζεται το θεσμικό πλαίσιο να κατοχυρώνει θεσμούς διαβούλευσης των κατοίκων για τη διαμόρφωση των δημοτικών, νομαρχιακών και περιφερειακών πολιτικών και τον έλεγχο της εφαρμογής τους, με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων και των αντίστοιχων πόρων, ώστε να εξασφαλιστεί η τοπική δημοκρατία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι η Αυτοδιοίκηση είναι αυτόνομος πολιτικός θεσμός του ενιαίου πολιτικο-διοικητικού μας συστήματος, με αποκλειστικές αρμοδιότητες και πόρους, όχι απλώς τοπικός διεκπεραιωτής του κράτους. Είναι τοπική εξουσία η οποία πρέπει να ενεργεί εκ μέρους των δημοτών της, διεκδικώντας μάλιστα τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων που της παρέχονται σε συνταγματικό και νομοθετικό επίπεδο. Πρέπει να έχει έναν αυτόνομο ρόλο διαμόρφωσης της καθημερινής πολιτικής και των προτεραιοτήτων για το χώρο ευθύνης της, ρόλο που θα βασίζεται σε μια καθολική πολιτική αποκέντρωσης, αποφάσεων και πόρων στο εγγύτερο προς τον πολίτη επίπεδο.

Πάνω απ' όλα, πρέπει να λειτουργεί ως συντονιστής της κοινωνικής διαμαρτυρίας και να συνδέεται με τα κινήματα και τους αγώνες των πολιτών για τη βελτίωση των όρων ζωής και εργασίας τους.

Όροι και προϋποθέσεις για μια ουσιαστική και δημοκρατική αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση

Μια συνολική μεταρρύθμιση

Η μεταρρύθμιση πρέπει να είναι συνολική, όχι αποσπασματική και μεμονωμένη, όπως έγινε στο παρελθόν, και να καλύπτει την κεντρική κρατική και αποκεντρωμένη διοίκηση σε όλους τους τομείς της (στο σύνολό της) και την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση.

Καθιέρωση της απλής αναλογικής

Να καθιερωθεί το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής σε όλες τις βαθμίδες Αυτοδιοίκησης, με στόχο τη δημοκρατικότερη συγκρότηση των οργάνων και την αναλογική εκπροσώπηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε όλα τα όργανα της Αυτοδιοίκησης. Τα αιρετά όργανα που θα εκλέγονται με την απλή αναλογική θα πρέπει να έχουν ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση και να εξασφαλίζουν δυνατότητες ουσιαστικής συμμετοχής και ελέγχου των πολιτών.

Μια δημοκρατική μεταρρύθμιση

Μια διοικητική μεταρρύθμιση πρέπει να είναι μια δημοκρατική μεταρρύθμιση. Οι αλλαγές θα πρέπει να αποσκοπούν στην εμβάθυνση και διεύρυνση της δημοκρατίας στη χώρα μας.

Τα αυτοδιοικητικά οργανωτικά σχήματα πρέπει να διασφαλίζουν την άμεση συμμετοχή των πολιτών στη διοίκηση των υποθέσεών τους και στην άσκηση της τοπικής δημοκρατίας, καθώς και την ενίσχυση της άμεσης δημοκρατίας. Άλλωστε, ο όρος «αυτοδιοίκηση» δηλώνει την αυτο-διεύθυνση, την αυτοδιαχείριση της τοπικής κοινωνίας.

Η Αυτοδιοίκηση αποτελεί τον πλησιέστερο προς τον πολίτη θεσμό κοινωνικοποίησης, συμμετοχής στη διαχείριση των κοινών υποθέσεων και κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας. Η αποστολή και ο ρόλος της είναι κατεξοχήν πολιτικός, δημοκρατικός, κοινωνικός, αναπτυξιακός και περιβαλλοντικός και δευτερευόντως διοικητικός (παροχή υπηρεσιών).

Στο σύστημα διακυβέρνησης πρέπει να αναβαθμιστούν περισσότερο τα συλλογικά όργανα σε βάρος των μονοπρόσωπων, ώστε να γίνει περισσότερο «συμβουλιακό» και λιγότερο δημαρχοκεντρικό - νομαρχοκεντρικό. Πρέπει να διευρυνθούν οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των συλλογικών οργάνων και να περιοριστεί ο ρόλος του μονοπρόσωπου οργάνου, όπως ισχύει σήμερα, ώστε τα συλλογικά όργανα να διαβουλεύονται και να ασκούν με αποτελεσματικότητα τις αρμοδιότητές τους.

Οικονομική αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης

Διεκδικούμε την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 102 του Συντάγματος. Η μεταρρύθμιση θα συνοδεύεται από μια δεύτερη, τη φορολογική, που θα προβλέπει τη μεταφορά φορολογικών πόρων. Στο πλαίσιο του ενιαίου δημοσιονομικού συστήματος, με ευθύνη του κράτους και χωρίς επιβολή νέων φόρων στους πολίτες, πρέπει να γίνει ανακατανομή των φορολογικών πόρων μεταξύ κεντρικής εξουσίας και Αυτοδιοίκησης, προκειμένου η τελευταία να μπορεί να ασκεί με επάρκεια και ανεξαρτησία τις νέες της αρμοδιότητες. Το σημερινό 3,3% του ΑΕΠ που διαχειρίζεται η Αυτοδιοίκηση πρέπει να προσεγγίσει τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (11,5%).

Κατάργηση της κρατικής περιφέρειας

Α. Κατάργηση της κρατικής Γ.Γ. Περιφέρειας και όλων των αποκεντρωμένων μονοκλαδικών δομών των υπουργείων στις περιφέρειες και τους νομούς, εκτός από εκείνες που από το Σύνταγμα υπάγονται στην ευθύνη του κράτους, και μεταφορά των αρμοδιοτήτων τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση.

Β. Να τροποποιηθεί ο ν. 3614/2007 «για τη διαχείριση, τον έλεγχο και την εφαρμογή των αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την δ΄ προγραμματική περίοδο 2007-2013» και να ανατεθεί στη δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση η διαχείριση των περιφερειακών προγραμμάτων της δ΄ προγραμματικής περιόδου.

Πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση - ΟΤΑ

Η διοικητική μεταρρύθμιση πρέπει να περιλαμβάνει και την αναβάθμιση του α΄ βαθμού. Οι δήμοι της Περιφέρειας -ειδικά οι καποδιστριακοί- είναι αναγκαίο να υποστηριχτούν αποτελεσματικά και να ανασυγκροτηθούν, προκειμένου να εξασφαλίσουν την αυτοδυναμία τους, τη δημοκρατική τους λειτουργία και τη δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης στα κοινωνικοοικονομικά και περιβαλλοντικά προβλήματα της περιοχής τους, με την εισαγωγή νέων θεσμών που θα προάγουν και θα ενισχύουν την αυτενέργεια, τις δράσεις και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και την αποδοχή του μοντέλου της τοπικής διακυβέρνησης στο πλησιέστερο δυνατό του πολίτη επίπεδο.

Επίσης, με δεδομένο ότι οι νέοι δήμοι της υπαίθρου θα αποτελούνται από ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό οικισμών, πρέπει να καθοριστεί το θεσμικό πλαίσιο που θα διέπει τους θεσμούς διαβούλευσης των κατοίκων των οικισμών για τη διαμόρφωση των δημοτικών πολιτικών και τον έλεγχο της εφαρμογής τους. Θα πρέπει, επίσης, να ενισχυθεί και να διευρυνθεί ο ρόλος των τοπικών συμβουλίων με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων και των αντίστοιχων πόρων, ώστε να εξασφαλιστεί η τοπική δημοκρατία.

Δευτεροβάθμια, περιφερειακή Αυτοδιοίκηση

Στα πλαίσια του επιτελικού κράτους η δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση στη νέα θεσμική της διάρθρωση πρέπει να είναι η αιρετή περιφέρεια ως κέντρο σχεδιασμού και συντονισμού της περιφερειακής ανάπτυξης, με αποκεντρωμένους αιρετούς θεσμούς στις Νομαρχίες με προκαθορισμένους ρόλους, πόρους και αρμοδιότητες.

Σε επίπεδο Περιφέρειας, οι κύριες ασκούμενες αρμοδιότητες πρέπει να αφορούν την αναπτυξιακή πολιτική, τον προγραμματισμό και συντονισμό, τον χωρικό σχεδιασμό και διαχείριση περιοχών (χωροταξία, φυσικό περιβάλλον, υδατικοί πόροι) και την κατασκευή και λειτουργία έργων υποδομής διανομαρχιακού επιπέδου.

Σε επίπεδο Νομού, σημαντικά κρίνονται τα ζητήματα αρμοδιοτήτων νομαρχιακού επιπέδου, εφαρμογής περιφερειακής αναπτυξιακής πολιτικής (πρωτοβάθμιος, δευτεροβάθμιος και τριτοβάθμιος παραγωγικός τομέας), της πολεοδομίας, του περιβάλλοντος, της κοινωνικής πολιτικής (υγεία, κοινωνική φροντίδα, εκπαίδευση), της πολιτικής προστασίας κ.λπ.

Μητροπολιτικές και νησιωτικές περιοχές

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από γεωγραφικό κατακερματισμό, ανισοκατανομή του πληθυσμού, μεγάλη αναπτυξιακή ανισότητα μεταξύ των νομών και περιφερειών και μεγάλη ανομοιομορφία στις τοπικές και υπερτοπικές υποθέσεις μεταξύ των περιοχών. Ως εκ τούτου, οι θεσμοί της αυτοδιοίκησης στους νομούς και τις περιφέρειες της χώρας πρέπει να διαφοροποιηθούν οργανωτικά και λειτουργικά μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά.

Πρέπει να υπάρχει διάκριση και διαφορετική μεταχείριση των μητροπολιτικών περιοχών Αθήνας και Θεσσαλονίκης, όπως και των νησιωτικών περιοχών, σε σχέση με τις άλλες περιοχές της χώρας.

Αναγκαία κρίνεται, ακόμη, η θέσπιση μητροπολιτικής διακυβέρνησης, που θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα λειτουργικά και αναπτυξιακά αδιέξοδα που προκύπτουν από το διοικητικό χάος, τις επικαλύψεις αρμοδιοτήτων, τον κατακερματισμό και την έντονη παρεμβατικότητα της κεντρικής κρατικής διοίκησης που επικρατεί στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα Αθήνας και Θεσσαλονίκης.

Η μητροπολιτική διακυβέρνηση θα πρέπει να ενταχθεί στη δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση. Αυτή η ιδιαιτερότητα υπαγορεύει διαφορετικές διοικητικές δομές και λειτουργίες της δευτεροβάθμιας Αυτοδιοίκησης και διαφορετικές σχέσεις με την πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση.

Αρχές διοίκησης, σχέσεις διοίκησης - Αυτοδιοίκησης

Πρέπει να συγκεκριμενοποιούνται και να κατοχυρώνονται νομικά (πέραν του Συντάγματος) το «τεκμήριο αρμοδιότητας» για τις τοπικές και υπερτοπικές υποθέσεις και οι αρχές:

της εγγύτητας, με την οποία η διοίκηση ασκείται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πολίτη

της επικουρικότητας, ως προς την κατανομή διοικητικών αρμοδιοτήτων, όπου η ψηλότερη βαθμίδα της δημόσιας διοίκησης ασκεί μόνο εκείνες τις διοικητικές αρμοδιότητες που η χαμηλότερη βαθμίδα δεν μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά

της τοπικής αυτονομίας, όπου κάθε επίπεδο αυτοδιοίκησης πρέπει να λειτουργεί με πλήρη αυτοτέλεια.

Είναι προφανές ότι μια τέτοια διοικητική μεταρρύθμιση θα πρέπει να συνοδεύει ένας νέος Καταστατικός Χάρτης - Κώδικας για κάθε βαθμό αυτοδιοίκησης και ότι οι πρόσφατοι κώδικες θα καταργηθούν, αφού αποτυπώνουν την υπάρχουσα σήμερα κατάσταση.

Εποπτεία και έλεγχος

Πλήρης αυτονομία της Αυτοδιοίκησης από το κράτος. Ασκείται μόνο έλεγχος νομιμότητας από Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αυτοδιοίκησης που συγκροτείται γι' αυτό το σκοπό.

Σε μια εποχή απαξίωσης και χειραγώγησης της πολιτικής, που οι λειτουργίες της δημοκρατίας υφίστανται την ασφυκτική πίεση από ισχυρά συμφέροντα, η ενίσχυση της άμεσης δημοκρατίας και της αμφίπλευρης σχέσης πολίτη - κοινωνίας με την Αυτοδιοίκηση αποτελεί αντίβαρο για τη στήριξη και αναζωογόνηση της δημοκρατίας στη χώρα μας.

Αυτή την κατεύθυνση υπηρετούν οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

.