Κώστας Βέργος:
Ο Έντουαρντ Σαϊντ και η αντιστικτική ανάγνωση

Για να σκεφθεί κριτικά σήμερα κανείς, πρέπει να έχει αυτή τη διπλή ιδιότητα και εμπειρία του εξόριστου παλαιστίνιου καθηγητή της συγκριτικής λογοτεχνίας Έντουαρντ Σαϊντ: την εμπειρία, πρώτα απ' όλα, της απώλειας ενός "γλυκού" πράγματος, π.χ. μιας πατρίδας, και, συγχρόνως, την εμπειρία της ρεαλιστικής πεποίθησης ότι πρόκειται περί μιας οριστικής απώλειας. Τίποτα δεν πρόκειται να ανακτηθεί, αλλά και τίποτα δεν πρόκειται να οικοδομηθεί ως καινούργιο αλυτρωτικό δόγμα που θα αναπληρώσει την απώλεια. Ξέρεις ότι αυτό που έγινε ήταν άδικο και ήταν και στρέβλωση της αλήθειας. Αγωνίζεσαι για ένα καλύτερο κόσμο όχι καταστρέφοντας. Και διδάσκεις τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζεις δημιουργικά τη μεγάλη ευρωπαϊκή γραμματεία των χρόνων του απροκάλυπτου ή καλυμμένου ιμπεριαλισμού.
Είναι περίεργη η σχέση των \μεταμοντέρνων\ φιλοσόφων με τον Σαϊντ. Η μεταμοντέρνα σκέψη, που δέχθηκε όλα τα άλλα διδάγματα του Σαϊντ, αυτό δεν κατάφερε να αποκτήσει: την εμπειρία του "γλυκού", που ως απολεσθέν καθοδηγεί σε στέρεο έδαφος τις αισθητικές κρίσεις.
Για να πλήξουν τα θεμέλια του Διαφωτισμού, για να προκαλέσουν ρήγματα στις "μεγάλες αφηγήσεις" της νεωτερικότητας, οι μεταμοντέρνοι στοχαστές οικοδομούν τη σκέψη τους πάνω στον \Οριενταλισμό\ (1978) του Σαϊντ, το μνημειώδες κριτικό έργο για την υπόρρητη σχέση ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και αποικιοκρατίας. Ο ιμπεριαλισμός προετοιμάσθηκε από τις κατά τα άλλα "αθώες" εθνικές λογοτεχνίες της Ευρώπης, που κατασκεύασαν την ταυτότητα του περιπαθούς, πρωτόγονου, εξωτικού και εν τέλει σιωπηρού \Ανατολίτη\. Η Ανατολή, χωρίς οργανωμένες ανθρώπινες κοινωνίες, περιμένει μοιραία τον αποικιοκράτη της να τη συνεφέρει από τον μακραίωνα λήθαργο. Όμως, ο Σαϊντ, διαφορετικά από τους μεταμοντέρνους φιλοσόφους, επιμένει μέχρι τέλους στην πολιτική ανάγνωση και την πολιτική πράξη. Δεν τηρεί τις ίσες αποστάσεις μιας ουδέτερης "τέχνης για την τέχνη". Δεν είμαστε, ούτε και θα βρεθούμε ποτέ, κοντά στο "τέλος της ιστορίας". (Είμαστε όμως, όπως παρατηρεί ο Σαϊντ, ακόμη πολύ μακριά από το να απελευθερωθούμε από τέτοιου είδους μεταφυσικές εμμονές.)
Ο Σαϊντ, βαθύς γνώστης της παγκόσμιας τέχνης και λογοτεχνίας, προτείνει την \"αντιστικτική"\ ανάγνωση των κειμένων: Να διαβάζουμε και ό,τι το κείμενο δεν αναφέρει ευθέως και αμέσως. Να ρίχνουμε την ματιά μας και στην άλλη, τη σκοτεινή πλευρά των κειμένων. Η θεωρία του οριενταλισμού, η θεωρία της δυτικής κατασκευής της ανατολίτικης ταυτότητας, είναι συγχρόνως μια βαθύτατα πολιτική πρακτική. Η αντιστικτική θεωρία είναι μια πολιτική (με το βαθύ νόημα της πολιτικής) φιλολογική θεωρία. Προϋποθέτει την ευρυμάθεια, την πνευματική εγρήγορση και τη διαρκή κρίση των πάντων.
Η ιδέα της αντιστικτικής ανάγνωσης των κειμένων (ιδέα που ήρθε στον Σαϊντ από την αγάπη του για την αντιστικτική, πολυφωνική μουσική και τις συζητήσεις του με τον Καναδό βιρτουόζο πιανίστα Γκλεν Γκουλντ) σημαίνει, π.χ., να καταλαβαίνεις πόσο σημαντική είναι για τον ίδιο τον Βρετανό συγγραφέα η φυτεία ζάχαρης στην Ινδία, όταν κάτι τέτοιο δεν διακρίνεται σε μια πρώτη ανάγνωση του κειμένου του. Σημαίνει να καταλαβαίνεις ότι τα διάφορα θέματα, ρητά και υπόρρητα, αναπτύσσονται ταυτόχρονα, με ένα μόνο προσωρινό προνόμιο πότε του ενός πότε του άλλου θέματος, για να σχηματίσουν όλα μαζί αυτό που θα λέγαμε κονσέρτο, συμφωνία, μια οργανωμένη συνεργασία των ίδιων των θεμάτων. Πολυφωνία αντί της μονοφωνίας.
Έχει ειπωθεί ότι η αντιστικτική ανάγνωση είναι ένας τρόπος να ξανασκεφθούμε την Γεωγραφία. Στον \Οριενταλισμό\ αναδεικνύεται η σημασία των "φαντασιακών γεωγραφιών". Δεν είναι ο αγώνας με γεωγραφικούς όρους που ενδιαφέρει εδώ. Είναι ο αγώνας \επί της Γεωγραφίας\ (και των παραστάσεών της) που ενδιαφέρει. Ο εδαφικός έλεγχος του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας δεν είναι μια αφηρημένη πραγματικότητα, αλλά μια πολύ συγκεκριμένη ιεραρχία χώρων, από τη μητρόπολη μέχρι τα μακρινά εδάφη με τις σκιώδεις ανθρώπινες παρουσίες και τις εξωτικές ιστορίες τους. Η αντιστικτική ανάγνωση μετατρέπει τις απουσίες σε παρουσίες και δίνει λόγο όχι μόνον στην φανταστική Ανατολή των οριενταλιστών της Δύσης, αλλά και στους πραγματικούς κατοίκους της πραγματικής Ανατολής, με τις πραγματικές αγωνίες και τους πραγματικούς πόθους.
O Σαϊντ είναι, αναμφίβολα, ο πιο σπουδαγμένος (στα κλασικά γράμματα) Ανατολίτης. Είναι και ένας Ανατολίτης με δυτικές συνήθειες και προτιμήσεις. Βάζει σκοπό στη ζωή του να συμπληρώσει τα ημιτελή κείμενα των εθνικών λογοτεχνιών της Ευρώπης. Και επιστρέφει πάντα εκεί, στην λεπτή γραμμή των συνόρων της \Διασποράς\. Έχει χαθεί η πατρίδα του από το 1948, όταν φεύγει πρόσφυγας με την οικογένειά του από τον γενέθλιο τόπο, τα Ιεροσόλυμα, για τον Λίβανο, το Κάιρο και μετά τη Νέα Υόρκη.
Η Διασπορά, από την εποχή της εξόριστης στην Αμερική Σχολής της Φρανκφούρτης, είναι ο σύγχρονος τρόπος για να δει κανείς καθαρά τα πράγματα. Κάποτε Διασπορά σήμαινε νοσταλγία της παλιάς πατρίδας και γρήγορη αναζήτηση μιας νέας. Σήμερα, για τον Σαϊντ, η νοσταλγία παραμένει, χωρίς να αναζητείται τίποτα το καινούργιο, αλλά ούτε και επιστροφή στο παλιό. Η σημερινή διανόηση πρέπει να μένει σε εκείνη τη γραμμή που διαβαίνουν καθημερινά οι χιλιάδες (τα εκατομμύρια) απόκληροι του κόσμου. (O Σαϊντ ξέρει ότι υπάρχουν και χιλιάδες ανέμελοι κοσμοπολίτες που διαβαίνουν καθημερινά τη γραμμή αυτή – δεν είναι με αυτούς.)
Ο Σαϊντ, έτσι, όντας Χριστιανός, υπερασπίζεται το \Ισλάμ\. Ζώντας στη Νέα Υόρκη, με πάντα δυτικούς τρόπους, και απεχθανόμενος την χωρίς τονικότητα και μελωδία αραβική μουσική, υπερασπίζεται την αραβική Ανατολή (και κάθε Ανατολή ή Νότο) εν γένει. Ανήκει με τον καλύτερο τρόπο, όπως δείχνει στο \Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός\ (1993), στην κριτική εκείνη παράδοση που συσχετίζει την πολυτελή ευημερία του ενός μέρους με την υποτίμηση και υποβάθμιση και σκλαβιά του άλλου. Θα ήταν ίσως μαρξιστής αν δεν τα έβαζε και με τον Μαρξ (και την τυπική οριενταλιστική – και με "τέλος της ιστορίας" – εκτίμηση του Μαρξ για το καλό που "αντικειμενικά και σύμφωνα με τους νόμους της ιστορίας" κάνει η βρετανική αποικιοκρατία στις δομές της ινδικής κοινωνίας, στα μέσα του 19ου αιώνα). Και, βεβαίως, τα βάζει, πρώτος απ' όλους, με τους σημερινούς τυχοδιώκτες φονταμενταλιστές του Ισλάμ καθώς και με τους συμβιβασμένους Άραβες ηγέτες (μηδέ του Αραφάτ εξαιρουμένου).
Ο Σαϊντ τάσσεται πάντα υπέρ της συνύπαρξης, χωρίς αυτό να σημαίνει την αφομοίωση του ενός από τον άλλο. Είναι βαθύτατα \αντιιμπεριαλιστής\ (και αντισιωνιστής), αλλά πιστεύει στην ειρηνική συνύπαρξη Εβραίων και Παλαιστινίων, καθώς και όλων των λαών και πολιτισμών με τις ιδιαιτερότητές τους και με τη δυνατότητα ο ένας να μαθαίνει και να πλουτίζει από τον άλλο.
"I 've got fucking leukemia... apparently I 'm dying", ανακοίνωσε σε μια φίλη του οργισμένα, χωρίς όμως κανένα φόβο, την είδηση της βαριάς ασθένειάς του. Πέρασαν 12 χρόνια από τότε, μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου του 2003, όταν σε ηλικία 67 ετών πέθανε στην Νέα Υόρκη, όπου δίδαξε για 40 περίπου χρόνια (στο πανεπιστήμιο Columbia).
Πέρυσι, είχε τιμηθεί στην Ισπανία, αυτός μαζί με τον στενό φίλο του εβραίο πιανίστα Daniel Barenboim, για τη δημιουργία μιας συμφωνικής ορχήστρας αποτελούμενης από νέους και νέες μουσικούς Παλαιστίνιους/ες και Ισραηλινούς/ες. 

Κώστας Βέργος

Βήμα διαλόγου