Διονύσης Πολίτης:
ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

.

Τα εκλογικά αποτελέσματα προσφέρονται για κάποια γενικότερα συμπεράσματα για την πορεία του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και του πολιτικού συστήματος, και είναι σίγουρο ότι σχετικός διάλογος έχει ήδη ανοίξει. Εμείς σήμερα, στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου, θα προσεγγίσουμε το ζήτημα από την σκοπιά των αποτελεσμάτων της Αριστεράς.

 

Είναι πανίσχυρος ο δικομματισμός;

 

Παρά την οριακή αύξηση των ΚΚΕ-ΣΥ.ΡΙΖ.Α, η υποχώρηση του ΔΗΚΚΙ, και η συγκέντρωση από ΠΑΣΟΚ-ΝΔ του ίδιου μεγάλου ποσοστού, της  τάξης του 86% περίπου, βάζει με οξύτητα το πρόβλημα: Η όποια δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος θα παλαντζάρει συνέχεια μεταξύ των δύο, ή υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσης ενός αριστερού πόλου, που θα αντιπαλεύει με συνέπεια τον νεοφιλελευθερισμό, και θα ανοίξει την δυνατότητα μιας αντικαπιταλιστικής προοπτικής;

Και αν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, γιατί αυτό δεν έγινε ακόμα, παρά την εμπειρία από την νεοφιλελεύθερη τριετία 1990-1993 από την μια, και την εμπειρία νεοφιλελεύθερης διαχείρισης του ΠΑΣΟΚ από την άλλη; Τι άλλο περιμένουν πλατειά λαϊκά στρώματα για να ξεκολλήσουν από τα κόμματα του δικομματισμού, μετά από την προσπάθεια κατεδάφισης του ασφαλιστικού, τις ιδιωτικοποιήσεις, την λιτότητα, την αυξημένη ανεργία, και τόσα άλλα;

Πέρυσι, σε πανευρωπαϊκή έρευνα, στην ερώτηση ΄πως τοποθετείτε τον εαυτό σας στην κλίμακα αριστερά-δεξιά΄, οι Έλληνες απάντησαν

 

αριστερά

κεντροαριστερά

κέντρο

κεντροδεξιά

δεξιά

ΔΞ/ΔΑ

9%

8,6%

30,2%

10,5%

18%

Περίπου 23%

 

Φαίνεται ότι οι πολίτες που θεωρούν τον εαυτό τους αριστερό είναι περίπου όσο το ποσοστό των ΚΚΕ-ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

 

Ένα πρώτο ερώτημα είναι αν πολίτες που δεν θεωρούν τον εαυτό τους αριστερό, μπορεί να ψηφίσουν αριστερά, έστω και σαν την μόνη σήμερα αντινεοφιλελεύθερη δύναμη. Από ότι φαίνεται, αυτό ακόμα είναι πολύ δύσκολο να γίνει μαζικά. Στην συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας η δυσαρέσκεια προς το ΠΑΣΟΚ δεν κατανοείται σαν αντίθεση στην νεοφιλελεύθερη πολιτική, αλλά σαν χρεοκοπία διαχείρισης, ύφους, αλαζονείας, προσώπων, διαφθοράς. Για αυτό και η δυσαρέσκεια κατευθύνεται κύρια στην Νέα Δημοκρατία.

Αυτό οφείλεται σε μια σειρά αιτίες, από τις οποίες η σημαντικότερη πιστεύουμε ότι είναι το επίπεδο και η κατεύθυνση των αγώνων που έγιναν την προηγούμενη περίοδο. Οι αγώνες, οι εμπειρίες από το μαζικό κίνημα, είναι ίσως οι μόνες που μπορεί να ξεκαθαρίσουν στους εργαζόμενους ποια είναι τα ζωτικά τους συμφέροντα, ποιος είναι με ποιόν. Διαφορετικά από την τηλεόραση φαίνονται όλοι ίδιοι, και οι πολιτικοί των δύο κομμάτων έχουν ανάγει την τέχνη της εξαπάτησης σε τέτοια τέχνη, που είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιος, χωρίς άλλες εμπειρίες, τι γίνεται.

Για του λόγου το αληθές, στην ίδια έρευνα, στην ερώτηση ΄πόσο η πολιτική σας φαίνεται μπερδεμένη;΄ έχουμε τις εξής απαντήσεις

 

Καθόλου ή λίγο

Πού και πού

Πολύ μπερδεμένη

18%

20%

62%

 

Δηλαδή το 62% (!) παραδέχεται ότι δυσκολεύεται να βγάλει πολιτικά συμπεράσματα, και μόνο 18%, έχει, ή νομίζει ότι έχει, καθαρό το τι γίνεται.

 

Τι αγώνες όμως έγιναν; Ποια στρώματα πάλεψαν, με ποια αιτήματα, με τι αποτελέσματα; Οι μεγαλύτεροι αγώνες γίνανε ή από μη μισθωτά στρώματα (αγρότες, νεολαία), ή από εργαζόμενους του δημοσίου (εκπαιδευτικοί, υγειονομικοί κτλ). Τα αιτήματα τους δεν φάνηκαν να ξεπερνάνε κάποιες επιμέρους πλευρές της κατάστασης και αυτό φυσικά δεν λύνεται με τεχνητή ΄υπερπολιτικοποίηση΄, αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μέσα από την πείρα τους δεν μπορούν να το κάνουν.

Οι λίγοι αγώνες από μισθωτούς του καπιταλιστικού τομέα της οικονομίας (πχ ΠΑΛΚΟ,), παρουσίαζαν μια αμηχανία στρατηγικής, στο νέο στάδιο του υπερεθνικού καπιταλισμού που διανύουμε.

 Τα ανώτερα συνδικαλιστικά όργανα  μέχρι σήμερα είναι συνειδητά στρατευμένα στην υπόθεση ενσωμάτωσης των εργαζομένων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να αρκείται κανείς  να τα καταγγέλλει (τακτική ΠΑΜΕ), αλλά πρέπει να οργανώσει πίεση από τα κάτω για ενωτική πάλη,  για όσα αιτήματα ωριμάζουν.

 

Παρόλα αυτά να θυμίσουμε ότι το 1996, η αριστερά είχε συγκεντρώσει πάνω από 15%  (ΚΚΕ-5,61%, ΣΥΝ-5,12%, ΔΗΚΚΙ-4,43%), και το ΠΑΣΟΚ σχημάτισε κυβέρνηση με μόλις 41,5%. Επίσης στις Ευρωεκλογές συγκεντρώνει σταθερά μεγαλύτερη εκλογική υποστήριξη. Είναι ο εκλογικός νόμος της ενισχυμένης μη-αναλογικής, που οδηγεί βίαια την μεγάλη πλειοψηφία των δυσαρεστημένων στο ένα από τα δύο κόμματα, προκειμένου να τιμωρηθεί το άλλο.

Μπορεί όμως να επιβληθεί η απλή αναλογική; Απλή αναλογική μπορεί να  επιβληθεί αν ένας τρίτος πόλος γίνει τόσο ισχυρός που δεν επιτρέψει στο πρώτο κόμμα να κάνει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτό πολύ πιθανά να οδηγήσει την αστική τάξη να επαναξιολογήσει την στρατηγική της.

Πάντως το αστείο ερώτημα για το ποιοι θα σχηματίσουν κυβέρνηση, πέρα από το ότι παραβλέπει ότι και σήμερα υπάρχει μια κινητικότητα αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού, κάνει ότι δεν καταλαβαίνει ότι η απλή αναλογική θα αναδιατάξει πλήρως τον κομματικό χάρτη.

 

΄Ένα δεύτερο ερώτημα είναι γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών, των άνεργων, των μεσαίων στρωμάτων, θεωρούν τον εαυτό τους ΄κεντρώο΄.

Υπάρχει μια σειρά παραγόντων που εμποδίζουν πλατύτερα στρώματα να ξεπεράσουν εκείνο το κρίσιμο όριο, και να εγκαταλείψουν μια στάση αποδοχής ή ανοχής του καπιταλισμού, να στραφούν στα κόμματα της Αριστεράς. Θα αναφέρουμε μερικούς, χωρίς να τους αναλύσουμε, λόγω έλλειψης χώρου, και θεωρώντας αυτονόητο ότι ο αναγνώστης καταλαβαίνει το ειδικό βάρος του κάθε ένα ξεχωριστά.

 

Α) Ιδεολογικοί παράγοντες

 

Η κατάρρευση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε έχει δημιουργήσει σε πλατεία λαϊκά στρώματα την αντίληψη όχι μόνο της παντοδυναμίας αλλά και της ανωτερότητας του καπιταλισμού σαν κοινωνικού συστήματος. Ο σοσιαλισμός κατανοείται σαν σύστημα σχετικής φτώχειας και έλλειψης δημοκρατίας. Άρα η αποσαφήνιση του προγραμματικού λόγου της Αριστεράς, δηλαδή ότι αγωνίζεται για ένα σύστημα λαϊκής ευημερίας και πλήρους αλλά και ανώτερης δημοκρατίας από την σημερινή, είναι άμεσης προτεραιότητας.

Φυσικά προβληματισμό προκαλούν και βασικοί στρατηγικοί προβληματισμοί που ακολουθήθηκαν, όπως η τακτική του ΚΚΕ στο μαζικό κίνημα (ΠΑΜΕ) και στο ζήτημα της πολιτικής συνεργασίας της Αριστεράς, ή η σύμπλευση του ΣΥΝ με δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές.

 

Β) Κοινωνικοί παράγοντες.

 

Η ταξική διάρθρωση της χώρας μας δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων, γύρω στο 40%, ανήκουν στα μεσαία στρώματα, είτε στα μισθωτά, είτε στα αυτοαπασχολούμενα, και ένα 5% στην αστική τάξη. Αλλά και από το 55% που ανήκει στην εργατική τάξη, ένα μέρος του έχει μια επαφή με μικροιδιοκτησία,  είτε με δεύτερη δουλειά, είτε μέσα στην οικογένεια. Αυτή είναι μια πρώτη σημαντική αιτία οικοδόμησης συμμαχιών με την αστική τάξη, ακόμα και φτωχών μερίδων, που μερικές φορές έχουν εισόδημα κάτω από το μέσο μισθό.

Η παραπέρα ανάλυση του κόσμου της μισθωτής εργασίας δείχνει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών κατηγοριών:

 

Η πολυδιάσπαση αυτή δημιουργεί μια αντιφατική κατάσταση με δυνατότητες αλλά και σοβαρές δυσκολίες. Πιο συγκεκριμένα. Στο κομμάτι του  δημόσιου τομέα, από την μια η σταθερή απασχόληση αποτελεί παράγοντα χειραφέτησης, από την άλλη, οι πελατειακές σχέσεις και η κομματικοκρατία, το οδηγούν σε σημαντική εξάρτηση και από τα δύο κόμματα της αστικής τάξης. Το κομμάτι που δουλεύει στη σύγχρονη μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση, από την μια είναι καλλίτερα συνδικαλιστικά οργανωμένο, και δυνάμει διεκδικητικό, αλλά από την άλλη δέχεται την πίεση της ανεργίας και βλέπει ότι υπάρχουν και χειρότερα, αισθάνεται ότι είναι σχετικά προνομιούχο, και μέρος του υιοθετεί τις νεοφιλελεύθερες απόψεις για λιγότερο κράτος, λιγότερους φόρους, μιας και αυτό υπερφορολογείται  για κάποια πρόνοια που κυρίως κατευθύνεται σε άλλους. Το πιο εξαθλιωμένο κομμάτι, ενώ θα έπρεπε να είναι οργισμένο με τις σημερινές πολιτικές, βλέπει άμεση διέξοδο  στο ρουσφέτι, είναι υποταγμένο γιατί εύκολα απολύεται, δεν διεκδικεί, δεν διαμαρτύρεται. Το ίδιο και σε μεγαλύτερο βαθμό συμβαίνει με τους άνεργους, που τους χρησιμοποιούνε σαν πολιορκητικό κριό για ολόκληρη την εργατική τάξη. Έτσι βλέπουμε το παράδοξο, οι πιθανοί λόγοι ριζοσπαστικοποίησης, να αξιοποιούνται από την έμπειρη αστική τάξη για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης. Φυσικά αυτό έχει κάποια όρια, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, το ασφαλιστικό. Μετά από κάποιο σημείο η λαϊκή δυσαρέσκεια μπορεί να ξεσπάσει με απρόβλεπτες διαστάσεις, που μπορεί να πάρουν τα χαρακτηριστικά επαναστατικής κατάστασης.

Τελικά το ποιες τάσεις θα επικρατούν, της ρήξης ή της ενσωμάτωσης, είναι ένα σύνθετο ζήτημα που, πρέπει να γίνει αντικείμενο διαλόγου στην Αριστερά, και αφορά  εκτός των άλλων τον εκσυγχρονισμό των προγραμματικών επεξεργασιών, όχι βέβαια στην κατεύθυνση αποδοχής αλλά αντικατάστασης του καπιταλισμού, και ανάπτυξης ενός αυθεντικού, ενωτικού λαϊκού μαζικού κινήματος.

 

Γ) Διάφοροι άλλοι παράγοντες.

 

 Μια σειρά άλλες αιτίες δεσίματος στο σύστημα και στον δικομματισμό είναι: η υπερχρέωση, τα δάνεια και οι δόσεις. Ο τριπλός ρόλος του εκπαιδευτικού συστήματος, σα συστήματος ταξικής επιλογής και ταυτόχρονα ταξικής ανόδου (μικροαστικοποίησης), καθώς και ιδεολογικής επεξεργασίας των νέων. Ο υπερενισχυμένος ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης (κάποιοι μιλάνε για τηλεοπτική δικτατορία). Η διεφθαρμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η τρομοκρατία στους τόπους δουλειάς. Ο ρόλος της οικογένειας σαν αμορτισέρ που απορροφά τα προβλήματα επιμέρους μελών της (της ανεργίας των νέων, των χαμηλών συντάξεων κτλ). Ο υπερκαταναλωτισμός μερίδας εργαζομένων, σαν συνειδητής προσπάθειας δημιουργίας μη αναγκαίων αναγκών (μόδα κτλ) μέσω της διαφήμισης, κάλυψης με υπερδανεισμό, και κατά συνέπεια υποταγής στην ανάγκη δεύτερης δουλειάς, υπερωριών κτλ.  Διάφορες ιδεοληψίες, όπως η θρησκεία, ο σωβινισμός, ο ρατσισμός, κτλ.

Όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι παράγοντες, θέλουν αναλυτική εξέταση, αλλά και αντιμετώπιση, πρέπει να γίνουν αντικείμενο είτε της λαϊκής είτε της ιδεολογικής πάλης. Είναι όμως μια συζήτηση που πρέπει να συνεχιστεί.

 

Διονύσης Πολίτης

Βήμα διαλόγου