Διονύσης Πολίτης

Εφτά θέσεις για τις κοινωνίες του "υπαρκτού σοσιαλισμού"

 

΄…οι προλεταριακές επαναστάσεις κάνουν αδιάκοπη κριτική στον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, γυρίζουν πάλι σε κείνο που φαίνεται πως έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, χλευάζουν με ωμή ακρίβεια τις ασυνέπειες, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες που παρουσιάζουν οι πρώτες δοκιμές τους, φαίνονται πως ξαπλώνουν κάτω τον αντίπαλο τους μόνο για να αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από την γη και να σηκωθεί μπροστά τους πιο γιγάντιος, οπισθοχωρούν ολοένα μπροστά στην απροσδιόριστη απεραντοσύνη των ίδιων των σκοπών τους, ώσπου να κάνουν αδύνατο κάθε ξαναγύρισμα…΄ (Μαρξ, ΄η 18η Μπρυμαίρ του Λ Βοναπάρτη΄).

 

1. Υπάρχουν δύο τρόποι να εκτιμήσει κανείς την ιστορική πορεία και θέση των κοινωνιών του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ο πρώτος, που σήμερα κυριαρχεί στην φιλολογία, προσπαθεί να εξηγήσει τις εξελίξεις όχι υλιστικά, αλλά σαν αποτέλεσμα θέλησης προσώπων, παραγόντων, αποφάσεων. Η πιο χυδαία εκδοχή είναι αυτή για τους ΄προδότες Γκορμπατσόφ΄ και την ΄Χρουτσοφική κλίκα΄, αλλά υπάρχει και ή λιγότερο φανερή εκδοχή, δηλαδή ότι έφταιγε το Κόμμα, η γενική του στρατηγική, ότι αλλιώς θα ήταν τα πράγματα αν είχε νικήσει ο Τρότσκι, ή ο Μπουχάριν (προφανώς οι αντιλήψεις τους), ή αν το ΚΚΣΕ ακολουθούσε μια διαφορετική γενική γραμμή δημοκρατίας, αντιπροσωπευτικής ή άμεσης, όχι βίαιου εκσυνεταιρισμού της αγροτιάς, διαχωρισμού κόμματος-κράτους, πολυκομματισμού, διαφορετική οικονομική πολιτική, θεωρητικής έρευνας, κτλ. Φυσικά αμέσως θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό δεν είναι υλιστική, αλλά ιδεαλιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων, ότι πρέπει να εξηγήσει κανείς τις αποφάσεις με βάση την πραγματικότητα και όχι αντίστροφα, ότι ακριβώς οι τότε συνθήκες οδήγησαν στην κυριαρχία της α ή β άποψης και την έκαναν κυρίαρχη, χωρίς να παραγνωρίζεται βέβαια και ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα, αλλά όχι να θεωρείται και ο κύριος.

Η δεύτερη, είναι αυτή που θα προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε εμείς, και προσπαθεί να εξηγήσει το τι έγινε με βάση την έρευνα της ιστορικής εξέλιξης.

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και σε μερικούς γενικούς χαρακτηρισμούς των κοινωνιών αυτών. Μερικοί μαρξιστές, στην αγωνία τους να προστατεύσουν το σοσιαλιστικό ιδανικό από την μίζερη εφαρμογή του, καταφεύγουν στην εύκολη λύση της εκτίμησης ότι οι κοινωνίες αυτές δεν ήταν σοσιαλιστικές. Πρόκειται, κατά την γνώμη μας, για μεταφυσική αντίληψη, για ερμηνεία της πραγματικότητας με βάση μια ιδανική, εγκεφαλική κατασκευή για το τι είναι ο σοσιαλισμός, (ανεξάρτητα αν εδώ επιστρατεύονται τσιτάτα του Μαρξ, ή του Ενγκελς), και κάθε ΄βέβηλη΄ πραγματικότητα αποκηρύσσεται σαν κρατικός καπιταλισμός (πχ Μηλιός, περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ, κλπ), σαν σοβιετικός ταξικός σχηματισμός (Κάππος), σαν μεταβατική κοινωνία (μεταβατική για 72 χρόνια), κλπ.

Η δική μας θέση είναι ότι στις κοινωνίες αυτές έγινε μια πρώτη (ή δεύτερη αν συνυπολογίσουμε και την βραχύβια Κομμούνα το 1871), προσπάθεια οικοδόμησης σοσιαλισμού, που όμως όχι μόνο δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί και να νικήσει, αλλά και είχε σοβαρές διαστρεβλώσεις και περιορισμούς, όχι κύρια λόγω της κακής θέλησης προσώπων και κομμάτων, αλλά λόγω τριών σοβαρών ιδιομορφιών: α)της προσπάθειας οικοδόμησης σε μια χώρα, β)της προσπάθειας οικοδόμησης σε μια καθυστερημένη χώρα, καθυστερημένη με μια τριπλή έννοια, δηλαδή καθυστέρηση τεχνική (παραγωγικών δυνάμεων), καθυστέρηση ανάπτυξης του καπιταλισμού (τεράστια κυριαρχία της μικροεμπορευματικής παραγωγής, και μειοψηφία της εργατικής τάξης, 3-4 εκατ σε έναν πληθυσμό 130 εκατ.), και καθυστέρηση πολιτιστική (γενικά, αλλά και καθυστέρηση δημοκρατικής κουλτούρας), και γ)της προσπάθειας οικοδόμησης χωρίς την  μόνιμη συγκατάθεση της πλειοψηφίας των πλατύτερων λαϊκών μαζών. 

Εδώ χρειάζονται μια διευκρίνιση.  Η Λενινιστική αντίληψη για την ανισόμετρη ανάπτυξη, και την θεωρία του αδύνατου κρίκου, με κανέναν τρόπο δεν σήμαινε την δυνατότητας και οικοδόμησης σοσιαλισμού από μία και μάλιστα καθυστερημένη χώρα, ούτε ο Λένιν ούτε οι μπολσεβίκοι πίστευαν κάτι τέτοιο. (δες τα σχετικά αποσπάσματα από τα έργα του Λένιν στους τόμους 36-45 των απάντων)[1]. Προσδοκούσαν το σπάσιμο της αλυσίδας να οδηγήσει σε αλυσιδωτές επαναστάσεις σε αναπτυγμένες χώρες, και κύρια στην Γερμανία. Η ήττα όμως της επανάστασης σε Γερμανία, Ουγγαρία κλπ, οδηγούσαν σε αδιέξοδο: ή έπρεπε να παραδοθεί η εξουσία στους καπιταλιστές, ή έπρεπε να γίνει προσπάθεια για το σχεδόν ακατόρθωτο[2], περιμένοντας το επόμενο επαναστατικό κύμα. Αυτό όμως δεν ήρθε σε αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες αυτές στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 να φτάσουν σε αδιέξοδο.

 

2. Η πλειοψηφία των μαρξιστών σήμερα αναγνωρίζει ότι τα δύο βασικά προβλήματα που εμφανίστηκαν στις κοινωνίες αυτές, ήταν α) η ήττα τελικά στη οικονομική άμιλλα με τον καπιταλισμό, καθώς και β) το πρόβλημα της δημοκρατίας, με βασικές του  εκφράσεις κατά πόσο η εργατική τάξη είχε την διοίκηση των επιχειρήσεων και την κοινωνίας, την σχέση κόμματος και κράτους[3], την σχετική απονέκρωση των Σοβιέτ και των συνδικάτων, την γιγάντωση της γραφειοκρατίας, την έλλειψη ελευθερία έκφρασης και δράσης, (ακόμα και για σοσιαλιστικού και μαρξιστικού περιεχομένου διαφορετικές απόψεις ), ο πολυκομματισμός, (έστω και κομμάτων που είναι υπέρ της σοσιαλιστικής νομιμότητας). Ακραίες εκφράσεις ήταν η μαζική τρομοκρατία την δεκαετία του ΄30, που σημάδεψε βαθιά την σοβιετική κοινωνία.

 Πέρα από τα 2 βασικά προβλήματα, παράγωγα ήταν ένας κάποιος φορμαλισμός και αποστέωση της μαρξιστικής θεωρίας, ένα χάσμα λόγων και έργων, καθώς και προβλήματα αποξένωσης, ηθικής και γενικότερα ενός εποικοδομήματος που δεν προσέγγιζε τα σοσιαλιστικά ιδεώδη.

Μια διευκρίνιση: παράλληλα είχαμε και σημαντικές κατακτήσεις, που οφείλονταν στον σχεδιασμό (παρά τις όποιες αδυναμίες του), και πέτυχαν την μετατροπή μιας καθυστερημένης χώρας σε υπερδύναμη, με τεράστιες κατακτήσεις στον τομέα των επιστημών, αλλά και της κοινωνικής προστασίας, όχι μόνο για τους πολίτες της ΕΣΣΔ, αλλά και για την εργατική τάξη των καπιταλιστικών χωρών. Αυτά μαζί με  κάποια άλλα συμπεράσματα, είναι εξίσου πολύτιμα για μια μελλοντική προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

 

3. Η τρομερή τεχνική καθυστέρηση, σε συνδυασμό με την καπιταλιστική περικύκλωση, οδήγησε σε μια εξοντωτική άμιλλα με τον καπιταλισμό για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της παραγωγικότητας. Αυτό επέβαλε και ένα τύπο παραγωγικής διαδικασίας που αντιστοιχεί σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις, δηλαδή μονοπρόσωπη διεύθυνση, αστοί ειδικοί, φορντικό μοντέλο παραγωγής, αυστηρή πειθαρχία, μέγιστη χρήση του νόμου της αξίας και των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων κτλ.

Παρόλαυτα ο καπιταλισμός νίκησε στην οικονομική άμιλλα με τον σοσιαλισμό. Πιστεύω ότι ο σοσιαλισμός δεν έχει εκείνο τον αποφασιστικό μηχανισμό αύξησης της παραγωγικότητας που έχει ο καπιταλισμός (δηλαδή τον εξοντωτικό ανταγωνισμό), και κατά την γνώμη μου δεν χρειάζεται να τον έχει.[4] Η παραγωγικότητα πρέπει να αυξάνεται λογικά, με σεβασμό στο περιβάλλον και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, για την ικανοποίηση λογικών αναγκών. Όμως οι ανάγκες στον καπιταλισμό αυξάνονται από την ανάγκη υπεραξίωσης του κεφαλαίου, και αυτό, σε συνθήκες συνύπαρξης των δύο συστημάτων  μεταφέρονταν και στους λαούς των σοσιαλιστικών χωρών. Άρα στην οικονομική άμιλλα δεν πιστεύω ότι μπορούσε να νικήσει ο σοσιαλισμός, με δεδομένο ότι και ο καπιταλισμός προσαρμόστηκε, έμαθε πολλά, περιόρισε με τον προγραμματισμό σε ένα βαθμό τις κρίσεις του, χρηματοδότησε με κρατικά κοντύλια την έρευνα (και όχι με ιδιωτικοκαπιταλιστικά), και αναδιάρθρωσε πιο γρήγορα την παραγωγική του βάση, εισάγοντας τις νέες τεχνολογίες, -έστω και με επώδυνο, για μερίδες της εργατικής τάξης- τρόπο. Οι επιτυχίες των πρώτων χρόνων στο κλείσιμο της ψαλίδας ανάπτυξης οφείλεται στην μεγάλη διαφορά εκκίνησης, στον σχεδιασμό, στην εκτατική και σπάταλη σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ανάπτυξη, στον ενθουσιασμό των πρώτων χρόνων. Πάντως παρά το αρχικό κλείσιμο της ψαλίδας, η ΕΣΣΔ παρέμενε πίσω.

 

4. η σχετικά μικρή σε αριθμό εργατική τάξη της επανάστασης, δεν ήταν ή ίδια εργατική τάξη που οικοδομούσε τον σοσιαλισμό. Η πλειοψηφία της σχετικά έμπειρης επαναστατικής εργατικής τάξης τραβήχτηκε στον κόκκινο στρατό, και στην διοίκηση κράτους, επιχειρήσεων και κόμματος, και μεγάλο μέρος της έπεσε στα πεδία των εμφύλιων μαχών, και της επέμβασης.  Μια εντελώς καινούργια εργατική τάξη, δεύτερης γενιάς, άπειρη και με διαφορετική συνείδηση διαμορφώθηκε με γρήγορούς ρυθμούς λόγω της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης, προερχόμενη από καταστραμμένα μικροαστικά στρώματα, διωγμένους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού, στοιχεία εχθρικά στην σοβιετική εξουσία, κάτι που γενικά παραμελείται στην σχετική συζήτηση.  Δεν ήθελε και δεν μπορούσε να δει τις σοσιαλιστικές επιχειρήσει σαν δικές της, ούτε να τις διαχειριστεί. Το κόμμα και οι Διευθυντές την έβλεπαν  με διαφορετικό μάτι. Να πως ο Στάλιν περιγράφει το φαινόμενο: ΄σαν αποτέλεσμα του πεντάχρονου εδραιώσαμε την αρχή του σοσιαλισμού, …διώχνοντας από την οικονομία τα καπιταλιστικά στοιχεία…ιδιώτες βιομήχανοι και οι υπηρέτες τους, έμποροι και τα τσιράκια τους, οι πρώην ευγενείς και οι παπάδες, οι κουλάκοι και οι άνθρωπο τους, οι πρώην λευκοί αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, πρώην αστυνομικοί και χωροφύλακες, οι κάθε λογής αστοί διανοούμενοι…αυτοί οι άνθρωποι τρύπωσαν στα εργοστάσια και τις φάμπρικες…φόρεσαν την μάσκα του εργάτη…με το αίσθημα του μίσους προς την Σοβιετική εξουσία…οργανώνουν μαζική κλεψιά και αρπαγή της κρατικής περιουσίας…(εισήγηση στην ΚΕ 1933). Για να καταλάβουμε την έκταση του προβλήματος, η εργατική τάξη αυξανότανε με τους εξής ρυθμούς: αρχές του αιώνα  κάτω από 2 εκατ, 1924, 5,5 εκατ, 1925 7, εκατ, το 1927 10 εκατ, το 1930 14,5 εκατ, το 1933 22 εκατ. (από αυτούς στη μεγάλη βιομηχανία προεπαναστατικά είχαμε λιγότερο από 1 εκατ, το 1925 περίπου 2,5 εκατ, το 1933 περίπου 7 εκατ. ). Κατά την γνώμη μου, εδώ βρίσκεται η απάντηση για τα περισσότερα προβλήματα που συζητάμε. Έχουμε το εκπληκτικό φαινόμενο μεγάλο μέρος της  ΄κυρίαρχης΄ τάξης, στο όνομα της οποίας οικοδομείται ο σοσιαλισμός να έχει από αδιάφορη μέχρι εχθρική στάση για τον σοσιαλισμό. Δυστυχώς αυτή η πραγματικότητα δεν παίρνεται υπόψιν από την συντριπτική πλειοψηφία των μελετητών, που αναφέρονται σε μια εργατική τάξη ιδεατή, εκτός τόπου και χρόνου, όπως την φαντάζονταν και όχι όπως πραγματικά ήταν.

 

5. οι μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία εκφράζοντας μεν τις διαθέσεις της πλειοψηφίας του έθνους για ειρήνη και ψωμί, και των αγροτών για την γη, αλλά χωρίς σταθερή πολιτική υποστήριξη. Στις εκλογές για την Συντακτική Συνέλευση, πλειοψηφία πήραν οι εσέροι, και οι μπολσεβίκοι την διέλυσαν με την βία.  (παρά την κριτική πχ από την Ρόζα Λούξεμπουργκ, βασική λενινιστική αντίληψη ήταν ότι πρώτα παίρνει η εργατική τάξη την εξουσία και μετά την πλειοψηφία του έθνους). Στηριζόντουσαν σε μια εύθραυστη συμμαχία με τον μεσαίο αγρότη, που  ταλαντευόταν, και για αυτό κατά καιρούς έχαναν την υποστήριξη του[5]. Αυτό δημιούργησε ένα καθεστώς λεπτούς και επισφαλούς ταξικής ισορροπίας, που σε συνδυασμό με την ιμπεριαλιστική περικύκλωση δημιουργούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας, και   εν πάση περιπτώσει δεν επέτρεπε την πολυτέλεια της δημοκρατίας, και της πάλης των τάσεων, ιδιαίτερα που ο πολιτικός πολιτισμός που υπήρχε, οδηγούσε κάθε τάση με διαφορετική γνώμη στην ένοπλη πάλη. Να μην ξεχνάμε ότι οι μπολσεβίκοι ήρθαν σε εμφύλια ένοπλη σύρραξη με τους μενσεβίκους και τους εσέρους, ότι εσέροι δολοφόνησαν τον Κύρωφ, και πυροβόλησαν τον ίδιο τον Λένιν, οργάνωσαν την εξέγερση της Κροστάνδης κτλ. Ήταν τόσο οριακός ο συσχετισμός δυνάμεων που χωρίς την κόκκινη τρομοκρατία, και σιδερένια πειθαρχία, είναι αμφίβολο αν θα διατηρούνταν η σοβιετική εξουσία. Φυσικά αν η επανάσταση είχε νικήσει μετά παγκόσμια, και όλα πήγαιναν σήμερα καλά, ποιος θα τα θυμόταν αυτά;

Το ίδιο το κόμμα, με την ραγδαία ανάπτυξη, δεν μπορούσε να λειτουργεί ουσιαστικά δημοκρατικά, στηριζόταν όπως έλεγε ο Λένιν στο κύρος του λεπτού στρώματος των παλιών μπολσεβίκων. Μετά, ένα διάλειμμα έντονων εσωκομματικών συζητήσεων, είχαμε περιορισμό της δημοκρατίας, και ενοχοποίηση κάθε διαφορετικής άποψης. Σε συνδυασμό με τον οριακό συσχετισμό δυνάμεων, η σιδερένια πειθαρχία θεωρητικοποιήθηκε, η δημοκρατία θεωρούνταν πολυτέλεια.

Τέλος, η βίαιη συνεταιριστικοποίηση, ενώ ήταν μάλλον μονόδρομος, (δεδομένης της απροθυμίας για εθελοντική), μιας και σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης, δεν υπήρχε άλλος δρόμος, και από οικονομική, αλλά και από πολιτική άποψη, ενίσχυσε σημαντικά τις τάσεις αντιπολίτευσης και εχθρότητας, της πλειοψηφίας των αγροτών απέναντι στην σοβιετική εξουσία.

 

6. για την περεστρόικα: αν και είναι θέμα ταμπού, γιατί σηματοδοτεί την επιστροφή στον καπιταλισμό, μια νηφάλια εκτίμηση κατά την γνώμη μου, είναι: τα προβλήματα που επισημαίνονται, όχι μόνο τότε αλλά και πιο παλιά επί Αντρόπωφ, είναι γενικά υπαρκτά, η βασική λύση που επιλέχθηκε ήταν ο εκδημοκρατισμός, κάτι που άνοιξε τους ασκούς του Αίολου, δεδομένης της έλλειψης εμπιστοσύνης στο σοσιαλισμό από την πλειοψηφία των σοβιετικών πολιτών, αλλά και από μια μερίδα της σοβιετικής και κομματικής ηγεσίας. Από εκεί και πέρα η κοινωνία μπήκε σε μια πορεία που αντικειμενικά οδηγούσε στον καπιταλισμό. Μια βίαιη ανακοπή της, απλά θα γυρνούσε στην κατάσταση επί Μπρέζνιεφ, που σε συνθήκες ραγδαίας ανάπτυξης του καπιταλισμού με τις νέες τεχνολογίες, θα επιδείνωνε το χάσμα, τα προβλήματα, θα δυσφημούσε παραπέρα την ιδέα του σοσιαλισμού. Ήταν πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο, οι δυνάμεις που πίστευαν στον σοσιαλισμό να κερδίσουν την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, να την κινητοποιήσουν, και να στρέψουν την πορεία σε θετική κατεύθυνση.

 

7. συμπεράσματα:

 

Α) η θέση για τον αδύνατο κρίκο ήταν μεν θεωρητικά θεμελιωμένη στην θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και την ανισόμετρη ανάπτυξη, (όμως όσον αφορά την κατάληψη της εξουσίας, και όχι και την σοσιαλιστική οικοδόμηση), αλλά ριψοκίνδυνη, και οδηγούσε σε αδιέξοδο, αν δεν ολοκληρωνότανε με επαναστάσεις και στους πιο δυνατούς κρίκους.

 

 Β) σοσιαλισμός τελικά (σύμφωνα και με τις αντιλήψεις του ίδιου του Μαρξ), μπορεί να οικοδομηθεί μόνο σε διεθνή βάση[6], και μάλιστα να περιλαμβάνει τις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, που διαθέτουν ψηλή τεχνολογία, πολυάριθμη εργατική τάξη, που έχει επιπλέον θέληση και ικανότητα (καλλιεργούμενα στην προπαρασκευαστική επαναστατική περίοδο) να διοικήσει τις επιχειρήσεις και το κράτος. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα με τις ολοκληρώσεις και την ΄παγκοσμιοποίηση΄. Φυσικά η εξουσία που καταλαμβάνεται σε εθνική βάση, δεν θα καταληφθεί ταυτόχρονα, και είναι αντικείμενο άλλης έρευνας για το τι γίνεται στο μεταβατικό διάστημα.

 

Γ) Παρόλα αυτά στις κοινωνίες εκείνες έγινε προσπάθεια να οικοδομηθεί σοσιαλισμός, στο όνομα της εργατικής τάξης[7]. Ανοίχτηκαν καινούργιοι δρόμοι, αφήνοντας πολύτιμη εμπειρία. Η εργατική τάξη όμως δεν μπορούσε λόγω υποκειμενικών και αντικειμενικών προσπαθειών να ολοκληρώσει αυτή την προσπάθεια. Ουσιαστικά είχαμε πήδημα στον ουρανό, όπως στην κομμούνα το 1871. Η προσπάθεια αποδείχτηκε θνησιγενής.  Τις δυσκολίες αισθανότανε κάποια στιγμή και η πλειοψηφία των μπολσεβίκων, για αυτό άλλωστε και η πλειοψηφία της ΚΕ αλλά των συνέδρων του 18ου συνεδρίου  διώχτηκε την δεκαετία του ΄30. Το ρεύμα που κυριάρχησε (Στάλιν κτλ) προσπάθησε με φωτιά και σίδερο να ανοίξει δρόμο, ελπίζοντας προφανώς σε μια μελλοντική επαναστατική άνοδο, άνοδο που όμως από ένα και σημείο και μετά εμπόδιζαν τα ίδια τα προβλήματα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το παράδειγμα πια έπαψε να είναι ελκυστικό για τους λαούς.

 

Δ) η θεωρητική θέση του Λένιν ότι πρώτα παίρνεις την εξουσία και μετά την πλειοψηφία του έθνους (υποχρεωτική στο στάδιο του ιμπεριαλισμού), αποδείχτηκε μη επαρκής για την σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η σωστή θέση είναι ότι πρέπει να διαθέτεις σταθερή πλειοψηφία, όχι μόνο στην εργατική τάξη, αλλά στο σύνολο του έθνους, άρα λογικά απαιτείται τέτοιο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, που να έχει μετατρέψει την μεγάλη πλειοψηφία του έθνους σε μισθωτούς.

 

Ε) η εξουσία της εργατικής τάξης πρέπει να καθιερώσει την πιο πλατειά δημοκρατία, και με αντιπροσωπευτικές, αλλά και με άμεσες μορφές. Η ανάγκη η νέα εξουσία να υπερασπιστεί τον εαυτό της από την αντεπανάσταση, με κανένα τρόπο δεν σημαίνει περιορισμούς στην δημοκρατία, ακόμα και στα αστικά τυπικά δημοκρατικά δικαιώματα. Πάντως βασικό κριτήριο της είναι η θέληση και η ικανότητα της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης να διαχειριστεί τις επιχειρήσεις και την κοινωνία.

 

Διονύσης Πολίτης


[1] Το 1918 γράφει ο Λένιν ΄…δεν μπορεί να νοηθεί πλήρης νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνο χώρα, αλλά απαιτείται η πιο δραστήρια συνεργασία μερικών τουλάχιστον προηγμένων χωρών, ανάμεσα στις οποίες δεν μπορούμε να συγκατατάξουμε τη Ρωσία…΄ (άπαντα τόμος 37, σελ 153). Η ίδια ιδέα επαναλαμβάνεται σε όλα σχεδόν τα έργα του Λένιν μέχρι το θάνατο του.

΄…πάντα διακηρύσσαμε και επαναλαμβάναμε τη στοιχειώδη αλήθεια του μαρξισμού, ότι για τη νίκη του σοσιαλισμού χρειάζονται οι συντονισμένες προσπάθειες των εργατών μερικών προηγμένων χωρών΄ (Λένιν άπαντα, τόμος 44, σελ 418).

Ο ίδιος ο Στάλιν το 1924, σε διάλεξη του στο πανεπιστήμιο Σβερντλώφ, έλεγε ΄…μπορεί να επιτευχθεί η νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα χωρίς τις κοινές προσπάθειες  του προλεταριάτου μιας σειράς αναπτυγμένων χωρών; Όχι, αυτό είναι αδύνατο…για την τελική νίκη του σοσιαλισμού, για την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας χώρας, ιδιαίτερα μιας αγροτικής χώρας σαν την Ρωσία, είναι ανεπαρκείς.΄ Αργότερα στην δεύτερη έκδοση των απάντων του Στάλιν, η διατύπωση άλλαξε και έγραφε ακριβώς τα αντίθετα, συμβαδίζοντας με τις καινούργιες απόψεις της σοβιετικής ηγεσίας για ΄οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα΄.

 

[2] Μπουχάριν : ΄ο σοσιαλισμός σε μας δεν θα μπορέσει να πετύχει άνθιση…για μεγάλο χρονικό διάστημα θα είναι καθυστερημένος σοσιαλισμός, σοσιαλισμός ιδιόμορφος, προκαθορισμένος από τον τύπο του καπιταλισμού που προηγήθηκε…βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι οικοδομείται σε μια χώρα αγροτική…που δεν έχει τεχνική και οικονομική αρωγή άλλων χωρών…΄ (1926, εισήγηση στην συνδιάσκεψη του Λένινγκραντ).

[3] Στο 12 Συνέδριο υπήρχε στην απόφαση θέση για δικτατορία του κόμματος! (αργότερα ο Στάλιν έγραψε ότι μπήκε από …αβλεψία!)

[4] Βασικότερο κίνητρο πρέπει να είναι  το αίσθημα ιδιοκτησίας των εργατών, που όμως στην ΕΣΣΔ όχι μόνο υπήρχε πολύ περιορισμένα, αλλά και είχαμε αισθήματα αποξένωσης, από την κρατική περιουσία, δηλαδή την ΄περιουσία τους΄. .

[5] Υλικά συνεδρίων ΚΚΣΕ, λόγοι Στάλιν. Το 1920  χάνουν και την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους της εργατικής τάξης, το διαπιστώνουν  έγκαιρα και περνάνε στην Νέα Οικονομική Πολιτική.

[6] Οι σημερινές εξελίξεις στην Κίνα, στο Βιετνάμ, δείχνουν, νομίζω, συνειδητοποίηση αυτού ακριβώς του πράγματος, και δεν πρόκειται για ξαφνική  προδοσία εκατομμυρίων κομμουνιστών, όπως μερικοί αφελείς νομίζουν, αντικαθιστώντας την πολιτική ανάλυση με την …ψυχανάλυση!

[7] Η εργατική τάξη είχε την εξουσία όχι άμεσα αλλά δια αντιπροσώπων, που πολλές φορές στρέφανε την εξουσία τους ενάντια την ίδια την τάξη.

 

Βήμα διαλόγου