Χρήστος Μωραϊτης:

Eccolapsis: Γεννιέται κάτι;

       

Μια πολύ όμορφη παράσταση ήταν αυτή που παρακολουθήσαμε το προπερασμένο Σαββατοκύριακο στο Δημοτικό Θέατρο από τη χορευτική-δραματική ομάδα της κυρίας Σοφιάννας Κάντα. Μέσα σε μια ώρα ζήσαμε την εμπειρία μιας ομάδας ανθρώπων που γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει χωρίς ποτέ να γνωρίσει την ελευ8ερία. Αυτό είναι η βασική ιδέα του χοροδράματος, η οποία και μας άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εκτέλεσή της.

 

Έξι άνθρωποι αρχίζουν και τελειώνουν τη ζωή τους μέσα σε έναν χώρο εγκλεισμού, ένα άσυλο ή κάτι τέτοιο, όπου βιώνουν όλες τις ανθρώπινες εμπειρίες, όπως τη μεταξύ τους βία και τον έρωτα, αλλά και ποικίλα συναισθήματα, όπως το φόβο, την υποταγή, την οργή, την επιθυμία για τον αέρα της έξω ζωής.

 

Όλα αυτά βέβαια κάτω από τα άγρυπνα μάτια και τις διαταγές των αόρατων φρουρών τους, κάτι που αναπόφευκτα φέρνει στο νου το Μεγάλο Αδελφό από το "1984" του Όργουελ, αλλά και την περιπέτεια του Τζιμ Κάρεϋ στο "One man show", ή ακόμα την κλασική πια "Φωλιά του κούκου". Η αρχική χορογραφία όμως με την καταπληκτική στιγμή της "εκκόλαψης" αυτών των ανθρωπίνων όντων μοιάζει να είναι βγαλμένη κατευθείαν από τις σελίδες του Χάξλεϋ και το "Θαυμαστό καινούργιο κόσμο" του, πράγμα που δείχνει ότι το δίλημμα που απασχόλησε την ευρωπαϊκή διανόηση τη περασμένη δεκαετία μάλλον έχει ξεπεραστεί: ανάμεσα στον Χάξλεϋ και τον Όργουελ δεν υπάρχει λιγότερο ή περισσότερο δικαιωμένος από την ιστορία, ο κόσμος μας έχει κάτι από τις εφιαλτικές προφητείες και των δύο.

 

Είναι επίσης αξιοσημείωτο το τέλος του δράματος. Ο πιο τολμηρός από τους έγκλειστους, κάποια στιγμή σπάει τα δεσμά και βγαίνει στον έξω κόσμο, παρά την έντονη αντίδραση του "μέσα φύλακα", του πιο υποταγμένου από τα μέλη της ομάδας, αφήνοντας το δρόμο ανοιχτό και για του ς υπόλοιπους. Αυτοί όμως προτιμούν την ασφάλεια και τη σιγουριά του "οικείου χώρου", επιβεβαιώνοντας έτσι τον κανόνα που θέλει τους ανθρώπους να προτιμούν συνήθως τη σιγουριά μιας κακής ή μέτριας ζωής αντί για την αβεβαιότητα μιας εξόδου στο άγνωστο αλλά ελπιδοφόρο "επέκεινα".

 

Βέβαια, μετά από λίγο, ο πρωτοπόρος δραπέτης επιστρέφει στην παρέα και στη φυλακή του, μια σεναριακή έκβαση που συζητήθηκε αρκετά, κυρίως για τον απαισιόδοξο τόνο με τον οποίο διαποτίζει όλη την παράσταση.

 

Είναι αναπόφευκτη λοιπόν η υποταγή στο "μηχανισμό του εξανδραποδισμού" που θα έλεγε και ο Τερζάκης; Έχει αλλοτριωθεί εντελώς η ορμή προς την ελευθερία, ή έχει τόσο όμορφα μεταμφιεστεί -με τακούνια και άλλα αξεσουάρ- η υποταγή και η δουλοπρέπεια;

 

Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα πιο πολύ ένα "ευτυχές τέλος" στην ιστορία, πιο πολύ όμως σκέφτομαι ότι αυτό που μου λείπει πια από τη σύγχρονη τέχνη είναι η ώθηση προς τα πάνω παρά η διαπίστωση του πόσο άσχημη είναι η ζωή κάτω. Το δρόμο προς τον ουρανό, που θα έλεγε και ο Σαχτούρης, είναι που πρέπει να δείχνει ο καλλιτέχνης κι όχι μόνο τη λάσπη που πατάμε.

 

Αν η τέχνη του εφικτού είναι για τους πολιτικούς, των καλλιτεχνών το έργο είναι να εικονοποιήσουν την ουτοπία, να την κάνουν απτή, υλική, κι ας είναι άϋλη, πάλι και πάλι, ξανά από την αρχή, κι ας έχουν προηγηθεί μεγάλα μυαλά: Πλάτωνας και Θουκυδίδης, Χέγκελ και Μαρξ, Λένιν και Γκράμσι, Σαρτρ και Πουλαντζάς, και αρκετοί άλλοι νεότεροι. Σε αυτούς θα απλώσει τις ρίζες του ο καλλιτέχνης για να ρουφήξει το χυμό της σοφίας που θα του επιτρέψει να αναπλάσει με τον τρόπο του την πραγματικότητα γύρω του. Με στόχο όμως να μας οδηγήσει προς τα πάνω.

 

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος, για να ξαναγυρίσω στην παράσταση, ότι η κ. Κάντα αυτά είχε κατά νου, όταν κατέστρωνε τις χορογραφίες της. Το ότι όμως η παράσταση γέννησε τέτοιες σκέψεις σε κάποιους, μαρτυράει αδιάψευστα την επιτυχία της.

 

Σε αυτήν συνέβαλαν καθοριστικά τόσο η μουσική του κ. Λώτη, όσο και τα σκηνικά του κ. Κόκκαλη. Η πρώτη με υπόγειους ρυθμούς και ποικιλία φυσικών και τεχνητών ήχων, αλλού έδινε βηματισμό, αλλού συμπλήρωνε, αλλού διασαφήνιζε, κι αλλού υπέβαλλε συναισθήματα και σκέψεις. Ο κ. Κόκκαλης, από την άλλη, κατάφερε, με ιδέες λιτές αλλά γεμάτες ουσία και λειτουργικότητα, να πλάσει ένα σκηνικό ονείρου που να επιδέχεται εύκολα πολλαπλούς συμβολισμούς. Το κέλυφος, η "μήτρα" στην αρχή και το τέλος, τα ενυδρεία ως όρια του χώρου αλλά και σύμβολα, ο φωτισμός, έδωσαν στην παράσταση χαρακτήρα και -προπάντων- επέτρεψαν να λειτουργεί πιο ελεύθερα ο συνειρμός και η φαντασία των θεατών.

 

Ήταν μια πολύ καλή παράσταση, πράγμα όχι πολύ συνηθισμένο στην Κέρκυρα της επίσημης πολιτιστικής παρακμής που βιώνουμε.

 

Χρήστος Μωραΐτης

φιλόλογος - εκπαιδευτικός

 

Βήμα διαλόγου