Αλέξης Λευθεριώτης

Αριστερά: Ευκαιρία πολιτικής ανασυγκρότησης

 

Καθημερινά γίνεται όλο και περισσότερο επιτακτική η ανάγκη ανασύνθεσης του κομματικού πλαισίου της μεταπολίτευσης, όχι μόνο γιατί τα δύο κυβερνητικά κόμματα, η Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ, έχουν ήδη προ πολλού εξαντλήσει όλες τις διαχειριστικές τους δυνατότητες, όχι μόνο γιατί η κυβερνητική πολιτική τους παράγει αθρόα εκτρωματικές καταστάσεις, αλλά και γιατί το ίδιο το μοντέλο πολιτικής λειτουργίας που προτείνουν έχει δείξει σε όλη του την έκταση το απεχθές πρόσωπό του. Τα σκάνδαλα και η διαφθορά είναι συστατικά στοιχεία της άσκησης της πολιτικής τους και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα που μετέρχονται δεν είναι πλέον ικανά να διαγράψουν από το συλλογικό κοινωνικό υποσυνείδητο την εδραιωμένη αντίληψη ότι και τα δύο κόμματα εξουσίας είναι παραλλαγές της ίδιας κυβερνητικής νοοτροπίας και πρακτικής.

 

Τρεισήμισι  και πλέον χρόνια η  διακυβέρνηση της χώρας από τη Ν.Δ προσδιόρισε με απολύτως εύληπτο τρόπο το περιεχόμενο των προγραμματικών «μεταρρυθμίσεων», που επαγγελόταν προεκλογικά η παράταξη αυτή, καθώς και το περιεχόμενο που θα προσδώσει στις «μεταρρυθμίσεις», τις οποίες θα συνεχίσει να κάνει, αν κερδίσει και τις επόμενες εκλογές.

 

Ήταν ρυθμίσεις ακραίου συντηρητικού χαρακτήρα και στην ουσία τους αποδόμηση των ελάχιστων στοιχείων του κοινωνικού κράτους, τα οποία δεν είχε προλάβει να καταργήσει το ΠΑΣΟΚ, ενώ και οι επόμενες προγραμματικές της εφαρμογές θα είναι περισσότερο σκληρές νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις.

 

Η ψήφιση του ονομαζόμενου κατ’ ευφημισμό «νόμου πλαισίου»  για την ανώτατη εκπαίδευση, οι προτάσεις της για τη συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 16 για τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων και του άρθρου 24 για τη δήθεν προστασία των δασών, καθώς και οι ρυθμίσεις των εργασιακών σχέσεων και η επικείμενη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος,  συνιστούν μερικές μόνο κραυγαλέες περιπτώσεις της ακραίας νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, η οποία διατρέχει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

 

Παράλληλα η άσκηση της εξουσίας από το κόμμα αυτό  έχει  έντονα τα στοιχεία της επανίδρυσης του κράτους της δεξιάς. Η αναδιάταξη του πελατειακού κράτους με τις αθρόες προσλήψεις «γαλάζιων παιδιών», η  απροκάλυπτη  προσπάθεια  χειραγώγησης της δικαιοσύνης (π.χ τηλεφωνικές υποκλοπές, απαγωγές Πακιστανών, σκάνδαλο δομημένων ομολόγων, αποφάσεις για συμβασιούχους κ.λ.π.), τα βασανιστήρια οικονομικών μεταναστών σε αστυνομικά τμήματα, η πολιτική επιστράτευση των ναυτεργατών, η άγρια  καταστολή των φοιτητικών κινητοποιήσεων, προσδιορίζουν ακριβώς το περιεχόμενο της κοινωνικής  πολιτικής, που επαγγέλλεται το κυβερνών κόμμα της Ν.Δ.

 

Στο οικονομικό, τέλος, πεδίο η ανεξέλεγκτη επέλαση της ακρίβειας , η αύξηση της έμμεσης φορολογίας (π.χ. αύξηση Φ.Π.Α κατά μία ποσοστιαία μονάδα) και η καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων εν αγνοία (!!!) του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης από οικονομικούς αεριτζήδες και τυχοδιώκτες με λευκά κολάρα και βρώμικα χέρια, είναι στοιχεία σύμφυτα του αυξημένου ενδιαφέροντος και του επιπέδου προστασίας που παρέχει αυτή η κυβέρνηση στις οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού.    

 

Η πολιτική αντίληψη και η πολιτική πρακτική, εν τέλει,  του  κυβερνώντος  κόμματος για την επιβολή στη κοινωνία των συντηρητικών επιλογών της κατά  δόσεις,  έχει μεν μακροχρόνιο παρελθόν, αλλά δεν πρέπει να έχει και  μακροχρόνιο μέλλον.

 

Είναι όμως το ΠΑΣΟΚ η εναλλακτική κυβερνητική λύση απέναντι στην απεχθή νέοσυντηρητική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας;

Η απάντηση είναι καταφανέστατα όχι.

 

Όχι, διότι δεν έχει να επιδείξει ουσιώδεις διαφορές από τη Ν.Δ σε ιδεολογικό επίπεδο.

Ακολούθησε κι αυτό με θαυμαστή συνέπεια τον ιδεολογικό εκφυλισμό της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και την αποδοχή  εκ μέρους της του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού στη  πιο ασύδοτη μορφή του και την εφάρμοσε κιόλας με περισσή κοινωνική αναλγησία, εκμαυλίζοντας ταυτόχρονα το κοινωνικό σώμα με σοσιαλφανή πολιτική ρητορεία. 

Όχι ,  διότι δεν έχει να επιδείξει ουσιώδεις διαφορές από τη Ν.Δ σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής.

Η δημιουργία πολυποίκιλων σκανδάλων κατά την άσκηση της εξουσίας του, η διαφθορά στελεχών του, κυρίως μεσαίου πολιτικού βεληνεκούς, αλλά όχι μόνο, η δυσμορφία του προσώπου της κρατικής μηχανής σε εκτεταμένες εκφάνσεις της λειτουργίας της, ήταν μερικά από τα στοιχεία που διαμόρφωναν τη παθογένεια της πολιτικής ζωής επί των ημερών των κυβερνήσεών του.

Όχι, διότι δεν έχει να επιδείξει ουσιώδεις διαφορές από τη Ν.Δ σε επίπεδο προγραμματικού λόγου.

Κάθε προσπάθεια προσέγγισης τώρα κοινωνικών ομάδων, τις οποίες απαξίωσε κοινωνικά και εξοβέλισε οικονομικά κατά τα τελευταία έντεκα χρόνια της διακυβέρνησής του,  μέσα από «προγραμματικό» λόγο  σε επίπεδο πλειοδοσίας παροχών είναι κακέκτυπη αναπαραγωγή της συντηρητικής αντίληψης του πελατειακού κράτους και σ’ αυτό το τομέα η Ν.Δ κατέχει τη πρωτοκαθεδρία.

Όχι, διότι δεν έχει να επιδείξει ηγετική κυβερνητική ομάδα ουσιωδώς διάφορη από αυτήν που αποδοκιμάστηκε ηχηρά στις τελευταίες εκλογές από το εκλογικό σώμα.

Πώς και ποιους με στοιχειώδη πολιτική αντίληψη μπορεί άραγε να πείσει για τις σοσιαλιστικές  προθέσεις του ο κάθε εκσυγχρονιστής υπουργός ή άλλο στέλεχος της Σημιτικής διακυβέρνησης,  φορώντας τώρα τη τήβεννο της κοινωνικής ευαισθησίας, όταν μέχρι μόλις πριν τρία χρόνια με αλαζονικό εξουσιαστικό πρόσωπο εφάρμοζε εξακολουθητικά σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική;

 

Τελικά το μοναδικό πεδίο αντιπαράθεσης, που μπορούν να επιδείξουν Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ,  στο οποίο ανταγωνίζονται επάξια, είναι το πεδίο παραγωγής διαφθοράς κατά την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Είναι δηλαδή το πεδίο, στο οποίο καταγράφεται ποιο από τα δύο κόμματα εξουσίας επιβάρυνε το δημόσιο βίο με λιγότερη δόση διαφθοράς. Είναι ομολογουμένως το πλέον ιδανικό πεδίο πολιτικής σύγκρισης και σύγκρουσής τους στο  επίπεδο της πολιτικής λασπομαχίας, που επιδίδονται συστηματικά.

 

Αυτό ακριβώς το αναξιόπιστο πολιτικό σκηνικό με την εναλλαγή δύο συντηρητικών κομμάτων στην εξουσία η αριστερά οφείλει να διεμβολήσει και να ανατρέψει. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή για να διαμορφωθεί αυτή η πολιτική  προοπτική, καθώς ο δικομματισμός εμφανίζει έντονα στοιχεία αποσύνθεσης.

 

Η ταυτόχρονη εκλογική αποδοκιμασία  της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ στις επικείμενες εκλογές και η μη δυνατότητα κανενός από τα δύο αυτά κόμματα να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, θα είναι ιστορική πολιτική ήττα και για τα δύο συντηρητικά κόμματα και ταυτόχρονα το πλέον ουσιαστικό όφελος για τη κοινωνία των πολιτών, αφού θα εγκαινιάζει ένα νέο πολιτικό κύκλο, στον οποίο ο μονοκομματικός ετσιθελισμός και η αυθαιρεσία θα είναι ανύπαρκτα φαινόμενα. Δεν θα υπάρχουν πλέον για τα κόμματα αυτά λευκές πολιτικές επιταγές.

 

Το βασικό, ωστόσο, προαπαιτούμενο για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού είναι η πολιτική και εκλογική συνεργασία όλων των δυνάμεων της αριστεράς, ώστε να δημιουργηθεί ένας αξιόπιστος πολιτικός πόλος, ο οποίος θα δημιουργήσει   τη πεποίθηση στο κοινωνικό σώμα ότι ο κυβερνητικός δικομματισμός δεν θα είναι πλέον ούτε πολιτικά, ούτε κοινοβουλευτικά ανεξέλεγκτος.

 

Αυτός ο πολιτικός πόλος μπορεί να περιλαμβάνει ανεξάρτητους αριστερούς και όλες τις συνιστώσες της αριστεράς, χωρίς αποκλεισμούς και εξαιρέσεις, καθώς και όλους τους αριστερούς, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι στο χώρο του ΠΑΣΟΚ και έχουν πλέον διαπιστώσει ή διαισθάνονται ότι  ο ιδεολογικός και πολιτικός εκφυλισμός αυτού του κόμματος είναι μη αναστρέψιμος.

 

Η συγκρότηση, όμως, ενός τέτοιου πολιτικού πόλου δεν είναι μόνο οργανωτικό γεγονός και δεν επιτυγχάνεται ούτε με τεχνικές διαχειρίσεις, ούτε με συναισθηματικές επικλήσεις, ούτε με παραγγέλματα, ούτε με  αφορισμούς και εξορκισμούς. Απαιτεί πολιτική βούληση για  αποφάσεις προς δύο κατευθύνσεις: Πρώτον η αριστερά οφείλει  να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν της και δεύτερον να διαμορφώσει σύγχρονες προγραμματικές θέσεις σοσιαλιστικού χαρακτήρα.

 

Το πεδίο , πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί μία τέτοια πολιτική συνεργασία είναι το αξιακό υπόβαθρο της αριστεράς και οι δύο βασικές αρχές του μαρξισμού, δηλαδή η πάλη των τάξεων και ο διεθνισμός.   Η πρώτη ως εργαλείο ανάλυσης των κοινωνικών φαινομένων και η δεύτερη ως βασικό στοιχείο άσκησης πολιτικής. Είναι όμως ταυτόχρονα αναγκαίο να επαναπροσδιοριστούν ουσιαστικές πολιτικές έννοιες, όπως η έννοια της κοινωνικής τάξης, καθώς η τεχνική και πολιτική σύνθεση του προλεταριάτου αλλάζει σε κάθε ιστορική συγκυρία. Από την άλλη πλευρά είναι επίσης αναγκαίο να επαναπροσδιοριστούν  και οι πολιτικές πρακτικές της, καθώς σημαντικό μέρος από τα ιδεολογικά και πολιτικά της στερεότυπα έχουν χρεοκοπήσει οριστικά στη συνείδηση των πολιτών.

 

Με άλλα λόγια είναι αναγκαίο να γεννηθεί μία νέα αριστερή πολιτική κουλτούρα συνεργασίας των συνιστωσών της και σ’ αυτό το εγχείρημα έχει  κάθε αριστερός προσωπική υποχρέωση συνεισφοράς.

 

Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος, ο οποίος μπορεί να σταματήσει το πολιτικό μαρασμό της αριστεράς και ο πιο ασφαλής δρόμος, ο οποίος μπορεί να την οδηγήσει με αξιώσεις στο πολιτικό προσκήνιο. Διαφορετικά θα συνεχίσει να στοιχειώνεται από την ίδια την ιστορία της.

 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, άλλωστε, ότι το συνολικό εκλογικό ποσοστό της κυμαίνεται γύρω στο 10% και μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να μετουσιώσει σε συνειδητή αποδοχή των  προγραμματικών της θέσεων   τη δυσαρέσκεια του κοινωνικού σώματος στις ασκούμενες συντηρητικές πολιτικές των δύο κομμάτων εξουσίας και εν τέλει να την εισπράξει εκλογικά και πολιτικά. Μία από τις ουσιαστικές αιτίες της πολιτικής της καθήλωσης είναι η πολυδιάσπαση και η αναξιοπιστία που εκπέμπει αυτή η κατάσταση προς τη κοινωνία.

 

Έτσι, κάθε πρόσκαιρη εκλογική επιτυχία οποιασδήποτε συνιστώσας της, μικρού ή μεγαλύτερου χαρακτήρα, η οποία θα στηρίζεται σε πρόσκαιρες ψήφους διαμαρτυρίας κατά του δικομματισμού και όχι σε ψήφους πολιτικής αποδοχής των θέσεων και των πρακτικών της θα είναι μόνο επίφαση πολιτικής επιτυχίας, διότι θα δημιουργεί στο κομματικό ακροατήριο την αίσθηση της πολιτικής επιβεβαίωσης, η οποία είναι απαραίτητο στοιχείο μόνο για εσωκομματική κατανάλωση. Στη πραγματικότητα θα είναι μία ψευδαίσθηση, μία εκλογική επιτυχία χωρίς αντίκρισμα, διότι  θα την καθηλώνει ιδεολογικά μέσα από την δήθεν εκλογική της επιβεβαίωση και συνακόλουθα θα συνεχίσει να την προσδιορίζει πολιτικά ως ομάδα διαμαρτυρίας και όχι ως εναλλακτικό πόλο ουσιαστικής κοινωνικής παρέμβασης και καθοριστικό παράγοντα πολιτικής αλλαγής. 

     

                                                                   Αλέξης Λευθεριώτης

 

Βήμα διαλόγου