Διονύσης Στραβοράβδης

Μια πρώτη πρόταση για ένα άλλο αυτοδιοικητικό τοπίο

 

Τα τελευταία χρόνια, κυρίως επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, πραγματοποιήθηκαν δομικές μεταβολές στους αυτοδιοικητικούς θεσμούς, με πιο σημαντικές αυτές της συγκρότησης των Καποδιστριακών Δήμων και της αιρετής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.

 

Όμως οι πολιτικές των κυβερνήσεων, τόσο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της Ν.Δ., δεν αντιμετώπισαν τα προβλήματα του χώρου, ενώ παράλληλα πρόσθεσαν και άλλα. Κι αυτό γιατί οι αλλαγές δεν ήταν καρπός μιας βαθύτερης μελέτης των προβλημάτων των τοπικών κοινωνιών, ούτε μιας γενικότερης στρατηγικής, αλλά συνδυασμός μιας μηχανικής μεταφοράς ξένων μοντέλων διοικητικής δομής και μιας επιδίωξης μικροκομματικών συμφερόντων, παράλληλα με την υπηρέτηση κατεστημένων οικονομικών συμφερόντων συνυφασμένων με τις κατεστημένες δομές στο κράτος και την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

 

Όχι μόνο δεν υπηρετήθηκε η προσαρμογή της χώρας μας σε ένα σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης με όλες τις εξουσίες-αρμοδιότητες τοπικού, νομαρχιακού και περιφερειακού χαρακτήρα, συνοδευόμενες από τους αντίστοιχους πόρους, αλλά και θεσμοθετήθηκε ο διορισμένος κομματικός Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, που αποτελεί και το μακρύ χέρι της κεντρικής εξουσίας.

 

Ο κρατικός έλεγχος σε επίπεδο νομού, που ασκούσε ο κρατικός νομάρχης, μεταφέρθηκε πλέον στο τρίτο επίπεδο, αυτό της διοικητικής Περιφέρειας, που αυτή όμως, σε αντίθεση προς ό,τι ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, παραμένει θεσμός κρατικός.

 

Και αυτός ο θεσμός πλέον ασκεί τον έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων της Αυτοδιοίκησης και της ευθύνης των αιρετών. Αυτός διαχειρίζεται προγράμματα και κατανομή πόρων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αυτός εκπροσωπεί την πολιτική εξουσία στην περιφέρεια και κατ΄ ουσία διασφαλίζει την εξάρτηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από το κράτος.

 

Ακριβώς για τη διασφάλιση αυτού του ρόλου της Περιφέρειας, του κρατικού δηλαδή ελέγχου στην Αυτοδιοίκηση., η τροποποίηση του Συντάγματος του 2001 περιόρισε σε δυο βαθμούς την Τοπική Αυτοδιοίκηση ώστε, στην πράξη, και δεδομένου ότι ήδη λειτουργούν ο πρώτος και δεύτερος βαθμός, να συναντά και συνταγματικό κώλυμα το αίτημα της αναγωγής της Περιφέρειας σε αυτοδιοικητικό θεσμό τρίτου βαθμού.

 

Το παραπάνω μοντέλο διοικητικής συγκρότησης της χώρας φαίνεται ότι εξήντλησε την αποστολή του, που ασφαλώς ήταν η υπηρέτηση της αιχμαλωσίας της Αυτοδιοίκησης στο δικομματισμό. Γι' αυτό και άρχισε δειλά-δειλά να εμφανίζεται, με τη μέθοδο των δημοσιευμάτων στον ημερήσιο τύπο, ένα καινούργιο μοντέλο.

 

Κι επειδή στο προηγούμενο υπάρχουν προβλήματα, οφείλουμε να προσεγγίσουμε το καινούργιο με τη λογική της πρότασης κι όχι της απόρριψης.

 

Σε μια περίοδο που

οφείλει η Αριστερά να καταθέσει τόσο την εναλλακτική της πρόταση, από το μικρό και τοπικό έως το συνολικό, το περιφερειακό και εθνικό, είτε μέσα από τους θεσμούς της Αυτοδιοίκησης, είτε μέσα από το Κοινοβούλιο, όσο και την ουσιαστική της συμβολή και συμμετοχή στα τοπικά κινήματα, τις κινήσεις και τους φορείς ενεργοποίησης των πολιτών.

 

Η Αυτοδιοίκηση πρέπει να έχει τον δικό της ρόλο και την αυτονομία της, στο επίπεδο των Περιφερειών, Νομών και αστικών και περιφερειακών Δήμων, κατανέμοντας ρόλους, αρμοδιότητες και πόρους, με βάση την αρχή της επικουρικότητας, δηλαδή της αντιμετώπισης των προβλημάτων στο εγγύτερο δυνατόν προς τον πολίτη επίπεδο.

 

Είναι αναγκαία η διασφάλιση ενός νομοθετικά και πολιτικά κατοχυρωμένου θεσμικού διαλόγου ανάμεσα στο κράτος και την Αυτοδιοίκηση, καθώς και ανάμεσα στους βαθμούς και τα επίπεδα της Αυτοδιοίκησης. Και βεβαίως η διασφάλιση και ενεργοποίηση του δημοκρατικού προγραμματισμού, από τη μικρότερη κοινότητα ως την κορυφή της κρατικής πυραμίδας, που ο νομοθέτης καθιέρωσε μεν από τη δεκαετία του '80 και διατηρεί τύποις, ουδέποτε όμως ολοκλήρωσε, ήδη δε έχει πλήρως αδρανοποιηθεί.

 

Γι' αυτό απαιτούνται ορισμένες μεγάλες μεταρρυθμίσεις που μπορούν να γίνουν άμεσα.

 

Το Σύνταγμα όρισε δύο βαθμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η διεύρυνση του δεύτερου βαθμού στα όρια των σημερινών Περιφερειών με την ανάδειξή τους σε Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση με αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο και αιρετό Περιφερειάρχη αποτελεί απολύτως ρεαλιστική επιλογή θεσμικά και πολιτικά, αποτελεί προϋπόθεση για την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη.

 

Οι σημερινές Νομαρχίες μπορούν να λειτουργήσουν ως αποκεντρωμένοι περιφερειακοί θεσμοί της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, με αιρετά όργανα, πόρους και αρμοδιότητες. Με εσωτερική κατανομή ανάμεσα στο Περιφερειακό Συμβούλιο και στα Νομαρχιακά Συμβούλια να λυθεί το ζήτημα της άσκησης των αρμοδιοτήτων, με βάση το τεκμήριο της αρμοδιότητας σε κάθε επίπεδο.

 

Οι Δήμοι της περιφέρειας είναι αναγκαίο να ανασυγκροτηθούν, προκειμένου να εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα, τη δυνατότητα παροχής ικανοποιητικών υπηρεσιών και αναπτυξιακής παρέμβασης, την ανταγωνιστικότητά τους, την αξιοποίηση του ενδογενούς δυναμικού, την προστασία του αστικού, αγροτικού και φυσικού περιβάλλοντος και τελικά τη συγκράτηση του πληθυσμού και την ισόρροπη ανάπτυξη, με προϋπόθεση βέβαια την ουσιαστική δημοτική δημοκρατία, με εσωτερική αποκέντρωση, θεσμούς, πόρους και αρμοδιότητες που θα διασφαλίζουν τη συμμετοχή και των πιο μικρών κοινοτήτων.

 

Αυτή η ανασυγκρότηση κράτους και Τοπικής Αυτοδιοίκησης προϋποθέτει ανακατανομή των δημοσίων πόρων και δαπανών σε πλήρη αντιστοιχία προς την ανακατανομή ρόλων, έργων, αρμοδιοτήτων μεταξύ του κράτους και της Αυτοδιοίκησης. Ανακατανομή μέσα από το θεσμικό διάλογο κράτους-Αυτοδιοίκησης, κατά τρόπο ώστε κανείς να μην ενεργεί αυθαίρετα στη διαχείριση των οικονομικών, κανείς να μην επιβάλλει αυθαίρετα φορολογικά βάρη, χωρίς προηγούμενο διάλογο με τους πολίτες.

 

Τέλος, η όλη διαδικασία διαχείρισης των οικονομικών του κράτους και της Αυτοδιοίκησης να μην καταλήγει σε βάρος των κατώτερων εισοδημάτων κοινωνικών ομάδων, αλλά να διέπεται από τις αρχές της ίσης κατανομής των βαρών και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

 

Χρειάζεται επομένως ένα συνολικό σχέδιο δράσης για δημοκρατία παντού, για τη διαφάνεια και τον εκδημοκρατισμό θεσμών και διαδικασιών, για την αναβάθμιση του ρόλου των αντιπροσωπευτικών θεσμών.

 

Μια τέτοια ανασυγκρότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του κράτους θα απαντήσει στην ανάγκη υπέρβασης της σημερινής δομικής κρίσης της δημόσιας σφαίρας στο σύνολό της και θα αναδείξει την κενότητα των ιδεολογημάτων για «λιγότερο» ή «περισσότερο» κράτος και το ψευδές του διλήμματος «κράτος ή αγορά».

 

Μια τέτοια αναθεώρηση της δημόσιας σφαίρας προφανώς δεν μπορεί να παραμείνει μόνον οργανωτική. Εξ αντικειμένου θέτει σε προτεραιότητα τα ζητήματα της ποιότητας του έργου Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κράτους, των νέων προσανατολισμών τους στις σύγχρονες συνθήκες καθώς και των αντίστοιχων στρατηγικών κατευθύνσεων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας.

 

Σ' αυτή την κατεύθυνση πρέπει να ξεκινήσει μια ουσιαστική συζήτηση που, με αξιόπιστα κριτήρια, γεωγραφικά, οικονομικά, αναπτυξιακά, χωρίς καταναγκασμούς, χωρίς τοπικισμούς και λαϊκισμούς, μακριά από μικροκομματικές σκοπιμότητες, θα καταστήσει την Αυτοδιοίκηση εγγυητή της δημοκρατικής έκφρασης και της συμμετοχής των πολιτών, αλλά και συντονιστή της τοπικής ανάπτυξης και ευημερίας.

 

Διονύσης Στραβοράβδης

Γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής Κέρκυρας του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ

 

Βήμα διαλόγου