Skip to main content.
Συνασπισμός της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας
04/04/2009

Ομιλια του Προέδρου του ΣΥΝ, Αλέξη Τσίπρα, στη συνεδρίαση της ΚΠΕ του ΣΥΝ με θέμα: «Πολιτικές εξελίξεις – Πανελλαδική Σύσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ - Ευρωεκλογές»

Τις προηγούμενες ημέρες ολόκληρη η προσοχή του κόσμου συγκεντρώθηκε στην περίφημη σύνοδο των G20 στο Λονδίνο. Τι είδαμε εκεί: είδαμε τους πιο ισχυρούς πολιτικούς παίκτες του κόσμου, μαζί με τα οικονομικά επιτελεία και τους τραπεζίτες τους, να συζητάνε αγωνιωδώς για τους τρόπους αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης.

Συζητήθηκαν βεβαίως εκεί οι ανάγκες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Συζητήθηκαν οι ανάγκες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Συζητήθηκαν οι ανάγκες των τραπεζών. Συζητήθηκαν οι ανάγκες των μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτό που δεν συζητήθηκε ήταν οι ανάγκες των ανθρώπων και των κοινωνιών.

Δηλαδή το πως θα προστατευτούν τα πραγματικά θύματα αυτής της κρίσης. Αυτοί που δεν φταίνε σε τίποτα και πληρώνουν το πραγματικό κόστος.

Το αίτημα για προστασία των ανθρώπων και της κοινωνίας, το οποίο στις σημερινές συνθήκες τίθεται περισσότερο επιτακτικά από κάθε άλλη φορά, διατυπώθηκε έξω από τις πύλες της συνόδου. Διατυπώθηκε από τις εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές που κατέκλυσαν τους δρόμους της βρετανικής πρωτεύουσας με αίτημα ένα διαφορετικό μέλλον για τον πλανήτη.

Το σύστημα παγκόσμιας οικονομικής κυριαρχίας που καταχρηστικά ονομάστηκε “απελευθερωμένες αγορές” συσσώρευσε για δεκαετίες αδικία, ανισότητες και καταστροφή, στις κοινωνίες και το περιβάλλον. Σήμερα τείνει να καταστρέψει και τον ίδιο του τον εαυτό. 

Το να ταΐσουμε σήμερα αυτό το σύστημα με δημόσιο χρήμα, ελπίζοντας να αναστρέψουμε την κατάσταση, μήπως και γυρίσουμε την ιστορία πίσω, μία μέρα πριν την κατάρρευση της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ, είναι πέρα και έξω από κάθε λογική. Και επίσης είναι απολύτως αδύνατο.

     Σήμερα αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να ανοίξουμε νέους δρόμους. Και για να ανοίξουμε νέους δρόμους πρέπει κάποιοι να έχουν το κουράγιο να παραδεχτούν την αποτυχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου αλλά και τη πολιτική βούληση να απαγκιστρωθούν από την ασύδοτη λειτουργία των αγορών. 

Κρίσιμο πολιτικό ζήτημα για την αντιμετώπιση της κρίσης, από τη σκοπιά των μισθωτών, αποτέλεσε η άρνηση της Ευρώπης να συναινέσει σε μία συντονισμένη διοχέτευση δημόσιου χρήματος στην οικονομία. Πρόκειται για μία απόφαση η οποία βαθαίνει την κρίση τόσο στις κοινωνίες της Ευρώπης όσο και παγκόσμια.

Προηγήθηκε βέβαια η απόφαση της Κομισιόν για περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, η άρνηση να υπάρξει δανεισμός των κυβερνήσεων είτε κατευθείαν από την ΕΚΤ (όπως γίνεται στις ΗΠΑ, Ιαπωνία, Βρετανία) είτε μέσω ενός ευρωομολόγου. Προηγήθηκε η άρνηση διαμόρφωσης ευρωπαϊκών μηχανισμών αλληλεγγύης, η εμμονή στο δόγμα κάθε κράτος-μέλος θα τα βγάλει πέρα μόνο του, η εμμονή στο στραπατσαρισμένο Σύμφωνο Σταθερότητας που απαιτεί περιορισμό της δημοσιονομικής πολιτικής.

Κάθε αύξηση των δημοσίων δαπανών, φυσικά, σημαίνει και αύξηση του χρέους και των ελλειμμάτων. Αλλά ειδικά για την ΕΕ σημαίνει και κάτι παραπάνω. Σημαίνει σε αυτή τη περίοδο των ριζικών ανακατατάξεων που προκαλεί η κρίση και αμφισβήτηση του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της, αμφισβήτησης του πυρήνα των θεμελιακών συνθηκών της, όπως αυτής του Μάαστριχτ. Και αυτός, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται υπερβολή, είναι ένας σημαντικός λόγος άρνησης, εξορκισμού μιας τέτοιας πολιτικής από τους ευρωπαίους ‘μουλάδες’ του νεοφιλελευθερισμού, δεξιούς και σοσιαλδημοκράτες.

 Η θέσπιση ευρωομολόγου για παράδειγμα, όσο λογική και σωτήρια κίνηση και αν ακούγεται για το σύνολο των χωρών της ΕΕ και όχι μόνο για τις αδύναμες που θα επωφεληθούν άμεσα, δεν παύει να  είναι ένας θεσμικός μετασχηματισμός για την νεοφιλελεύθερη ευρώπη. Και μία πολιτική συντονισμένων δημοσίων δαπανών συνδέεται με τέτοιου είδους θεσμικούς μετασχηματισμούς.

Τέτοιοι μηχανισμοί χρηματοδότησης, λοιπόν, φοβίζουν τους εκπροσώπους του νεοφιλελευθερισμού γιατί σημαίνουν μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας για τα κράτη από τον έλεγχο των αγορών. Γιατί ακυρώνουν έναν βασικό μηχανισμό εμπέδωσης του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος.

 Θα μπορεί η Ελλάδα, π.χ., να ζητήσει δανεισμό από την ΕΚΤ χωρίς να πρέπει να ακολουθήσει το πρόγραμμα λιτότητας που ακολουθεί για να πείσει τις αγορές να τη δανείσουν;

Η άνοδος του χρέους και των ελλειμμάτων επίσης τους φοβίζει. Όχι τους έπιασε τώρα ο πόνος του «δημοσιονομικού νοικοκυρέματος». Εδώ δε μπορέσανε να το πετύχουνε τη περίοδο των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης θα το πετύχουνε τη περίοδο της κρίσης;

Το φοβούνται, όμως, γιατί γνωρίζουν ότι έστω και μετά την κρίση, θα πρέπει για να καλύψουν τα υψηλό έλλειμα, εξ ανάγκης να φορολογηθούν (και) τα μεγάλα εισοδήματα και οι επιχειρήσεις, επομένως να πληγεί η κοινωνικο-πολιτική βάση του νεοφιλελευθερισμού, με την αλλαγή του μοντέλου διανομής του εισοδήματος.

Προφανώς μια τέτοια προοπτική φοβίζει της ελίτ τόσο της ευρώπης όσο και συνολικά του πλανήτη, γι αυτό και δεν απασχολεί τους G20 και τους συσχετισμούς που επικρατούν ανάμεσά τους. Απασχολεί όμως τον 21ο ισχυρό του κόσμου. Τους λαούς και τα κινήματα. Και αυτοί είναι ο μόνος παράγοντας που μπορεί να διαμορφώσει τους όρους για μια άλλη πολιτική κατεύθυνση, ανατρέποντας τους σημερινούς συσχετισμούς δυνάμεων.

Διάβαζα τις προάλλες για το σύνθημα της Greenpeace που υιοθετήθηκε από τους διαδηλωτές του Λονδίνου και είναι, νομίζω, πολύ αντιπροσωπευτικό της κατάστασης. Λέει “αν ο πλανήτης ήταν τράπεζα θα τον είχατε σώσει”.

Και αυτό το σύνθημα μπορεί να εκφραστεί σε όλα τα επίπεδα. Αν ο Λαναράς ήταν τράπεζα, αν το πάρκο στην Κυψέλη ήτανε τράπεζα, αν ο στρατός των νέων ανέργων ήταν τράπεζα, αν το ασφαλιστικό σύστημα ήταν τράπεζα, αν το πανεπιστήμιο ήταν τράπεζα, αν το εθνικό σύστημα υγείας ήταν τράπεζα, θα τα είχατε σώσει.

Γιατί; Γιατί τις τράπεζες έχετε μάθει να υπολογίζετε. Και πέσατε τραγικά έξω. Τώρα λοιπόν, θα μάθετε να υπολογίζετε και την κοινωνία. Εκτός και αν καταφέρετε να τη ισοπεδώσετε τελείως.

Και μη βιαστείτε να πείτε ότι εμπεριέχουν δόση υπερβολής τα λόγια μου. Δείτε μόνο τι πρακτικά σημαίνουν για τη χώρα μας οι κυρίαρχες κατευθύνσεις της Κομισιόν και του Γιουρογκρούπ για πίστη στο Σύμφωνο Σταθερότητας, δηλαδή στη πολιτική του δημοσιονομικού περιορισμού και των χαμηλών ελλειμμάτων.

Για την Ελλάδα, σημαίνουν περιορισμό των δημοσίων δαπανών, αύξηση φόρων, περικοπές μισθών και συντάξεων, συρρίκνωση της κοινωνικής προστασίας και ασφάλισης, διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Με μια κουβέντα σημαίνουν απόλυτο βούλιαγμα της κοινωνίας μέσα στην κρίση. Χαμένες θέσεις εργασίας. Μετατροπή της σταθερής και μόνιμης δουλειάς σε ελαστική απασχόληση. Οριστική απορύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος και των κοινωνικών υπηρεσιών. Υποχώρηση στον τομέα προστασίας του περιβάλλοντος.

Και αυτά, προσέξτε, δεν τα λέει η γκρινιάρικη αριστερά. Τα λέει ο κ. Αλμούνια. Τα είπε ξεκάθαρα στην έκθεσή του και ο κ. Προβόπουλος. Και τα υιοθετεί πλήρως η κυβέρνηση στο όνομα μιας συνεπούς ώριμης και υπεύθυνης πολιτικής.

Ας το σημειώσουμε αυτό. Γιατί όλοι οι οικονομολόγοι που δεν μισθοδοτούνται από την εξουσία έχουν διαφορετική άποψη. Απέναντι σε μια οικονομική κρίση, αυτό που χρειάζεται είναι αύξηση των δημοσίων δαπανών, τόνωση της ζήτησης, στήριξη των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.

Η πολιτική που μας προτείνει σήμερα η Κομισσιόν ισοδυναμεί με σφαγή. Και την πολιτική αυτή την υιοθετεί τόσο η κυβέρνηση όσο όμως και το ΠΑΣΟΚ, χωρίς δεύτερη συζήτηση.

Τώρα λοιπόν οφείλουμε να βοηθήσουμε την κοινωνία, τους εργαζόμενους, τους νέους και τις νέες, τους ανθρώπους από τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, να κατανοήσουν ότι υπάρχουν δύο γραμμές και δύο σχέδια για την έξοδο από τη κρίση.

Το ένα είναι το σχέδιο της συναίνεσης ευρωπαϊκής δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας, που αντιμετωπίζει τη κρίση ως ευκαιρία όχι για αλλαγή αλλά για εμβάθυνση της αποτυχημένης και καταστροφικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

 Το άλλο είναι το σχέδιο της αριστεράς. Η υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, της εργασίας, των δημοσίων αγαθών του περιβάλλοντος. Και η επιτυχία του σχεδίου αυτού εξαρτάται από την ενεργοποίηση της κοινωνίας.

Στη χώρα μας, η εφαρμογή του πρώτου σχεδίου εξειδικεύεται με την απόλυτη ευθυγράμμιση της κυβέρνησης στις επιταγές της Κομισιόν

Και τι βλέπουμε ως κυβερνητική πολιτική απέναντι στην κρίση;

Πρώτον, βλέπουμε την προσπάθεια να στηριχτεί ο τραπεζικός τομέας με κάθε θυσία. Ένας τραπεζικός τομέας, που ας μην το ξεχνάμε, όλα τα προηγούμενα χρόνια πλούτισε, χάρη στην αυθαιρεσία και τις καταχρηστικές πρακτικές, που εφάρμοσε εις βάρος της κοινωνίας. Και το κατάφερε χάρη στη στήριξη και τη νομιμοποίηση όλων των τελευταίων κυβερνήσεων είτε ήταν του ΠΑΣΟΚ είτε της Νέας Δημοκρατίας.

Και σήμερα, ο τραπεζικός τομέας καταφεύγει σε μια άνευ προηγουμένου ενίσχυση από το κράτος, χωρίς καμία δέσμευση ότι θα αλλάξει τον προσανατολισμό του, Και από την πλευρά του κάνει πολύ καλά, αφού έχει τη δυνατότητα. Το πρόβλημα είναι στην κυβέρνηση. Η οποία αρνείται να εξετάσει κάθε πρόταση που λέει ότι οι εγγυήσεις απέναντι στις τράπεζες θα έπρεπε να συνοδεύονται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Και ότι αυτό που τα προηγούμενα χρόνια παρουσιάστηκε ως απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, ενώ στην πραγματικότητα ήταν το πιο σκληρό καρτέλ της ελληνικής οικονομίας, έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Και κάτω από τις δεδομένες εξελίξεις, ο μόνος δρόμος είναι η επιβολή δημόσιου ελέγχου στο τραπεζικό σύστημα.

Και αυτή είναι σήμερα μια από τις πιο ουσιαστικές προτάσεις της αριστεράς. Και είναι μια πρόταση που αποκτά όλο και μεγαλύτερη αποδοχή από την κοινωνία.

Δεύτερον, βλέπουμε μια κυβέρνηση που ισχυρίζεται ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της κρίσης. Και το μόνο δραστικό μέτρο που ανακοινώνει, είναι η κατάργηση του τέλους ταξινόμησης στα αυτοκίνητα πολυτελείας.

Δε λέω, πραγματικά δραστικό μέτρο. Επιτρέπει στους υπουργούς, τους βουλευτές και τους φίλους τους με τους οποίους παίζουν κάθε Κυριακή τένις, να αγοράσουν τζιπ με εκπτώσεις της τάξης των 10000 ευρώ. Προφανώς με τις ανάλογες μειώσεις στα δημόσια έσοδα, την ώρα μάλιστα που δεχόμαστε ασφυκτικές πιέσεις να μειώσουμε τα ελλείμματα.

Τρίτον, βλέπουμε μια στρατηγική επιβολής ολοένα και περισσότερων φόρων στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Και μια καμπάνια για το ξήλωμα των θέσεων εργασίας, την μετατροπή τους σε θέσεις μερικής απασχόλησης. Και έναν κοινωνικό τομέα που συρρικνώνεται διαρκώς, στο όνομα του περιορισμού των ελλειμμάτων.

Αυτή είναι σήμερα η στρατηγική της κυβέρνησης. Μια στρατηγική που παρουσιάζεται από την πλευρά του πρωθυπουργού ως ρεαλισμός και υπευθυνότητα. 

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για κανένα ρεαλισμό και καμία υπευθυνότητα. Πρόκειται για μια κακόβουλη πολιτική που βασίζεται σε δύο άξονες. Στην πολιτική παραίτηση και την ηττοπάθεια της κοινωνίας και στην λογική του να κρύβουμε την πολιτική μας και τις προθέσεις μας πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 Δεν πρέπει να τους αφήσουμε να περάσουν αυτό το σχέδιο. Η πολιτική του κ. Καραμανλή είναι σαν τη στολή του βασιλιά στο γνωστό παραμύθι. Είναι γυμνή, αδύναμη, ιδιοτελής και στερείται από κάθε κοινωνικό περιεχόμενο. Και μπροστά σε μια ενωμένη κοινωνία, που υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά της θα είναι μια πολιτική που θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος.

     Υπάρχει, όμως ένα ακόμα κομβικό σημείο στην κυβερνητική πολιτική: προσπαθεί να καλύψει τα κενά της, επιδιδόμενη σε έναν πρωτοφανή ακροδεξιό λαϊκισμό, και μάλιστα σε ζητήματα δικαιοσύνης, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της εγκληματικότητας και της βίας.

Αν ,όμως, θέλει να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα βίας, μπορεί απλώς να εφαρμόσει τους νόμους. Έχουμε άφθονους και επαρκείς και δεν το λέμε εμείς. Το λένε δικηγορικοί σύλλογοι, επιφανείς νομικοί, ακαδημαϊκοί και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι.

Αλλά η κυβέρνηση δεν ασχολείται με αυτό. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι με πρόσχημα τις περιβόητες κουκούλες, να δαιμονοποιήσει κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας, ή δημοκρατικές κατακτήσεις όπως το πανεπιστημιακό άσυλο.

Να ξεμπερδέψει δηλαδή με κάθε είδους κινητοποίηση που μπορεί να της θυμίζει την ήττα στο άρθρο 16 ή τις μεγάλες ειρηνικές συμβολικές διαμαρτυρίες του Δεκέμβρη που πρέπει να σβηστούν από την ιστορία και να μείνουν μονάχα οι σπασμένες βιτρίνες.

.

Γιατί όμως η κυβέρνηση κινείται σε έναν τόσο ολισθηρό δρόμο; Γιατί αυτό που την ενδιαφέρει είναι να επενδύσει στα συντηρητικά αντανακλαστικά των πολιτών. Σε μια περίοδο όπου διαρρηγνύεται η συνοχή της κοινωνία, η κυβέρνηση επενδύει στο φόβο και στην ανασφάλεια. Και αυτό που την αφορά δεν είναι να πείσει με επιχειρήματα τους πολίτες αλλά να επαναπατρίσει το  κοινό του κ. Καρατζαφέρη.

Αυτή είναι η πραγματική αιτία που οι πρωτοβουλίες του υπουργού δικαιοσύνης εξαντλούν τα όρια του ακροδεξιού λαϊκισμού και αγγίζουν τα όρια της γραφικότητας.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να έχουμε εντελώς ξεκάθαρο το τι ακριβώς επιδιώκει στην συγκυρία της οικονομικής κρίσης το ΠΑΣΟΚ. Σε όλη την διάρκεια του τελευταίου διαστήματος δεν είδαμε πουθενά να προβάλλει μια ατζέντα για την υπεράσπιση της κοινωνίας.

Όλη του η στρατηγική επενδύει στην κυβερνητική απαξίωση. Και εστιάζει στην εντύπωση ότι ο κ. Παπανδρέου θα διαχειριζόταν την σημερινή κατάσταση πιο παραγωγικά από τον κ. Καραμανλή.

Αυτό θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει τζάμπα αντιπολίτευση. Αλλά το ζήτημα δεν είναι εκεί. Είναι ότι στα πλέον κομβικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα της εκ περιτροπής εργασίας και της νεοφιλελεύθερης ατζέντας που εισάγει στο δημόσιο λόγο ο κ. Μίχαλος, το ΠΑΣΟΚ συναινεί απολύτως.

Το ίδιο και στα όρια εφαρμογής του Συμφώνου σταθερότητας. Το ίδιο και στην ατζέντα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ιδιαίτερα στο ζήτημα του πανεπιστημιακού άσυλου.

Δείτε για παράδειγμα τις κραυγές της κας Διαμαντοπούλου για την πρόσφατη κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Που μπορεί να μην είχε δικές μας δυνάμεις αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήταν μαζική, απολύτως ειρηνική, χωρίς να δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα στην εκπαιδευτική διαδικασία και που κατάφερε εν τέλει να φέρει στο προσκήνιο ένα πολύ σοβαρό ζήτημα: το σκάνδαλο των εργολαβιών καθαρισμού μέσα στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Δεν ήταν λοιπόν και η καταλληλότερη αφορμή για να πιέσει κανείς για το άσυλο. Κι όμως το ΠΑΣΟΚ ακριβώς αυτό επιχείρησε.

Ενώ για τις εργολαβίες και τη μαύρη εργασία μέσα στο πανεπιστήμιο δεν είχε να πεί λέξη. Όπως παρομοίως δεν είχε να πεί λέξη και για τις εργολαβίες στα δημόσια νοσοκομεία και στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, που με δικούς του νόμους θεσπίστηκαν και μας οδήγησαν στα φαινόμενα του εργασιακού μεσαίωνα, και στην υπόθεση Κούνεβα.

Γιατί, όμως, το ΠΑΣΟΚ να κινείται σε αυτή τη  κατεύθυνση;

Θα περίμενε κανείς, τώρα που καταρρέουν οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες, τώρα που καταρρέει η κυβέρνηση της ΝΔ, να έχει κάνει μια πραγματικά αριστερή στροφή, να έχει πάρει επ’ ώμου τα αιτήματα και τα προτάγματα της αριστεράς και να σαρώνει στη κοινωνία.

Και όμως επιμένει στην συντηρητική ατζέντα, στη λεγόμενη ατζέντα του μεσαίου χώρου, έτσι τον λένε τώρα το χώρο της κεντροδεξιάς. Γιατί άραγε;

Γιατί αυτό για το οποίο ενδιαφέρεται δεν είναι η πολιτική αρχών. Ούτε μια κοινωνική συμμαχία που θα το βοηθήσει να διεκδικήσει ξανά την εξουσία. Αυτό στο οποίο στοχεύει, είναι να πείσει τα εγχώρια οικονομικά κέντρα αλλά και τα διεθνή πολιτικοοικονομικά κέντρα και ιδιαίτερα την ελίτ της Ευρωπαϊκής ¨Ένωσης ότι δικαιούται της εμπιστοσύνης τους για την διακυβέρνηση της χώρας.

Σεβαστή επιλογή, Αλλά δεν αφορά την κοινωνία. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο που οργανώνεται η μεγαλύτερη επίθεση πάνω στα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, και ο κόσμος, οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι, οι νέες και οι νέοι των 500 ευρώ, οι επισφαλείς και οι ανασφάλιστοι πρέπει να ξέρουν ποιος είναι μαζί τους και ποιος είναι εναντίον τους.

Συτρόφισσες και σύντροφοι

 Μπροστά μας έχουμε μια σκληρή εκλογική μάχη. Τη μάχη των Ευρωεκλογών. Και αυτή τη μάχη πρέπει να τη δούμε σα μια μεγάλη ευκαιρία που έρχεται μπροστά μας. Αν η ριζοσπαστική αριστερά πετύχει ένα μεγάλο αποτέλεσμα, πολλά πράγματα θα αρχίσουν να αλλάζουν στο πολιτικό σκηνικό. Και η μάχη μας για την υπεράσπιση της κοινωνίας και για ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο, θα μπορεί να δοθεί από καλύτερες θέσεις και με ακόμα καλύτερους όρους,

Στην πορεία αυτή, το κόμμα έχει εξοπλιστεί όχι μόνο με την αυτοπεποίθηση που μας δίνει η συμμετοχή μας σχεδόν σε όλα τα κοινωνικά μέτωπα το τελευταίο διάστημα, αλλά και με το πρόγραμμά μας, το οποίο ψηφίστηκε από μια μεγάλη πλειοψηφία στο τελευταίο μας διαρκές συνέδριο. 

Με τις αποφάσεις του Συνεδρίου αλλά και με την πρόσφατη επιλογή των μελών μας σε μια πλατιά δημοκρατική διαδικασία που ενεργοποίησε χιλιάδες μέλη μας και απέδειξε πόσο μπροστά είμαστε σε σχέση με τα άλλα κόμματα, θα βαδίζουμε προς τις Ευρωεκλογές, μέσα από το συμμαχικό σχήμα των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η μάχη αυτή θα δοθεί τόσο στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο όσο και στο πεδίο των θέσεων για μια άλλη Ευρώπη. Η κριτική μας στις σημερινές δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην νεοφιλελεύθερη αντικοινωνική στρατηγική που προωθούν τα όργανά της και στο κοινωνικό της έλλειμμα πρέπει να ενισχύει το όραμά μας για μια δημοκρατική κοινωνική Ευρώπη. Μια Ευρώπη της δημοκρατίας, της ισότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης. Μια Ευρώπη των λαών.

Στην κατεύθυνση αυτή, πρέπει να αξιοποιηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι προγραμματικές μας επεξεργασίες και το προγραμματικό πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η εκλογική πλατφόρμα του ΚΕΑ, ώστε να διαμορφώσουμε μια Εκλογική Διακήρυξη που θα καλύπτει το σύνολο των ευαισθησιών, αλλά και των αποχρώσεων τόσο εντός του ΣΥΝ, όσο και συνολικά  του ΣΥΡΙΖΑ.

Την ίδια στιγμή είναι σημαντικό να μεταδώσουμε παντού το μήνυμα ότι κάθε βήμα ενίσχυσης της Αριστεράς είναι κέρδος για την έκβαση των κοινωνικών αγώνων. Των αγώνων που το επόμενο διάστημα θα εκδηλωθούν σε κάθε μέτωπο, από τους εργασιακούς χώρους και τα πανεπιστήμια μέχρι τις γειτονιές και από την πιο απομακρυσμένη περιφέρεια μέχρι τις διεθνείς κινητοποιήσεις. Και ότι αυτοί οι κοινωνικοί αγώνες αποτελούν την πιο βασική προϋπόθεση για έξοδο από την οικονομική κρίση.

Από την άλλη όμως, οφείλουμε να αξιοποιήσουμε και να προβάλουμε τις ρεαλιστικές αλλά και τολμηρές μας προτάσεις, για μια θετική διέξοδο από την κρίση. Να μην περιοριστούμε στις δυσοίωνες διαπιστώσεις και στις αυτονόητες καταστροφικές περιγραφές όσον αφορά στις επιπτώσεις των ν/φ πολιτικών. Να εισάγουμε ένα στοιχείο λελογισμένης αισιοδοξίας στο λόγο μας. Να επενδύσουμε στη διέξοδο και όχι στο βάθεμα της κρίσης.

Άλλωστε, αν για κάτι σήμερα γίνεται επιτακτική και αναγκαία η στροφή στα αριστερά που εμείς προτείνουμε, είναι γιατί είναι η μόνη ρεαλιστική στρατηγική που επενδύει στην θετική διέξοδο.

Δεν θέλω να κοινοτοπήσω, μιλώντας για την ανάγκη να δώσουμε την μάχη με όλες μας τις δυνάμεις. ΘΑ πω όμως ότι αυτή τη στιγμή οφείλουμε όλες και όλοι να δείξουμε την μεγαλύτερη δυνατή εξωστρέφεια και ενεργητικότητα. Να βγούμε από την Κουμουνδούρου και να ανοιχτούμε στον κόσμο, αξιοποιώντας όλο το δυναμικό μας και προβάλλοντας με κάθε τρόπο τις προγραμματικές μας θέσεις.

Πιστέψτε με, ο κόσμος διψάει να ακούσει κάτι από την Αριστερά και είναι πολύ θυμωμένος μαζί μας γιατί οι προσδοκίες του από μας είναι πολύ μεγαλύτερες από μια εικόνα εσωκομματικών αντιπαραθέσεων που δίνουμε το τελευταίο διάστημα.

Οφείλουμε, λοιπόν, να μην διαψεύσουμε τις προσδοκίες που σημαντικά τμήματα νεολαίας και πολιτών έχουν τα τελευταία χρόνια εναποθέσει στο κόμμα μας και στις προοπτικές του.

Και αυτό αφορά και όσους ποθούν και αγωνίζονται για τη συσπείρωση και την κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς και τους πολίτες, άνδρες και γυναίκες που έχουν τις αναφορές του στον σοσιαλιστικό και οικολογικό χώρο, αλλά και σημαντικά τμήματα της νέας γενιάς.

Να βρεθούμε κοντά στις αγωνίες τους, στις ανασφάλειές τους, αλλά και στις προσπάθειες τους να αλλάξουν τα πράγματα.

Και αυτή τη δύσκολη μάχη που έχουμε μπροστά μας να τη δώσουμε όλες και όλοι μαζί.

Φέρνοντας ολοένα και περσότερους εργαζόμενους, νέους, αδύναμους της κοινωνίας πιο κοντά στο πολιτικό μας σχέδιο. Δουλεύοντας για την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού και για την συγκρότηση μιας μεγάλης και ισχυρής αριστεράς.

Και αυτό με σεβασμό στην διαφωνία και στις διαφορετικές απόψεις, αλλά και με πίστη στην ενότητα και στην εξωστρεφή δράση και με φροντίδα για την δημόσια εικόνα του κόμματος να δώσουμε τη μάχη έχοντας βάλει τον πήχη ψηλά και να πιστέψουμε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Και είναι συνειδητή επιλογή να βάλουμε το πήχη ψηλά.  Δεν αγνοούμε τη σημερινές δυσκολίες και τις αλλαγές που προκαλεί η κρίση και στο τρόπο σκέψης και στη συνείδηση του κόσμου. Όμως είναι στο χέρι μας να αντιστρέψουμε τις προβλέψεις και να καλύψουμε το στόχο όχι μόνο για 3, αλλά και 4 Ευρωβουλευτές. Για μια ακόμα πιο αντιπροσωπευτική και πλουραλιστική εκπροσώπηση των δυνάμεων μας στο Ευρωκοινοβούλιο.

Προτείνω λοιπόν να αποφασίσουμε τη συγκρότηση εκλογικής επιτροπής για τη μάχη των ευρωεκλογών που πέρα από τον πρώτο πυρήνα που έχει αποφασιστεί από την ΠΓ να συμπεριλάβει και τον Αλέκο τον Αλαβάνο, και τον Φώτη τον Κουβέλη και τον Νίκο τον Χουντή και τον Δημήτρη τον Παπαδημούλη και της οποίας τον συντονισμό προτίθεμαι να αναλάβω.

Και με τη προσθήκη συντρόφων και συντροφισσών και από τις άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο κέντρο συντονισμού της εκλογικής μάχης για να γίνει πιο αποτελεσματική η προσπάθειά μας.