Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
22/07/2008

Ομιλία Γιάννη Δραγασάκη στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων σχετικά με το νομοσχέδιο για το ξέπλυμα του μαύρου χρήματος

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ: Επεξεργασία και εξέταση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, εμείς γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και πιέσεις για να γίνει κάτι στον τομέα αυτόν και από την Ε.Ε. και από το όργανο αυτό, το οποίο έχει συγκροτηθεί. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν προβλήματα, αλλά έχουμε ερωτήματα για τις προθέσεις της Κυβέρνησης. Δηλαδή, κατά πόσο η Κυβέρνηση προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα ή προσπαθεί να λύσει άλλα προβλήματα. Ελπίζουμε το ερώτημα αυτό να διαλευκανθεί αύριο με τους φορείς.

Η δεύτερη εισαγωγική παρατήρηση που θέλω να κάνω είναι ότι, εμείς δεν διαφωνούμε μόνο με το νομοσχέδιο επί της αρχής, αλλά με όλο το εννοιολογικό του πλαίσιο. Τι θα πει «μαύρο χρήμα»; Υπάρχει «μαύρο» και «άσπρο» χρήμα;

Για παράδειγμα, στην περίπτωση της SIEMENS που ξέρουμε κάποια γεγονότα, ποτέ «μαύρισε» το χρήμα; Το χρήμα που δημι-ουργούν οι εργαζόμενοι, δηλαδή, το κέρδος, με την εργασία τους και που στη συνέχεια, πάει στα ταμεία της εταιρίας και κάποια στιγμή η εταιρεία λέει: Βάλε στην άκρη κάποια εκατομμύρια για δωροδοκήσουμε. Θέλω να πω, ότι εδώ δεν πρόκειται για μαύρο χρήμα, αλλά για «μαύρες, σκοτεινές» λειτουργίες του χρήματος. Σε μερικές περιπτώσεις πρόκειται και για «σκόπιμες πηγές» του χρήματος. Όλο το χρήμα μπορεί να κάνει μαύρες και σκοτεινές λειτουργίες, δεν είναι κάτι το ξεχωριστό.

Επομένως, αντί να συζητούμε, πού διακινείται αυτό το μαύρο χρήμα, πώς προκύπτει, πώς φτάνει να υπηρετεί για να κάνει αυτές τις λειτουργίες, ερχόμαστε στην ουσία να δημιουργήσουμε μια «κοινωνία ενόχων», που ακόμα και κάποιος που κρατά στα χέρια του 10.000 ευρώ σε μετρητά, θεωρείται ύποπτος.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα έχει να κάνει με τις σχέσεις χρήματος και τρομοκρατίας. Εγώ διάβασα στον διεθνή Τύπο, ότι το μεγάλο τρομοκρατικό χτύπημα, από τα μεγαλύτερα που έχουν γίνει μετά τη Νέα Υόρκη, που έγινε στη Μαδρίτη και είχε τόσα θύματα, στοίχισε 1500 ευρώ. Είναι δυνατόν να συζητάμε, δηλαδή, να ταυτίζουμε την τρομοκρατία με το χρήμα; Ένα κιλό μπαρούτι, φτάνει για να καταστρέψεις τη ζωή ανθρώπων. Απαιτεί χρήμα η τρομοκρατία;

Δεν είναι τυχαίο, ότι μετά το 2001, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ανακάλυψαν ότι «υπάρχει θέμα». Μέχρι τότε, οπότε είτε ο ΟΟΣΑ είτε η Ε.Ε., συζητούσαν για να ληφθούν κάποια μέτρα για τις υπεράκτιες εταιρείες, για τους «φορολογικούς παραδείσους», οι Αμερικανοί αντιδρούσαν. Ανακάλυψαν το πρόβλημα, όταν δέχτηκαν αυτό το χτύπημα, αλλά και πάλι, όλο το σύστημα διακίνησης, «ξεπλύματος» αυτού του χρήματος, του λεγόμενου «βρώμικου», μένει ανέπαφο. Καταντά μια τεράστια υποκρισία τώρα, η συζήτηση αυτή που κάνουμε, εδώ στο Κολωνάκι, όλες οι τράπεζες έχουν γραφεία, μπορούν να σας υποδείξουν, πώς θα εξασφαλίσετε την ανωνυμία σας, εάν έχετε χρήματα φυσικά. Εάν έχεις χρήμα, φέρτα, θα σου εξασφαλίσουμε λογαριασμό με off shore εταιρίας σε «φορολογικό παράδεισο» και κανείς δεν θα ξέρει ποιος είσαι και τι χρήματα έχεις. Στη βάση αυτού του συστήματος, ερχόμαστε να στήσουμε έναν τεράστιο μηχανισμό, ο οποίος μέχρι στιγμής, να δούμε τι έκανε και θα δούμε τι θα κάνει από δω και πέρα.

Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει ένα θέμα πολιτικής αισθητικής. Κύριε Υπουργέ, η κοινωνία περιμένει από σας, ένα νομοσχέδιο που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Για ποια τρομοκρατία μιλάμε; Εδώ, κόμματα ενέχονται σε δωροδοκίες κ.λπ.. Δηλαδή και για λόγους αισθητικής, δεν μπορούμε να συζητάμε αυτό το θέμα, πριν συζητήσουμε το καυτό πρόβλημα. Εμείς ως κόμμα, καταθέσαμε κάποιες προτάσεις. Δεν λέμε ότι επιλύουν το πρόβλημα. Αλλά, πρέπει να υπάρξουν πρωτοβουλίες. Δεν μπορεί να αφήνεται το θέμα απλώς στη δικαστική διερεύνηση και να μαθαίνουμε κάθε τόσο από τη Γερμανία και από τις καταθέσεις το τι γίνεται στη δική μας χώρα.

Θα αναφερθώ στην κατάσταση που υπάρχει σήμερα και στο τι έπρεπε να γίνει. Δεν θα ήθελα να σας κουράσω, αλλά νιώθω τον πειρασμό να επαναλάβω κάτι, το οποίο είχα πει και το 2005, όταν συζητούσαμε το προηγούμενο νομοσχέδιο. Διότι, το 2005 ψηφίσαμε ένα νόμο που δημιουργούσε αυτή την Υπηρεσία, την Αρχή κ.λπ.. Έλεγα τότε στην Ολομέλεια ότι: «Το νομοσχέδιο έρχεται «βιαστικά», διότι μας πιέζουν, διότι έχουμε αργήσει να ενσωματώ-σουμε την Οδηγία, διότι επικρέμεται μια Έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που δεν λέει καλά πράγματα για τη χώρα μας. Έρχεται, λοιπόν, ένα «βεβιασμένο» νομοσχέδιο για να ικανοποιήσει τους πιέζοντες και τραβάει τα πράγματα στα άκρα. Είναι περισσότερο αυστηρό από ό,τι γίνεται, από ό,τι είχε γίνει αλλού, βάζει αμφιλεγόμενα θέματα, προβλέπει αυστηρότατες ρυθμίσεις και επικίνδυνες, σε ορισμένες περιπτώσεις, που στην Ε.Ε. ακόμα που συζητούν». Τον ίδιο πρόλογο θα μπορούσα να κάνω και εδώ. Πάλι έχουμε ένα «βεβιασμένο» νομοσχέδιο. Πάλι, η Κυβέρνηση το φέρνει υπό την πίεση διαφόρων διεθνών πιέσεων. Πάλι, πάει να απαντήσεις αυτές τις ανησυχίες με αυστηρές διατάξεις, με αποτέλεσμα να κάνουμε πολύ αυστηρούς νόμους, αλλά να μην έχουμε μετά τους μηχανισμούς για να τους υλοποιήσουμε. Διότι, αυτό έγινε και έως τώρα. Και ο νόμος που υπήρχε ήταν αυστηρός, αλλά ο κ. Ζορμπάς δεν είχε προσωπικό για να εφαρμόσει τον νόμο.

Γνωρίζετε ότι υπάρχει στο Συμβούλιο της Ευρώπης μια Επιτροπή που ονομάζεται GRECO για τα θέματα της διαφοράς. Έχω τις παρατηρήσεις της για αυτό το θέμα στην Ελλά-δα . Υπάρχει μια σελίδα παρατηρήσεων για ανεπάρκειες στον τρόπο αντιμετώπισης του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος.

Το νομοσχέδιο θεραπεύει αυτές τις αδυναμίες; Δεν τις θεραπεύει. Δεν υπήρχε προσωπικό και δεν υπάρχουν στοιχεία από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Δεν υπήρχαν οδηγίες, υπήρχε το πλαίσιο αλλά δεν λειτουργούσε. Αυτά αναφέρει η έκθεση της GRECO.

Με ανησυχεί περισσότερο αυτό που διάβασα στο διεθνή τύπο, στους FINANCIAL TIMES. Στην Ιταλία ο Μπερλουσκόνι κατήργησε μια επιτροπή για την πάταξη της διαφοράς για να εξοικονομήσει πόρους. Στοίχιζε 1 εκατομμύριο  ευρώ τον χρόνο και δηλώνει ο πρόεδρος αυτής της επιτροπής, της GRECO ότι είναι κρίμα που στην Ιταλία υπάρχει αυτή η εξέλιξη, αλλά το χειρότερο που τους ανησυχεί είναι μήπως το παράδειγμα της Ιταλίας χρησιμοποιηθεί και από άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα. Κύριε Υπουργέ, μου κάνει εντύπωση που δεν διαψεύσατε το δημοσίευμα των FINANCIAL TIMES με ημερομηνία 17 Ιουλίου. Τι τον έκανε να θεωρήσει την Ελλάδα ύποπτη, ότι όχι μόνο δεν ενισχύουμε τους μηχανισμούς κατά της διαφθοράς, αλλά πάμε να τους καταργήσουμε.

Δεν τα διαβάζω με ευχαρίστηση, αλλά όταν φτάνουν να γίνονται τέτοια σχόλια, σημαίνει ότι μας έχει βγει το όνομα διεθνώς.

Υπάρχει θέμα, υπάρχουν κενά, αλλά αυτό το νομοσχέδιο, δε γνωρίζω αν προσπαθεί να καλύψει αυτά τα  κενά ή έχει άλλες σκοπιμότητες, είτε να απαλλαγεί από έναν «ενοχλητικό» δικαστή –δεν γνωρίζω τον κύριο Ζορμπά- είτε να επιτύχει κάποια άλλα πράγματα που θα τα δούμε στην πορεία.

Πρέπει να προβληματιστούμε με τον όρο «βρώμικο χρήμα». Υπάρχει το εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, η αρχαιοκαπηλία, αλλά και η φοροκλοπή. Υπάρχουν δραστηριότητες, των οποίων το χρήμα που παράγεται πρέπει να ξεπλυθεί. Όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι, χρήμα που παράγεται νόμιμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για βρώμικους ή σκοτεινούς σκοπούς. Αυτό το χρήμα, είτε προέρχεται από παράνομες πηγές είτε από νόμιμες, διευκολύνεται στο να χρηματοδοτεί σκοτεινές δραστηριότητες από το όλο σύστημα που υπάρχει, δηλαδή το σύστημα φορολογικών παραδείσων, το σύστημα που εξασφαλίζει την πλήρη ανωνυμία. Ας μου επιτρέψει ο κ. Καταρτζής να πω ότι ούτε αυτό που προτείνει, γίνεται. Δηλαδή δεν υπάρχει ονομαστικοποίηση. Τα βάζουν όλα σε μια off shore  εταιρεία και δεν μπορεί κανείς να βρει άκρη. Στη SIEMENS αυτή ακριβώς είναι η τακτική. Δηλαδή, το χρήμα μπήκε σε off shore  εταιρείες, πήγε σε φορολογικούς παραδείσους, έκανε διάφορες διαδρομές, ούτως ώστε συσκοτιστούν οι δρόμοι, οι φορείς του χρήματος και οι αποδέκτες του.

Η Κυβέρνηση είναι υπό την πίεση των πραγμάτων και γιΆ αυτό χρειάζεται να μην φτάσουμε στο άλλο άκρο, δηλαδή να μην βάλουμε τόσο αυστηρές διαδικασίες, τόσο υψηλές απαιτήσεις, τόσο αυστηρές ποινές που οδηγούν σε ένα δημοκρατικό τέλμα και σε μια αύξηση του κόστους των συναλλαγών, ακόμη και σε ενοχοποίηση των συναλλαγών, χωρίς να έχουμε επί του προκειμένου πρακτικά αποτελέσματα.

Επομένως, με αυτές τις γενικές παρατηρήσεις, διατυπώνουμε την αντίρρησή μας επί της αρχής του νομοσχεδίου. Διατυπώνουμε ανησυχίες και ερωτηματικά. Όμως, θα ακούσουμε προσεκτικά αύριο τους φορείς και στην συζήτηση κατ΄ άρθρον θα τοποθετηθούμε πιο εξειδικευμένα.