Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
27/11/2008

Ομιλία Φ.Κουβέλη στην πρόταση νόμου του ΠΑΣΟΚ για την λίμνη Βιστωνίδα

Ορίστε κύριε Κουβέλη έχετε το λόγο.

ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τίθεται ένα ζήτημα. Πώς είναι δυνατόν οι εκπρόσωποι μιας Μονής να έχουν αναστατώσει στην κυριολεξία τον δημόσιο βίο; Πώς είναι δυνατόν, με ποια στήριξη και όχι μόνο ανοχή κύριε Πρόεδρε και με ποιους μηχανισμούς;

Είναι δυνατόν μια Μονή του Αγίου Όρους να μπορεί να υπεισέρχεται στις λειτουργίες του δημοσίου, να ανατρέπει καταστάσεις και να εξασφαλίζει τα όσα οικονομικά οφέλη εξασφάλισε και μάλιστα, με πρόδηλη παρανομία σε πάρα πολλές περιπτώσεις;

Και δικαιούμαι να έχω ένα ερώτημα: Ήταν μόνο οικονομική η στόχευση; Μήπως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι και κάτι άλλο;

Διότι, βλέπουμε μία Μονή, κύριε Πρόεδρε, όχι μόνο να συναλλάσσεται με τον τρόπο που συνηλλάγη με το ελληνικό δημόσιο, αλλά να μετέχει σε εταιρείες, να κερδοσκοπεί, να αναπτύσσεται οικονομικά, να υπεισέρχεται ακόμη και σε εταιρείες εφοπλισμού, σε πλοιοκτήτριες εταιρείες. Και όλα αυτά είναι ερωτήματα αναφορικά με το ποιες ρωγμές, ποια ρήγματα υπήρξαν σε αυτό το ελληνικό δημόσιο, για να μπορούν να περνούν κάποιες τέτοιες δραστηριότητες και να αναπτύσσονται τα όσα λίγο πριν ανέφερα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αν θέλουμε να δούμε με σαφήνεια και καθαρότητα τα πράγματα, πρέπει να θυμηθούμε, αναφορικά με τη λίμνη Βιστωνίδα, δύο σημαντικά κείμενα.

Το 1930, η Μονή Βατοπεδίου συμβάλλεται, κύριε Πρόεδρε, με το ελληνικό δημόσιο. Η σύμβαση περιβάλλεται το συμβολαιογραφικό τύπο και με τη σύμβαση αυτή, παραιτείται κάθε δικαιώματος κυριότητος επί της λίμνης Βιστωνίδας. Το έτος 2000, έχουμε γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία σε κάθε περίπτωση, η Βιστωνίδα είναι κοινόχρηστο.

Ποιες υπουργικές αποφάσεις και ποιες γνωμοδοτήσεις επέτρεψαν -και γιατί επέτρεψαν;- την υπέρβαση αυτών των δύο βασικών κειμένων και ιδιαίτερα, κύριε Πρόεδρε, η σύμβαση του έτους 1930; Ποιος διοικητικός υπάλληλος, ποιος Υφυπουργός έχει τη δυνατότητα να επικαλείται άγνοια αυτού του βασικού κειμένου του έτους 1930, για το οποίο -προσέξτε- και σήμερα, μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων, η Μονή σιωπά σε σχέση με τη σύμβαση του 1930.

Είχε άλλες δυνατότητες περαιτέρω το ελληνικό δημόσιο να περιφρουρήσει το δημόσιο αγαθό, δηλαδή, τη δημόσια γη; Βεβαίως. Είχε την έννοια του κοινοχρήστου. Είχε την έννοια, που δεν είναι μόνο νομική, διότι έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, του δάσους. Είχε τη δυνατότητα της επίκλησης, επί της ουσίας και όχι προσχηματικά, της ύπαρξης αρχαιολογικών χώρων.

Όλα αυτά, κύριε Πρόεδρε, δεν υπήρξαν ως στοιχεία τα οποία περιφρουρούσαν τη δημόσια γη, τη δημόσια περιουσία. Και ένας τρόπος να περιφρουρηθεί η δημόσια γη είναι η αξιοποίηση όλων αυτών των στοιχείων που, λίγο πριν, επιγραμματικά ανέφερα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ακριβές ότι μπορεί το ελληνικό δημόσιο, κύριε Υπουργέ, σήμερα, αξιοποιώντας τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, όπως είπε ο συνάδελφος, ο κ. Πλεύρης, να σπεύσει -και επιλέγω το ρήμα «να σπεύσει»- προς τα δικαστήρια και να κάνει χρήση των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για την αναστροφή των πωλήσεων. Την έχει αυτήν τη δυνατότητα, διότι, απΆ ό,τι συζητάμε και φαίνεται ότι συνομολογούμε, η παράνομη πράξη είναι παρούσα. Κατά συνέπεια, δικαιολογείται η αναστροφή, έχει νομική βάση η αναστροφή της πώλησης.

Όμως, σε τίποτε δεν εμποδίζεται, κύριε συνάδελφε, το ελληνικό δημόσιο να ψηφίσει και έναν τέτοιο νόμο και βεβαίως και πάλι είναι ακριβές ότι υπάρχει η δυνατότητα, ο οιοσδήποτε θελήσει, να προσβάλει αυτόν το νόμο. Εάν θα επιτύχει να τον προσβάλει ή όχι, είναι άλλης τάξεως ζήτημα.

Εγώ θεωρώ ότι δεν θα μπορέσει να τον προσβάλει με μεγάλη άνεση, κύριε Υπουργέ και με μεγάλη ευχέρεια.

Το ερώτημά μου -για να ξεφύγουμε από τη διελκυστίνδα, εάν η δική σας υπουργική απόφαση λύει το ζήτημα, από τη μια μεριά και από την άλλη, η άποψη των συναδέλφων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι δεν το λύει, ας κάνουμε μία αφαίρεση αυτής της αντιδικίας, αυτής της διελκυστίνδας της θεωρητικής, αν υποθέσουμε ότι η δική σας ρύθμιση λύει το ζήτημα- είναι: Σε τι δυσχεραίνεται περαιτέρω η επίλυση του θέματος από την ύπαρξη του συγκεκριμένου νόμου που ένα Κόμμα προτείνει στη Βουλή, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. εν προκειμένω; Δυσχεραίνεται σε κάτι η δική σας επιλογή να ανακαλέσετε τις προηγούμενες υπουργικές αποφάσεις;

Βεβαίως, μία επιλογή η οποία, σε κάθε περίπτωση, μαρτυρά ως πολιτική ενέργεια εκ μέρους σας την αμφισβήτηση και την πλήρη απαξίωση προηγούμενων υπουργικών αποφάσεων, στη βάση των οποίων δρομολογήθηκαν αυτές οι παράνομες εκχωρήσεις από το ελληνικό δημόσιο προς τη Μονή Βατοπεδίου.

Ειλικρινά σας το λέω, δε μπορώ να καταλάβω την εμμονή σας να μη θέλετε το νόμο. Σε τι θα βλάψει η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου τις δικές σας, επαναλαμβάνω, πολιτικές ενέργειες να εκδώσετε αυτήν την απόφαση και να ανακαλέσετε προηγούμενες υπουργικές αποφάσεις; Νομίζω ότι πρόκειται όχι για θεωρητική, στο επίπεδο της νομικής αντιμετώπισης του ζητήματος, διελκυστίνδα. Πρόκειται για μια πολιτική διελκυστίνδα την οποία επιλέγετε, την ώρα που η δημόσια γη, η περιουσία του ελληνικού λαού βρίσκεται τουλάχιστον εκτεθειμένη, για να μην πω τίποτε άλλο και να μην υποστηρίξω κάτι άλλο.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Εξεταστική Επιτροπή θα ολοκληρώσει το έργο της και βεβαίως, θα συλλέξει και υλικό. Όμως, το μεγάλο ζήτημα είναι πού θα καταλήξει η Εξεταστική Επιτροπή και κυρίως, πώς θα καταλήξει.

Και το πώς, κύριε Πρόεδρε, αφορά στο πόσα πορίσματα θα υπάρξουν. Εγώ, για να μη σας πω, κύριε Πρόεδρε, επειδή μου κάνατε νεύμα, ότι έχω τη βεβαιότητα, πιθανολογώ έντονα ότι πέντε θα είναι τα πορίσματα. Σε κάθε περίπτωση, από όλα τα πορίσματα κάτι θα προκύπτει, αλλά εκείνο που θα προκύπτει με βεβαιότητα έναντι του ελληνικού λαού, είναι ότι αυτή η Βουλή δε μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, δε μπορεί να περιφρουρήσει το δημόσιο αγαθό, δε μπορεί να περιφρουρήσει το δημόσιο συμφέρον. Και ο ελληνικός λαός για άλλη μια φορά θα εγείρει την απαξία όσο και την απομάκρυνσή του από μια πολιτική η οποία προσβάλλει το ουσιαστικό χάριν της αντιπαλότητας που μπορεί να εξασφαλίζει ψήφους. Όμως, πρόκειται για μία σκοπιμότητα η οποία δεν πείθει τον ελληνικό λαό.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο ελληνικός λαός διερωτάται -το γνωρίζετε όλες και όλοι- με ποιο θράσος αμφισβητείται το κύρος αυτού του Σώματος, του Κοινοβουλίου από δύο ρασοφόρους. Και σας βεβαιώνω ότι δεν έχω καμία εκ προοιμίου αντιπαλότητα προς τον οποιονδήποτε ρασοφόρο.

Αμφισβητείται, κύριε Πρόεδρε, συν τοις άλλοις, το κύρος του Κοινοβουλίου από τους ρασοφόρους, διότι πρωτίστως το αμφισβητούμε εμείς. Και το αμφισβητούμε εμείς, διότι έχει μετατραπεί η Εξεταστική Επιτροπή σε ένα πεδίο όπου δεν υπάρχουν κανόνες. Παραβιάστηκαν οι κανόνες του Κανονισμού της Βουλής αναφορικά με το χαρακτήρα της Εξεταστικής Επιτροπής. Έφτασε η Εξεταστική Επιτροπή, χωρίς αιτιολογημένη απόφαση, να παραβιάσει νόμο του ελληνικού Κοινοβουλίου για τη χρήση υλικού -και αναφέρομαι στο βίντεο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι- που αποτελεί προϊόν παράνομης, εγκληματικής πράξεως και μάλιστα, με ποινικό χαρακτηρισμό «κακούργημα». Και δεν αρκέστηκε σε αυτό. Εκάλεσε και συνθεατές, εκάλεσε και τους δημοσιογράφους. Και βεβαίως, από εκεί και πέρα και η διαπόμπευση του κατά τα άλλα ιερού έργου μιας Εξεταστικής Επιτροπής, με ποικιλώνυμες συνεντεύξεις, δηλώσεις, τα οποία, αν μη τι άλλο, για να μην είμαι αυστηρός, αφυδατώνουν την αξία και τη σημασία του έργου της Εξεταστικής Επιτροπής.

Διότι, τι είναι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Εξεταστική Επιτροπή; Είναι η μείζον έκφραση του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου.

Και αυτή η μείζον έκφραση του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου δεν περιφρουρείται, έ τότε δεν υπάρχει Κοινοβουλευτικός Έλεγχος, πολιτικός έλεγχος. Κηρύσσεται η αναρμοδιότητα της Βουλής σε ό,τι αφορά τον πολιτικό έλεγχο, ζητημάτων που αφορούν το δημόσιο συμφέρον.

Και αυτά νομίζω ότι είναι ζητήματα τα οποία πρέπει να μας απασχολήσουν. Εμείς έχουμε υποχρέωση να περιφρουρήσουμε τον ρόλο της πολιτικής, όχι ως διαδικασία διεκπεραίωσης, αλλά ως διαδικασία αντιμετώπισης των ζητημάτων της κοινωνίας και περιφρούρησης του δημόσιου συμφέροντος.

Σας ευχαριστώ.