Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
24/06/2009

Εισήγηση της Σοφίας Ανδριοπούλου, βουλευτή ΒΆ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ, στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Μεταρρυθμίσεις στην Οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις»

Ως ΣΥΡΙΖΑ θέτουμε θέμα αρχής ότι ρυθμίσεις νόμου, που έστω και εμμέσως αφορούν σε ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες δεν κατατίθενται σε θερινά τμήματα της Βουλής, πολύ περισσότερο όταν είναι τροπολογίες, για τις οποίες δεν έχει προηγηθεί συζήτηση στην επιτροπή. Το άρθρο 72 του Συντάγματος  συγκεκριμένα προβλέπει νομοσχέδια για την άσκηση και προστασία ατομικών δικαιωμάτων συζητούνται μόνο στην Ολομέλεια της Βουλής. Αυτό σε συνδυασμό με την παρ. 2 του αρ. 5 του Συντάγματος με βάση το οποίο όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών και πολιτικών πεποιθήσεων. Κατά τη γνώμη μας υπάρχουν προβλήματα Συνταγματικότητας ιδιαίτερα στο θέμα της τροπολογίας για τους μετανάστες και ζητάμε από τον κ. Υπουργό να λάβει υπόψη του τις επιφυλάξεις μας και να την αποσύρει.

Σήμερα, έχουμε να συζητήσουμε ένα νομοσχέδιο με πολλές διαφορετικές και σημαντικές διατάξεις, τακτική ιδιαίτερα προσφιλή στην κυβέρνηση, που κανονικά θα έπρεπε να έχουμε περισσότερο χρόνο να τις συζητήσουμε τη καθεμία ξεχωριστά. Θα προσπαθήσω, όμως, σε σύντομο χρόνο να αναφερθώ σε όλα.

Ιατροδικαστική

Το σημαντικό ζήτημα της οργάνωσης της ιατροδικαστικής υπηρεσίας προσεγγίζεται από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αυθαίρετα και ανυπόστατα. Καταλήγει σε μια συγκεντρωτικού τύπου εγκαθίδρυση ενός οργανισμού απόλυτα ελεγχόμενου από τον κάθε Υπουργό, με ενισχυμένες εξουσίες του ιατροδικαστή της Αθήνας, εντελώς αποξενωμένο από την ανεξάρτητη επιστημονική διαδικασία ως προς την πορεία της επιστημονικής έρευνας, σε μία περίοδο που η πολιτική βούληση της κυβέρνησης περιορίζει την επιστημονική έρευνα, όπως καταδεικνύεται και από την προσπάθεια συγχώνευσης ή κατάργησης ερευνητικών κέντρων, όπως το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το Ε.Κ.Κ.Ε., το ΙΓΜΕ. Αντιμετωπίζει καταγεγραμμένες παθογένειες?

προωθεί τον εξορθολογισμό?

 Ανταποκρίνεται σε σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις?   Όχι

Σωφρονιστικά

Στο κεφάλαιο για το σωφρονιστικό σύστημα, συνεχίζουμε για ακόμα μία φορά να το αντιμετωπίζουμε αποσπασματικά χωρίς πολιτική βούληση για καίριες τομές.

Νέα Κέντρα απεξάρτησης χρηστών κρατουμένων χωρίς να έχουν υποστηριχτεί οι ήδη υπάρχουσες δομές και χωρίς να διαφαίνεται ότι θα υπάρχει κάτι το διαφορετικό στο μέλλον.

Οριοθέτηση ελαχίστων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών για να χαρακτηριστεί κάποιος χρήστης με δικαίωμα του δικαστηρίου να αποφασίσει άλλως, χωρίς, όμως να απαιτείται από τον ίδιο το νόμο πλήρως αιτιολογημένη απόφαση. Μαζικές αποφυλακίσεις κρατουμένων για να αντιμετωπιστεί ένα μεγάλο θέμα της συμφόρησης των φυλακών και μητέρων με ανήλικα παιδιά χωρίς, όμως ο νόμος να τολμά να επεκταθεί και στους πατεράδες που ασκούν μόνοι τους τη γονική μέριμνα ανηλίκου. Σχεδόν το ίδιο αποτρόπαιο είναι μικρό παιδί να είναι στη φυλακή με τη μητέρα του, όσο και μόνο του σε ορφανοτροφείο. Μέτρα θετικά, χωρίς όμως προοπτική αναβάθμισης του ίδιου του συστήματος.

Ποια, όμως είναι η πολιτική βούληση για το σωφρονιστικό σύστημα? Δεν προηγήθηκε ακρόαση της Πρωτοβουλίας για τα δικαιώματα των κρατουμένων. Που είναι ο κοινωνικός διάλογος που προηγείται των νομοθετικών ρυθμίσεων;

Με αποσπασματικές ρυθμίσεις που έρχονται να δώσουν πρόσκαιρη ανακούφιση σε έξαρση προβλημάτων δε γίνονται μεταρρυθμίσεις στις φυλακές.

Όταν στην Ελλάδα η κύρια ποινή για όλα τα αδικήματα είναι μόνο η φυλάκιση και η μόνη εναλλακτική η μετατροπή σε χρηματική ποινή, αντιλαμβανόμαστε ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης οι φυλακές θα γεμίσουν.

Όταν οι εναλλακτικές ποινές έχουν παραμείνει ως επί το πλείστον σχέδια επί χάρτου.

Όταν οι φυλακές αποτελούν για την Ελληνική Κυβέρνηση απλά αποθήκες ψυχών για την απομόνωση των κρατουμένων από την κοινωνία χωρίς καμία δομή και καμία βούληση για επανένταξη αυτών των ανθρώπων, αποσπασματικές ρυθμίσεις δεν μπορούν να φέρουν ούτε καν ανακούφιση.

Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το επίπεδο μίας κοινωνίας αντανακλάται και προσδιορίζεται από τις φυλακές της και τους νόμους. Ο ίδιος ο πολιτισμός μας κρίνεται από τις φυλακές μας

Κουκούλες

Στην Ελλάδα, η λύση των προβλημάτων αντιμετωπίζεται εσφαλμένα με αύξηση του αριθμού των νόμων και των ποινών. Αντιμετώπιση που γίνεται για λόγους επικοινωνιακούς και εντυπωσιασμού για να καλύψει την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού και την επικαιρότητα του λαϊκισμού. Η συγκυρία, όμως, δεν μπορεί να νομοθετεί. Καμία ποινή χωρίς νόμο, καμία ποινή χωρίς πράξη, καμία πράξη χωρίς εξατομίκευση, καμία εξατομίκευση με βάση το φρόνημα. Αυτές είναι βασικές αρχές του κράτους δικαίου και της ποινικής δίκης. Το αν φορά κουκούλα ο δράστης δεν αναιρεί την απαξία της πράξης, όπως αυτή προβλέπεται στον ποινικό νόμο, αλλά ούτε επαυξάνει την απαξία.

Οι παράνομες πράξεις χωρίς κουκούλα παραμένουν πλημμελήματα, ενώ η χρήση κουκούλας με παράνομη πράξη γίνεται κακούργημα. Η διπλή αυτή παράλογη προσέγγιση μιας εξωτερικής συμπεριφοράς, όπως είναι η ενδυμασία, είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει σοβαρές παραβιάσεις ως προς την αρχή της εξατομίκευσης. Είναι βέβαιο ότι αν συλληφθεί κάποιος που φορά κουκούλα, ή την έχει στην τσέπη του, θα εκλαμβάνεται ως τεκμήριο ενοχής και αυτό το τεκμήριο ανατρέπει το βάρος της απόδειξης, κύριε Υπουργέ. Σε μια τέτοια περίπτωση ο Εισαγγελέας, δεν χρειάζεται να αποδείξει την ενοχή, αλλά απαιτείται ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωότητά του.

Αλλά και πάλι να καθίσουμε να το συζητήσουμε.

Για να μπορέσουμε να κρίνουμε κατά πόσο είναι αναγκαία μια ρύθμιση μπορεί να είναι, θα πρέπει να έχουμε εξαντλήσει τη διαδικασία που προβλέπει το υφιστάμενο δίκαιο, να εκτιμήσουμε δηλαδή τις ανεπάρκειες και από εκεί και πέρα να προχωρήσουμε σε διαδικασία τροποποίησης είτε της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είτε της επιβαρυντικής περίπτωσής της.

Εδώ, παραθέτω αυτούσια τη θέση του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά : «Οι εκτεταμένες προσβολές της κοινωνικής ειρήνης αποτελούν σύμπτωμα ευρύτερης παθογένειας της κοινωνίας μας και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως άλλωστε και η ανεπάρκεια της Πολιτείας να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και ασφάλεια στους πολίτες. Η ποινικοποίηση της «κουκούλας» είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει περισσότερα προβλήματα απΆ όσα ευαγγελίζεται ότι θα επιλύσει, για ακόμη μια φορά.

Όσον αφορά στην προ 15ετίας καταργηθείσα διάταξη της περιύβρισης αρχής, κατά την οποία θα διώκεται αυτεπαγγέλτως οποιαδήποτε λόγω ή έργω εξύβριση σε βάρος δημόσιου λειτουργού, θεωρούμε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποτελεί ουσιαστικά νομικά αναχρονισμό και ομολογεί την αδυναμία της Πολιτείας να προστατέψει το κύρος των οργάνων της. Η διάταξη αυτή, απομεινάρι άλλων εποχών και καθεστώτων, αν τελικώς επαναφερθεί σε ισχύ, ενέχει τον κίνδυνο ποινικοποίησης κάθε έντονης δημόσιας κριτικής ή ακόμη και απαρέσκειας του πολίτη προς το δημόσιο λειτουργό».

Σε σχέση με την επιβάρυνση των ποινών αν ο δράστης φορά κουκούλα, είναι άλλο να επιμετράται μια βαρύτερη ποινή αλλά μέσα στα προβλεπόμενα πλαίσια και άλλο να επιβαρύνεται το ίδιο το πλαίσιο της προβλεπόμενης ποινής και μάλιστα σε υπέρμετρο βαθμό. Στη δεύτερη περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να παραγνωριστεί η εγγύηση της αναλογικότητας όταν το μέτρο της ποινής θα αποσυνδέεται με τη βαρύτητα των αποτελεσμάτων. Τι θα γίνεται με συμπεριφορές αναγκαστικές όπως μαντήλια λόγω δακρυγόνων, όπως κουκούλες ή αδιάβροχα σε περίπτωση βροχής ή τι θα ισχύει για αστυνομικούς με καλυμμένα πρόσωπα;

Σε κάθε περίπτωση θέση μας είναι ότι αυτού του είδους τα προβλήματα δε λύνονται με νομική καταστολή αλλά με γενναίες πολιτικές παρεμβάσεις στα ίδια τα αίτια.

Δεν πρέπει να ασχοληθούμε καθόλου με κοινωνικούς όρους;

Με τα αίτια της βίας;

Αντιπροτείνουμε απλά τη διάθεση μιας διμοιρίας σε κάθε γειτονιά;

Αντί να δούμε την κοινωνική, την πολιτισμική, την πολιτική διάσταση της κρίσης νομιμοποίησης της Αστυνομίας, διαλέγουμε τη θωράκιση μιας αυθαίρετης εξουσίας για να μην την εξυβρίσουν;

Διαλέγουμε την παραπέρα ποινικοποίηση και την εξάντληση της αυστηρότητας του νόμου για να αντιμετωπίσουμε την ανικανότητα μας ως κοινωνία να αντιπαρατεθούμε σε τέτοια φαινόμενα? Καθώς και την αναποτελεσματικότητα της αστυνομίας να συλλάβει κουκουλοφόρους ή μη που βιαιοπραγούν;

 Ακόμα και υπέρμετροι υποστηρικτές του ιδιωνύμου της κουκούλας, καταδεικνύουν πόσο αναποτελεσματικά είναι τα επιβαρυντικά μέτρα αυτά, αν πάρουμε ως παράδειγμα το σχετικό άρθρο της ίδιας της κ. Μαραγκοπούλου. Στο πλαίσιο αυτό, οι ανήλικοι ή σε μετεφηβική ηλικία παραβάτες αντιμετωπίζονται με το ίδιο εξοντωτικό πλαίσιο;

Ο ρόλος του νομοθέτη δεν είναι να παρακολουθεί την επικαιρότητα και εν θερμώ να ανταποκρίνεται βιαστικά και αποσπασματικά σε προβλήματα της κοινωνίας, αλλά να προβλέπει καταστάσεις και να προσπαθεί να επηρεάσει τις αιτίες που εν δυνάμει μπορούν να δημιουργήσουν προβληματικές καταστάσεις.

Σε περίοδο ανασφάλειας, είναι αυτά τα μέτρα που θα κάνουν την κοινωνία να νιώσει ασφαλής; Η υπερποινικοποίηση, η υπεραστυνόμευση, η καταστολή;

Ας πάμε τώρα στο άλλο μεγάλο θέμα της τροπολογίας για τη μετανάστευση. Μίας τροπολογίας ιδιαίτερα σημαντικής, που διέπεται και αυτή από την ίδια λογική, αποσπασματικότητα, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, καταπατώντας βασικές αρχές του Συντάγματος και του Ποινικού μας Δικαίου, έρχεται μόνο ως απάντηση της Κυβέρνησης και πάλι στην επικαιρότητα.

Αρχής γενομένης από την παραδοχή ότι όντας τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, το φαινόμενο των παράνομων μεταναστευτικών ρευμάτων θα είναι εντονότερα σε εμάς από ότι μπορεί να είναι στο Βέλγιο, ας μιλήσουμε περί μεταναστευτικής πολιτικής ή για να είμαστε ειλικρινείς για την απουσία της.

Ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της τροπολογίας αυτής;

Συμφωνούμε ότι η παράνομη διακίνηση μεταναστών και προσφύγων πρέπει να χτυπηθεί. Η μετατροπή σε κακούργημα μπορεί ίσως να αναδείξει πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει η κοινωνία μας την εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αποτελεσματικότητα, όμως, των διατάξεων αυτών ως προς την ανακάλυψη των κυκλωμάτων αυτών και τη διάλυσή τους δεν είναι σε ευθεία εξάρτηση με την αυστηροποίηση των επαπειλούμενων ποινών. Η αυστηροποίηση του νόμου, το υποστηρίξαμε και προηγουμένως, δεν έχει ποτέ αποδειχθεί να έχει σοβαρά αποτελέσματα ως προς την αντιμετώπιση του ίδιου του φαινομένου. Και από την άλλη πλευρά η τροπολογία προτείνει άμεσα και την ποινικοποίηση οποιουδήποτε προβαίνει ακόμα και σε πράξη αλληλεγγύης, όπως η παροχή καταλύματος ή φαγητού. Μπορεί κανείς να αντιληφθεί πόσο προβληματικό μπορεί να γίνει αυτό ιδίως όσον αφορά στους πολιτικούς πρόσφυγες, που αναγκαστικά, από τη φύση του ίδιου του προβλήματος, πρέπει να εξέλθουν της χώρας τους παράνομα και παράνομα να εισέλθουν σε μία άλλη!!!

Ας μιλήσουμε, όμως και για την ουσία.

Η μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας νοσεί. Αρχικά δεν ήμασταν προετοιμασμένοι, όμως, τώρα είκοσι χρόνια μετά τα πρώτα μαζικά μεταναστευτικά κύματα ποια είναι η δικαιολογία μας;

Το όνειδος για την Ελλάδα που είναι η Υπηρεσία Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη αντί να αντιμετωπίσουμε με προοπτική και κυρίως με πολιτική βούληση, ανεβάζουμε το όριο κράτησης των αλλοδαπών σε έξι με δώδεκα μήνες και μιλάμε για δώδεκα μήνες συνολικά ή 6 + 12 μήνες συνολικά παράτασης, δηλαδή 18?. Και αργότερα αν δούμε ότι ούτε αυτοί οι μήνες φτάνουν, σε πόσους μήνες θα ανεβάσουμε την κράτηση; Κράτηση σε άθλιες συνθήκες, χωρίς μεταφραστή τις περισσότερες φορές δικηγόρο και δικαιώματα, δηλαδή χωρίς προοπτική.

Στο άρθρο 1 «ο αλλοδαπός θεωρείται επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ιδίως όταν σε βάρος του ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον 3 μηνών».

Καταρχήν, ποιος αλλοδαπός, ο νόμιμα διαμένων ή ο παράνομα; Και ποιος θα το κρίνει αυτό, ο αστυνομικός που θα τον συλλάβει;

Με ποινή τουλάχιστον τριών μηνών, δηλαδή όλο τον Ποινικό Κώδικά και τους Ποινικούς νόμους. Και το σημαντικότερο αν του έχει ασκηθεί δίωξη και όχι αν έχει καταδικαστεί;

Έρχεται ο ίδιος ο νομοθέτης να καταργήσει τη βασική αρχή του Ποινικού Δικαίου, το τεκμήριο αθωότητας;

Δηλαδή αν έχουμε έναν αλλοδαπό που του έχει ασκηθεί δίωξη για παράβαση ακόμα και του ΚΟΚ, αυτός αυτόματα για εμάς θεωρείται επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια; Και σε αυτήν την περίπτωση, αν ασκηθεί δίωξη σε μένα για παράβαση ΚΟΚ, γιατί δεν είμαι επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια;

Για ακόμα μία φορά λειτουργούμε αποσπασματικά και ουσιαστικά δεν προσφέρουμε στην ίδια την κοινωνία. Η καταρχήν υποχρέωση της Πολιτείας να έχει δομές ικανές να αντιμετωπίσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο παρόν πλέον στην ελληνική κοινωνία, από το να κρατάμε σε συνεχή ημιπαράνομη κατάσταση το σύνολο των μεταναστών.

Αν δε δημιουργήσουμε δομές υποστήριξης και ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε επανειλημμένα εντάσεις και κρίσεις.

Αν δε σεβαστούμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά προστατεύονται από διεθνείς συμβάσεις, τι είδους δημοκρατία θέλουμε να ευαγγελιζόμαστε?

Ως Ελλάδα γνωρίζουμε καλά τι σημαίνουν διώξεις και πρόσφυγες. Αν δεν είμαστε εμείς που κατεξοχήν θα προστατέψουμε την έννοια και την ουσία του πολιτικού  ασύλου, οι ίδιοι θα γίνομαι ασεβείς προς την ιστορία μας και τη δημοκρατία. Και δεν είναι σε αυτήν την κατεύθυνση π.χ. η ουσιαστικά αναστολή λειτουργίας του Ιατρικού Κέντρου Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων.

Είναι τα μέτρα αυτά που θα βοηθήσουν να ενδυναμωθεί το αίσθημα ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου;

Και ταυτόχρονα θα ενδυναμωθεί και το αίσθημα ασφάλειας των ίδιων των μεταναστών που ζουν και εργάζονται εδώ δίπλα μας;

Και τέλος, θα πρέπει επιτέλους να αποφασίσουμε τι είναι το επίδικο που ως κοινωνία πρέπει να προστατέψουμε, για να θυμηθώ ένα σπουδαίο Καθηγητή μου, τον Alessandro Baratta : το δικαίωμα στην ασφάλεια ή την ασφάλεια των δικαιωμάτων.