Skip to main content.
18/02/2010

Τελικά τι αντιπολίτευση πρέπει να ασκήσουμε; Εθνική, πανευρωπαϊκή; Δομική, προγραμματική; - άρθρο του Βαγγέλη Πιλάλη

Η αντιπολίτευση που θα ασκήσουμε ως κόμμα και ως πολιτική συμμαχία (ΣΥΡΙΖΑ) τη νέα περίοδο πρέπει να διαρθρωθεί εντελώς διαφορετικά απʼ ό,τι μέχρι σήμερα τόσο στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής εκφώνησης της ενιαίας δημόσιας έκφρασης, όσο και στο επίπεδο της ισόρροπης ανάπτυξης των επιμέρους παρεμβάσεών μας (θεωρία, πρόγραμμα, κεντρικοί και περιφερειακοί δημοκρατικοί θεσμοί, κινήματα κοινωνικής αμφισβήτησης, θεσμοί χαλαρής ταξικής αλληλεγγύης, νέα κινήματα και συλλογικότητες ταξικής ή περιβαλλοντικής υπερεκπροσώπησης).

Ο αντιπολιτευτικός μας λόγος πρέπει πλέον να θίγει σε βάθος τα θεμέλια του σύγχρονου τρόπου καπιταλιστικής παραγωγής και της αστικής διεύθυνσής του τόσο στη χώρα μας όσο και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συνθήκες Μάαστριχτ-Λισσαβώνας και Σύμφωνο Σταθερότητας) και να προσδιορίζει με σαφήνεια τις κοινωνικές/ταξικές μας αναφορές. Η έννοια του όρου «οικονομία των αναγκών» στο τελευταίο Προγραμματικό Συνέδριο χρειάζεται να επανακαθοριστεί διότι, όσο καλά «μυημένος» αριστερός και να είσαι, δεν αντιλαμβάνεσαι επαρκώς τα πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα των όποιων ριζοσπαστικών αλλαγών, ούτε τις βασικές αντιθέσεις. Το ίδιο και «η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό», η οποία πρέπει κάποτε να απαλλαγεί από τον έντονο ιστορικο-απολογιστικό ετεροπροσδιορισμό της.

Χρειάζεται να επανακαθορισθούν και οι δύο έννοιες στη βάση συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου, εστιασμένου στη νέα συγκυρία (πολυεπίπεδη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, δικομματική συναίνεση, δημοσιονομική κρίση, δυσμενείς εξελίξεις στην προοπτική της πολιτικής ενοποίησης της Ε.Ε., άνοδος της εθνικιστικής και ρατσιστικής ακροδεξιάς ρητορείας).

Με τον αντιπολιτευτικό μας λόγο πρέπει να πάρουμε πολύ σοβαρά υπʼ όψη τα μεγάλα περιθώρια αποτελεσματικών παρεμβάσεων που υπάρχουν σήμερα στο εθνικό επίπεδο μέσα από ένα πλέγμα ώριμων πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών. Ο αντιπολιτευτικός μας λόγος δεν πρέπει να προσδοκά τις «λύσεις» μόνο στην ωρίμανση του «συντονισμού» των κοινών ευρωπαϊκών αγώνων. Η υπερπροσδοκία του λεγόμενου «αριστερού» ευρωπαϊσμού για τη δυνατότητα θετικών παρεμβάσεων στο θεσμικό εποικοδόμημα της ενωμένης Ευρώπης δεν επιβεβαιώνεται από τις εξελίξεις και τείνει πλέον να αποκτήσει μια μεταφυσικού και σωτηριολογικού χαρακτήρα διάσταση, ανάλογη με αυτή που προσδίδει το ΚΚΕ στον σοσιαλισμό. Η προτεραιότητα στη διαμόρφωση συσχετισμού εντός του εθνικού, κοινωνικού και ταξικού πεδίου (νεολαία, εργατικό κίνημα, γυναίκες, μετανάστες, άνεργοι, αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες) δεν σημαίνει διολίσθηση ή αποδοχή της -παρωχημένης, πράγματι- θεωρίας της εξάρτησης ούτε σημαίνει εγκατάλειψη των θεσμικών η κινηματικών παρεμβάσεων στο επίπεδο της Ε.Ε. Αντίθετα, σημαίνει καλύτερη κατανόηση της διεθνούς ρευστότητας και των νέων ετεροβαρών σχέσεων και συμμαχιών που τείνουν να διαμορφωθούν στο εσωτερικό της.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ενώ ο διεθνής «συντονισμός» λειτουργεί στην πράξη σαν ένα επιπλέον κίνητρο για κινητοποιήσεις εργαζομένων/νεολαίας και εξάπτει το επαναστατικό φαντασιακό κάποιων κινηματικών «πρωτοποριών», ταυτόχρονα, κάποιες φορές, καταντά το τέλειο «επαναστατικό» άλλοθι, που απαλλάσσει τις κομφορμιστικές συνδικαλιστικές και πολιτικές γραφειοκρατίες από τις δικές τους εγχώριες ευθύνες. Οι εμπειρίες που αντλήσαμε τα προηγούμενα χρόνια από τις διεθνείς δράσεις του Ελληνικού και Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ είναι αρκετά διδακτικές ως προς αυτό (τσάμπα διεθνής «επαναστατικός» τουρισμός και κινηματικό «ξέπλυμα» ανώδυνου εγχώριου συνδικαλισμού).

Επίσης να θυμηθούμε και τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν για τη σύμπηξη πανευρωπαϊκών μετώπων λόγω των μεγάλων ανισοτήτων μεταξύ των άμεσων/έμμεσων αμοιβών και των αισθητών διαφοροποιήσεων σε όρους αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων στις διαφορετικές ζώνες οικονομικής ανάπτυξης της Ε.Ε. (κεντρικής Ευρώπης vs βόρειας, νότιας vs ανατολικής, κεντρικής+βόρειας vs νότιας+ανατολικής Ευρώπης).

Τέλος, να ξεσκεπάσουμε το «παιχνίδι» μετατόπισης ευθυνών που παίζουν οι κυρίαρχες δυνάμεις μεταξύ εθνικού και διεθνικού επιπέδου. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε αγαστή συνεργασία με σημαντικό μέρος των ΜΜΕ παρουσιάζει την τρέχουσα δημοσιονομική κρίση ως εισαγόμενο «ευρωπαϊκό» πρόβλημα ή πρόβλημα «ευθυγράμμισης» και «πειθάρχησης» στις επιθυμίες των παγκόσμιων αγορών. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί το υπέδαφος των νέων αναγκαίων «εθνικών» συναινέσεων, που με τη σειρά τους θα διευκολύνουν τη λήψη νέου κύκλου αντιλαϊκών μέτρων. Έτσι, οι πραγματικές ευθύνες του δικομματισμού και των οικονομικών ελίτ της χώρας μας τελικά επιχειρείται να περάσουν σε δεύτερη μοίρα.

Ποιος είναι ο ρόλος της ριζοσπαστικής αριστεράς μπροστά σε όλη αυτήν τη διαμορφωμένη κατάσταση;

Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να ορθώσει το ιδεολογικό ανάστημά της στην προσπάθεια των κυρίαρχων δυνάμεων να παρουσιάσουν την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση σε Αμερική και Ευρώπη ως το αποτέλεσμα της κακής και μη χρηστής διαχείρισης των νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και των τρεχουσών «ελλειμμάτων» και ανεπαρκειών της εταιρικής και πολιτικής διακυβέρνησης.

Η επανεκκίνηση του κυρίαρχου οικονομικού και πολιτικού παραδείγματος στη βάση των ίδιων νεοφιλελεύθερων συνταγών, με την προσθήκη των ιδεολογημάτων του «λελογισμένου κέρδους» και της «ad hoc» κρατικής στήριξης εντάσσεται στο πλαίσιο της «παρενθετικής» κρίσης που συντονισμένα τα διεθνή ΜΜΕ, οι τεχνοκράτες και οι πολιτικές ελίτ καλλιεργούν στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Αυτή η εκτεταμένη επιχείρηση ιδεολογικού αποπροσανατολισμού των υπό εκμετάλλευση τάξεων δεν πρέπει να περάσει και αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό από τους προοδευτικά σκεπτόμενους και δρώντες πολίτες.

Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να ορθώσει το πολιτικό ανάστημά της αντιπαλεύοντας τις υλοποιούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο εθνικό επίπεδο κολυμπώντας στα καθαρά νερά ενός νέου, ποικιλόμορφου διεθνισμού, που συμμερίζεται τις δυσκολίες και ενσωματώνει δημιουργικά τις δυνατότητες της εργατικής τάξης κάθε χώρας.

Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να αδράξει την ιστορική ευκαιρία που της δίνεται να φύγει από τον κοσμοπολίτικο προγραμματικό αμυντισμό της (στον οποίο έχει εγκλωβιστεί εδώ και 2 δεκαετίες λόγω της στρατηγικής αμηχανίας που έφερε η πτώση του «υπαρκτού») και θαρραλέα να εξηγήσει και να δείξει ότι η κρίση που διανύουμε είναι δομική/συστημική και σχετίζεται με την εγγενή τάση του καπιταλισμού και της άρχουσας τάξης για τη μεγιστοποίηση των κερδών τους.

Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει σταδιακά, με ώριμα βήματα, επεξεργασμένες/συνεκτικές αντικαπιταλιστικές αιχμές στον λόγο της και ανάλογες συμμαχίες, να περάσει στη φάση της συνολικής αντεπίθεσης. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις προσπαθούν να καταστήσουν την Ελλάδα τον «αδύναμο κρίκο» και το πειραματόζωο της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής αλυσίδας μπορεί να αποτελέσει το κατάλληλο έναυσμα μιας «ριζοσπαστικής αντιστροφής» σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Υπό το πρίσμα αυτό, οι προγραμματικές μας προτάσεις πρέπει πλέον να κινούνται όχι μόνο στο πλαίσιο του αιτήματος για αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου ή για περιορισμό των αδικιών και των ανισοτήτων στο «εποικοδόμημα», αλλά να πηγαίνουν αρκετά πιο πέρα, αμφισβητώντας τον πυρήνα και την ουσία των καπιταλιστικών σχέσεων στη «βάση».

Οι προτάσεις για αναδιανομή, περιορισμό των αδικιών και δημοκρατικότερης οργάνωσης της πολιτικής ζωής, όταν δεν γίνονται από θέσεις σοσιαλιστικού οπτιμισμού και δομικής κριτικής, έχει παρατηρηθεί ιστορικά ότι δεν κατορθώνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, ακόμα και όταν τύχουν αποδοχής σημαντικών μερίδων των υποτελών τάξεων, αφού τελικά δεν ηγεμονεύουν, αλλά ενσωματώνονται με στρεβλό τρόπο στο κυρίαρχο αστικό πλαίσιο πολιτικής, συνδικαλιστικής ή ψευτοκινηματικής εκπροσώπησης.

Από την άλλη, έχει παρατηρηθεί ιστορικά ότι η μονομερής αντικαπιταλιστική πολιτική εκφώνηση χωρίς σαφείς προγραμματικές ορίζουσες και ένα ισορροπημένο, συνεκτικό χαρμάνι δράσεων και παρεμβάσεων στο κοινωνικό/ταξικό πεδίο μπορεί να οδηγήσει την αριστερά σε μια άγονη, καταγγελτική και αδιέξοδη στρατηγικά στάση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν με πρωταγωνιστή έναν επανιδρυμένο ιδεολογικά, πολιτικά, προγραμματικά και οργανωτικά Συνασπισμό (προτείνω το επόμενο Συνέδριο να έχει τέτοια χαρακτηριστικά και αυτό να διατυπώνεται στην Πολιτική Απόφαση του 6ου), μπορεί να αποτελέσει αυτήν την πλατιά πολιτική συμμαχία της αριστεράς που θα σφραγίσει τις εξελίξεις σε Ελλάδα και Ευρώπη ασκώντας μια αντιπολίτευση τέτοιου χαρακτήρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπό αυτές τις προϋποθέσεις θα μπορέσει να αποτελέσει το υγιές πολιτικό πείραμα διαλεκτικής όσμωσης, συνάρθρωσης και ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά και όλων των αριστερών, προοδευτικών κοινωνικών δυνάμεων.

Υποσημείωση 1: Επανεκκίνηση προσπαθεί αυτόν τον καιρό να κάνει και το αστικό πολιτικό σχέδιο και μάλιστα όχι με καλύτερες προϋποθέσεις από εμάς.

Υποσημείωση 2: Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μερικά στελέχη της αριστερής πλειοψηφίας του κόμματος, αντί να αισθανθούν το ιστορικό τους καθήκον για τη δημιουργία μιας ενωτικής - ανασυνθετικής κουλτούρας και αυτοπεποίθησης στον κόσμο της αριστεράς, αντίθετα τους καλλιεργούν τους δικούς τους «δαίμονες» και δημιουργούν τους όρους ενός νέου, τεχνητού κατακερματισμού της. Η αριστερά, σύντροφοι, δεν μπορεί να είναι μνησίκακη, κλειστοφοβική, κομματικοπατριωτική, ελιτίστικη και αυτάρκης.

Υποσημείωση 3 : Αφορμή για αυτό το κάπως ακατέργαστο άρθρο αποτέλεσε η συμβολικά «προβληματική» συνέντευξη Τύπου που έδωσε η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ για τις 100 ημέρες της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ώστε να δείξουμε στον ελληνικό λαό ότι αθέτησε τις προεκλογικές υποσχέσεις του και να αναπτύξουμε τις δικές μας «εναλλακτικές» προγραμματικές μας προτάσεις!!! (Κάτι σαν το Παρατηρητήριο του Ελσίνκι ή της ασυνέπειας της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας δηλαδή…).

* Ο Βαγγέλης Πιλάλης είναι μέλος της  Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΝ, συμμετέχει στην τάση: Πρωτοβουλία για την Αριστερή Ανασύνθεση