Skip to main content.
Συνασπισμός της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας
27/02/2010

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ-ΛΟΓΙΣΜΟΥ. Eισήγηση Δ.Μπίρμπα στην πανελλαδική αυτοδιοικητική σύσκεψη του ΣΥΝ

Ζούμε μια μακρά περίοδο, οικουμενικής κυριαρχίας των ανεξέλεγκτων χρηματαγορών, αυτού που ονομάσθηκε νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, που έχει οδηγήσει σε μια πολυεπίπεδη κρίση (οικονομική, κοινωνική, οικολογική). Σε παγκόσμιο πολιτικό επίπεδο φαίνεται πλέον να αμφισβητείται και να αποκαθίσταται  αργά και σταδιακά, παρά τα πισωγυρίσματα, η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής , να ανοίγονται δυνατότητες για την πολιτική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης ,τον ουσιαστικό   εκδημοκρατισμό των κοινωνιών, για δημοκρατικές συμμετοχικές διαδικασίες ,με τους πολίτες να έχουν καθοριστικό ρόλο στην λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν.

Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, δύο  ήταν κυρίως τα κινήματα των πολιτών που πρωταγωνίστησαν, έπαιξαν και παίζουν υβριδικό ρόλο στην διαμόρφωση της νέας κοινωνικής συνείδησης.

Το οικολογικό, που με το σύνθημα «σκέψου οικουμενικά, δράσε τοπικά», επηρέασε το σύνολο της πολιτικής σκέψης και το κίνημα ενάντια στην  νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, το αντι-global, που περνώντας διάφορα στάδια και φάσεις ωρίμανσης, έθεσε και θέτει την ανάγκη μιας εναλλακτικής παγκόσμιας πορείας, έχοντας υιοθέτηση το σύνθημα προτροπή του οικολογικού κινήματος.

Ισχυρίζομαι ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής μιας διοικητικής μεταρρύθμισης, διευκολύνουν ή αποθαρρύνουν την ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και αντίστοιχα μια ισχυρή κοινωνία των πολιτών, με την πολύμορφη δράση και κινητοποίηση της μπορεί να καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τους όρους μιας διοικητικής μεταρρύθμισης. Γιατί προφανώς μια ουσιαστική, δημοκρατική, διοικητική μεταρρύθμιση δεν είναι μόνο και κυρίως, συνενώσεις δήμων και κοινοτήτων, νομαρχιών και υπερνομαρχιών, ούτε βέβαια προσπάθειες αμφίβολης δημοσιονομικής εξυγίανσης. Είναι πρώτα απ΄ όλα όροι και προϋποθέσεις για ποιοτική ανάπτυξη,  αειφορίας και κοινωνικής συνοχής, δημοκρατικό προγραμματισμό  και εξορθολογισμό του επιχειρησιακού σχεδιασμού, βελτιστοποίηση της διοίκησης και της εξυπηρέτησης των πολιτών, δημοκρατικής εμβάθυνσης και συμμετοχής των πολιτών.

Είναι τέτοια η προτεινόμενη μεταρρύθμιση; Που σε μεγάλο μέρος της, πέραν των γενικών κατευθύνσεων,  εξαγγέλλεται  από την κυβέρνηση δια διαρροών και υπαινιγμών χωρίς να κατατίθεται ακόμα υπεύθυνα και ολοκληρωμένα; Μάλλον όχι.

Σε μια χώρα που χαρακτηρίζεται,

οι οιωνοί για το μέλλον της, αν δεν ανατραπεί αυτή η πραγματικότητα, δεν πρόκειται να είναι καθόλου καλοί .

Κρίνουμε απαραίτητη, πριν  την κριτική στον σχεδιασμό του  «Καλικράτη», την αξιολόγηση του σχεδιασμού και της εφαρμογής  δεκατρία χρόνια μετά του Πρόγραμματος «Ιωάννης Καποδίστριας», που αποτέλεσε μια σημαντική μεταρρύθμιση για το διοικητικό σύστημα της χώρας μας και ιδιαίτερα για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Το Πρόγραμμα «Ι. Καποδίστριας» περιέλαβε δυο βασικούς πυλώνες: Το θεσμικό πλαίσιο της συγχώνευσης των 457 Δήμων και των 5.318 Κοινοτήτων σε 900 Δήμους και 133 Κοινότητες και το Πρόγραμμα των μέτρων υποστήριξης της μεταρρύθμισης.

 Διασφάλισε μεν ισχυρή πολιτική βούληση από την ηγεσία της τότε Κυβέρνησης, αλλά δεν διασφάλισε ευρύτερη πολιτική συναίνεση (ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ υπέρ, ΝΔ-ΚΚΕ κατά). Η μεταρρύθμιση αυτή, παρότι συνάντησε αντιδράσεις από πολλούς αιρετούς σε τοπικό επίπεδο, στηρίχθηκε από τα συλλογικά όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και το Τακτικό Συνέδριο της ΚΕΔΚΕ.

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα της είναι ότι δεν συνοδεύτηκε από τη συνολικότερη μεταρρύθμιση του διοικητικού συστήματος της χώρας (σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο) και δεν περιελάμβανε φορολογική μεταρρύθμιση με αποκέντρωση. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της είναι ότι δεν επιχειρήθηκε μόνο με ένα νόμο αλλά με ένα μεσοχρόνιο συνολικό Πρόγραμμα που περιείχε μέτρα και πόρους για την προετοιμασία και την υποστήριξη της εφαρμογής της, που δυστυχώς δεν υλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό με ευθύνη των κυβερνήσεων. Αφερεγγυότητα στις οικονομικές του δεσμεύσεις  και μεγάλα κενά στην θέσπιση παράγωγων νομοθετημάτων εφαρμογής του.

Είναι  μεν θετικό ότι για τους νέους  ΟΤΑ με το νόμο (Ν. 2539/1997), επιχειρήθηκε η ενδοδημοτική αποκέντρωση με τα τοπικά διαμερίσματα και ότι διατηρήθηκαν οι ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους κατοίκους των μικρών ΟΤΑ, αλλά δυστυχώς η μη θέσμιση,  υποχρεωτικής μεταφοράς αρμοδιοτήτων και πόρων σ’αυτά, παρήγαγε φαινόμενα ενδοδημοτικού συγκεντρωτισμού . Δεν αξιοποιήθηκε επίσης η ευκαιρία της αλλαγής του νομικού πλαισίου για την κατηγοριοποίηση των ΟΤΑ με βάση το μέγεθος και τον χαρακτήρα τους (αστικοί, αγροτικοί, ορεινοί, νησιωτικοί κλπ.). Η μη καθιέρωση της απλής αναλογικής και θεσμών ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής, δεν ικανοποίησαν την πανθομολογούμενη ανάγκη  για την αλλαγή του «δημοτικού συστήματος διακυβέρνησης», για τη διασφάλιση θεσμών εσωτερικού ελέγχου και διεύρυνσης της διαφάνειας, για την ουσιαστική στήριξη των τοπικών συμβουλίων με αρμοδιότητες και πόρους. Επίσης, η μεταρρύθμιση δεν περιέλαβε τις μητροπολιτικές περιοχές της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.

Ενώ ξεκίνησε με προσπάθεια αξιοποίησης της χωροθέτησης των διοικητικών ορίων προηγούμενων θεσμών (αναπτυξιακών συνδέσμων, γεωγραφικών περιοχών, συμβουλίων περιοχής), σε αρκετές περιπτώσεις η χωροθέτηση και η επιλογή του διοικητικού κέντρου επηρεάστηκαν από τοπικούς συσχετισμούς και παρεμβάσεις πολιτικών παραγόντων, με συνέπεια να διατηρηθούν Κοινότητες και να προκύψουν αρκετοί μη βιώσιμοι ΟΤΑ.

Η συνένωση των ΟΤΑ εξασφάλισε καλύτερο οικονομικό προγραμματισμό, οικονομίες κλίμακας και μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαχείριση των πόρων, αλλά οι περισσότεροι ΟΤΑ δεν έχουν τη δυνατότητα παροχής ανταποδοτικών υπηρεσιών στους δημότες και αξιοποίησης των Εθνικών και των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων. Η θεσμοθέτηση του Ειδικού Προγράμματος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΠΤΑ) και η αξιοποίηση ορισμένων Ευρωπαϊκών πόρων για τη χρηματοδότηση της μεταρρύθμισης αποτελούν ιδιαίτερα θετικές επιλογές, αλλά οι πόροι του ΕΠΤΑ περιορίστηκαν στους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ) και περικόπηκαν οι έκτακτες επιχορηγήσεις των Υπουργείων προς τους ΟΤΑ χωρίς οι αντίστοιχοι πόροι να ενταχθούν στο ΕΠΤΑ όπως είχε προβλεφθεί, με συνέπεια τη φαλκίδευση του άρθρου 13 του Ν. 2539/1997( απώλεια περί τα 3 δις ευρω). Την περίοδο εφαρμογής της μεταρρύθμισης, το Κράτος, αντί να την ενισχύσει με πρόσθετους πόρους, παρακράτησε θεσμοθετημένους πόρους, δεν υλοποίησε την συνταγματική επιταγή για παροχή των αναγκαίων πόρων στις μεταφερόμενες αρμοδιότητες και διεύρυνε τα οικονομικά προβλήματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αποτελεί πλεονέκτημα της μεταρρύθμισης, η επιλογή, η κατάρτιση και η ένταξη 2.400 νέων επιστημόνων στους νέους Δήμους. Δεν διασφαλίστηκε όμως η συνεχής κατάρτιση και η συμβουλευτική υποστήριξή τους και δεν θεσμοθετήθηκαν κίνητρα για τη διατήρηση των επιστημόνων αυτών στους Δήμους που εντάχθηκαν, την εθελοντική αποχώρηση των γραμματέων των παλαιών Κοινοτήτων, την πρόσληψη νέου επιστημονικού προσωπικού και την απόσπαση ή τη μετάταξη από τον δημόσιο τομέα έμπειρων στελεχών.

Μέσω του ΕΠΤΑ δόθηκε η δυνατότητα καλύτερου προγραμματισμού της τοπικής ανάπτυξης και χρηματοδοτήθηκε η μελέτη και η κατασκευή έργων τεχνικής υποδομής, κοινωνικού εξοπλισμού, προστασίας του περιβάλλοντος και βελτίωσης της ποιότητας ζωής, αλλά δεν διασφαλίστηκε η «εδαφική συνοχή» μέσα από ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα τοπικής ανάπτυξης σε κάθε Δήμο (με χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, ενδοδημοτική αποκέντρωση των δημοσίων επενδύσεων και ολοκλήρωση των έργων ύδρευσης, αποχέτευσης, αντιπλημμυρικής προστασίας, διαχείρισης των απορριμμάτων και προστασίας του περιβάλλοντος). Στον προγραμματισμό των επενδύσεων δεν συμμετείχαν ενεργά τα συλλογικά όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΤΕΔΚ και ΚΕΔΚΕ) και πολλές επιλογές έργων επηρεάστηκαν από πελατειακές διαμεσολαβήσεις.

 Το Πρόγραμμα «Ι. Καποδίστριας» περιελάμβανε τη σύνταξη πρότυπων Οργανισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας για τους νέους Δήμους, προδιαγραφές προμήθειας Η/Υ και λογισμικού με χρηματοδότησή τους από το Πρόγραμμα «Κλεισθένης», αλλά δεν διασφάλισε τη συγκρότηση των ελάχιστων αναγκαίων υπηρεσιών (διοικητικής, οικονομικής και τεχνικής υπηρεσίας) και κατά συνέπεια τη διοικητική αποτελεσματικότητα των νέων Δήμων και την παροχή ισοδύναμων υπηρεσιών στους κατοίκους των πόλεων και των χωριών. Την περίοδο εφαρμογής της μεταρρύθμισης υποστηρίχθηκαν αρκετοί Δήμοι και απέκτησαν ταμειακή υπηρεσία και διπλογραφικό σύστημα, αλλά οι δομές κοινωνικής φροντίδας που συγκροτήθηκαν σε πολλούς Δήμους χρηματοδοτήθηκαν από Ευρωπαϊκά Προγράμματα και δεν εξασφαλίστηκε η βιωσιμότητά τους.

Το Πρόγραμμα «Ι. Καποδίστριας» περιελάμβανε συστηματική ενημέρωση και συγκροτημένη επικοινωνιακή πολιτική υποστήριξης των πολιτικών και των επιχειρησιακών στόχων του, αλλά δεν συνοδεύτηκε από την προβολή των καλών πρακτικών και τη διάχυση της τεχνογνωσίας που αποκτήθηκε, μέσω της συνεργασίας των αιρετών και των επιστημονικών στελεχών και της ανταλλαγής των εμπειριών τους.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι οι αλλαγές που συντελέστηκαν με το Πρόγραμμα «Ι. Καποδίστριας» δεν ανταποκρίνονται στους αρχικούς στόχους του, αλλά η σημερινή Τοπική Αυτοδιοίκηση, συγκρινόμενη με την παλιότερη κατάσταση της πολυδιάσπασης, είναι καλύτερη.

Εδώ τίθεται επίσης η ανάγκη κριτικής αποτίμησης της εμπλοκής των πολιτικών δυνάμεων με το ζήτημα, μια που ο ρόλος και η σημασία τους είναι καθοριστικές στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Πως παρεμβαίνουν, τι προτείνουν, πόσο συνεπείς και ειλικρινείς είναι οι προθέσεις τους, ποια είναι τα αποτελέσματα των πολιτικών τους.

Ας αποτιμήσουμε όμως την συμπεριφορά και την στάση των πολιτικών σχηματισμών από τον «Καποδίστρια» μέχρι σήμερα.

Η ΝΔ, με τη χαρακτηριστική ευκολία των οβιδιακών μεταμορφώσεων (το έκανε με τις ταυτότητες, το έκανε με την δημιουργική λογιστική και όχι μόνο), από πολέμιος των συνενώσεων ντύθηκε «μεταρρυθμιστικός σκαπανέας». Ενώ βέβαια αύξησε πελατειακά τον αριθμό των ΟΤΑ, άμα τη αναλήψει. Ακροβάτησε στην ημιαιρετή περιφέρεια, αναμένεται με ενδιαφέρον η σημερινή στάση της στη νέα φάση ,του νέου αρχηγού από θέση αντιπολίτευσης

Το ΠΑΣΟΚ της ημιτελούς προσπάθειας, αφού φρόντισε,  μονίμως ασυνεπές στις συνταγματικές και θεσμικές υποχρεώσεις του προς την ΤΑ, να σταθεί στο «μετέωρο βήμα του πελαργού» ανάμεσα στον πελατειακό συγκεντρωτισμό και την ανάγκη αποκέντρωσης, με προφανή τον κίνδυνο πέφτοντας, να καταρρεύσει και η πιο σημαντική διοικητική μεταρρυθμιστική τομή του, έρχεται με νέα «μεταρρυθμιστική πνοή». Σχεδόν βέβαιο ότι θα προχωρήσει, συνηγορούν, δημοσιονομικοί, (έχει ενταχθεί στο κυβερνητικό πρόγραμμα σταθερότητας), επικοινωνιακοί και πολιτικοί λόγοι, ιδιαίτερα εν όψη εκλογικού νόμου μονοεδρικών.

Σήμερα, υποστηρίζει την αποκέντρωση με αυτοδιοίκηση, χωρίς να ορίζει με σαφήνεια την ανακατανομή πόρων και εξουσιών, ενώ οι προγραμματικές και λοιπές δηλώσεις του ΥΠΕΣ κ.Ραγγούση προοιωνίζουν πάγωμα και περικοπές.   Παραμένοντας πάντα υπέρ πλειοψηφικών εκλογικών συστημάτων και αισχυντηλά υπέρ της διατήρησης του δημαρχοκεντρικού μοντέλου.

Το ΚΚΕ με σταθερή επιλογή, εκτός υπαρκτού σχεδιασμού της αυτοδιοίκησης,  ομνύει στο συγκεντρωτικό κράτος «πατερούλη» αλλά και «πατέρα αφέντη» του υπαρκτού σοσιαλισμού, αρνητικό στην οποιαδήποτε μεταφορά κρατικής αρμοδιότητας, επιφυλακτικό στην αποκέντρωση γιατί, όπως ισχυρίζεται, υπάρχει ορατός κίνδυνος ιδιωτικοποίησης των πάντων.

Ο ΣΥΝ που και τότε υποστήριξε, όχι χωρίς εσωτερικές αντιθέσεις μεν αλλά σθεναρά όμως, την ανάγκη μεταρρύθμισης, την αποκέντρωση με αυτοδιοίκηση,  τώρα   δυστυχώς επιβεβαιώνεται στην κριτική που άσκησε κατά την ψήφιση του Ν.2539/97. Τότε και σήμερα πιστεύει ότι υπάρχει ανάγκη μιας συνολικής μεταρρύθμισης της ελληνικής πολιτείας, με επιτελικό κράτος, αιρετή περιφέρεια με εσωτερική αποκέντρωση τις νομαρχίες, μητροπολιτική αυτοδιοίκηση, ισχυρούς ΟΤΑ με εσωτερική δημοτική αποκέντρωση, λαμβάνοντας υπ όψιν τις γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες και όχι κύριο κριτήριο συνενώσεων ένα πληθυσμιακό τυφλοσούρτη. Με καθιέρωση της απλής αναλογικής, για το άνοιγμα στην κοινωνία, την καλλιέργεια αντίληψης κοινωνικής συνευθύνης και την δυνατότητα συμμετοχής της «κοινωνίας των πολιτών», των δρώντων τοπικών κοινωνικών συλλογικοτήτων.

Η συζήτηση για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση έχει πλέον αρχίσει. Η  Κυβέρνηση προσανατολίζεται σε συνενώσεις Ο.Τ.Α. και αιρετό περιφερειακό συμβούλιο –μάλλον  με άμεση εκλογή περιφερειάρχη- αλλά διατηρώντας και μάλλον αναβαθμίζοντας σε 7, τις κρατικές περιφέρειες.

Στην  ευρωπαϊκή κατεύθυνση, για Ευρώπη των πόλεων και των περιφερειών, με κοινωνική και χωρική (εδαφική) συνοχή, που απαιτεί ισχυρά αιρετά περιφερειακά όργανα, αν προχωρήσει χωρίς ουσιαστικούς θεσμοθετημένους πόρους θα  αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για επιπλέον φορολόγηση και ενδεχόμενη ιδιωτικοποίηση μέρους των υπηρεσιών.

Α. Σύμφωνα με τη θεώρηση μας, πυρήνας δημιουργίας των λειτουργικών και πολιτικών προβλημάτων της Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα της Ελληνικής κοινωνίας – πέραν των επιμέρους ιδεολογικών πολιτικών επιλογών, των εκάστοτε κυβερνήσεων –είναι το υπερσυγκεντρωτικό γραφειοκρατικό κράτος, με τις πελατειακές δομές και τα διαπλεκόμενα δίκτυα συμφερόντων.

Η Αυτοδιοίκηση για μας, ως ανανεωτική, ριζοσπαστική και οικολογική Αριστερά αποτελεί τον εγγύτερο προς τους πολίτες δημοκρατικό θεσμό διοίκησης, τον δεύτερο πυλώνα του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος. Αποτελεί δηλαδή, διακριτό επίπεδο άσκησης και διαχείρισης κομματιού ευθύνης της διακυβέρνησης, που πρέπει να έχει συμμετοχή στον αναγκαίο δημοκρατικό προγραμματισμό και οφείλει να επιδιώκει κάθε φορά τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή των πολιτών και των φορέων τους στη λήψη των αποφάσεων της.

Από τη σύγκρουση με τα συγκεντρωτικά κέντρα αποφάσεων της κρατικής κομματικής γραφειοκρατίας, για την άσκηση και διαχείριση κομματιού εξουσίας - λόγω της άμεσης καθολικής δημοκρατικής νομιμοποίησης των αποφάσεων της, βάση των αρχών της εγγύτητας, της επικουρικότητας και της τοπικής αυτονομίας –πηγάζει o διεκδικητικός και κατ΄ επέκταση κινηματικός χαρακτήρας της Αυτοδιοίκησης, που φυσικά δεν αναιρεί, τουναντίον ενισχύει, τον θεσμικά, δημοκρατικά νομιμοποιημένο, διοικητικό και αναπτυξιακό χαρακτήρα της.

Για να γίνει κατανοητό, οι Αυτοδιοικητικοί θεσμοί δεν είναι συνδικαλιστικά όργανα που διεκδικούν μόνο καλύτερους όρους άσκησης εξουσίας από άλλους, είναι οι ίδιοι φορείς άσκησης εξουσίας και γι αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαθιστούν ούτε να ταυτίζονται με τα τοπικά κινήματα, αλλά να στέκουν αρωγοί, να τροφοδοτούν και να τροφοδοτούνται από την δράση τους.

Αυτή η δημοκρατική αντίληψη, της αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση και συμμετοχή των πολιτών, καθιστά απαραίτητη τη συμμετοχή των αιρετών οργάνων της σε όλα τα επίπεδα σχεδιασμού και εφαρμογής της ανάπτυξης, τοπικά, περιφερειακά, εθνικά, ευρωπαϊκά.

Με βάση αυτή την αντίληψη τοποθετούμαστε για την ανάγκη επιτελικού κράτους – αιρετής περιφέρειας, με αποκεντρωμένους αιρετούς θεσμούς τις νομαρχίες, - ισχυρούς ΟΤΑ. Αυτοδιοικητικούς θεσμούς δηλ. με πολιτική και οικονομική ισχύ.

Γι΄ αυτή τους την ισχύ απαιτούμε άμεση, εκλογικά, δημοκρατική νομιμοποίηση (αιρετή περιφέρεια και νομαρχιακά συμβούλια, δημοτικά και τοπικά συμβούλια) και μάλιστα με το σύστημα της απλής αναλογικής. Όχι μόνο για την καλύτερη καταγραφή δυνάμεων αλλά κυρίως γιατί ενθαρρύνει την συμμετοχή των πολιτών, την ανάληψη ευθυνών και ιδιαίτερα γιατί διασφαλίζει διαφάνεια και πολιτικό δημοκρατικό έλεγχο, που μαζί με την ενίσχυση των συλλογικών θεσμικών οργάνων, αποτελεί το καλύτερο μέτρο καταπολέμησης της διαπλοκής και της διαφθοράς, που ενδημεί στο πολιτικοδιοικητικό σύστημα της χώρας. Η απάντηση στην πολιτική διαφθορά δεν είναι περισσότεροι νόμοι και δικαστικοί έλεγχοι, είναι διαφάνεια με βάθεμα της αποκέντρωσης και της δημοκρατίας.

 Β. Ως Αριστερά απαιτούμε η Αυτοδιοίκηση, ο εν δυνάμει φορέας της τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης, να έχει δημοκρατική συμμετοχική λειτουργία, δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα με ποιοτικές θέσεις εργασίας, πολιτικές και δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης και αειφόρου ανάπτυξης.

Γι΄ αυτό επιδιώκουμε:

•    Την ριζική φορολογική μεταρρύθμιση με ανακατανομή πόρων υπέρ της Αυτοδιοίκησης, χωρίς επιβολή νέων φόρων στους πολίτες. Επιδιώκοντας πάντα το υψηλότερο επίπεδο ποιότητας κοινωνικών υπηρεσιών και παροχών σε όλους τους κατοίκους της χώρας, αυτό απαιτεί σταθερές και μόνιμες σχέσεις εργασίας, που αποτελούν και κεντρική επιλογή μας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να έχει δικαίωμα επιβολής φόρων και αντισταθμιστικών τελών, για ωφέλειες θα προκύπτουν από αναβαθμίσεις περιοχών, ή για χρήσεις, λειτουργίες και περιβαλλοντική επιβάρυνση από τράπεζες, SuperMarkets, Ξενοδοχεία, βιομηχανίες κλπ. Και αυτό δεν είναι «φορομπηχτική πολιτική».

Επειδή ακριβώς οι δαπάνες της Αυτοδιοίκησης έχουν κατ΄ εξοχήν – παρά τις τυχόν αστοχίες και τα επιμέρους φαινόμενα κακοδιαχείρισης και διασπάθισης – αναπτυξιακό και κοινωνικό χαρακτήρα, υπέρ μάλιστα των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, είναι τουλάχιστον αφελές να χαρακτηρίζεται «άντρο του νεοφιλελευθερισμού», όταν με το 5,5% των Δημόσιων Δαπανών υλοποιεί το 20% του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Αποτελεί μάλιστα την μοναδική, πρακτικά, εστία αντίδρασης στη γενικευμένη τάση εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών υπηρεσιών.

Νεοφιλελεύθερη είναι η επιλογή των κυβερνήσεων – κυρίως της ΝΔ αλλά και του ΠΑΣΟΚ – που με τη συνεχή μείωση του ΠΔΕ, την εγκατάλειψη της κρατικής συμμετοχής στα δημόσια και δημοτικά έργα μεγάλης κλίμακας, προωθούν και «καθοδηγούν» την Αυτοδιοίκηση στην κάλυψη της κυβερνητικής απουσίας σε μια γενικευμένη καταφυγή στα ΣΔΙΤ.

Η κατάργηση των κρατικών αναπτυξιακών περιφερειών και το πέρασμα της διαχείρισης των πόρων του ΕΣΠΑ 2007 – 2013 στην αιρετή περιφέρεια, θα έχει ως αποτέλεσμα την καλύτερη κατανομή και απόδοση των κοινοτικών πόρων, που παραμένουν τουλάχιστον για τα επόμενα 4-5 χρόνια το βασικό χρηματοδοτικό αναπτυξιακό εργαλείο της περιφέρειας αλλά και των πόλεων.

•    Την άμεση ψήφιση ενός νέου Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου, με την αντίληψη της αειφόρου ανάπτυξης, με κοινωνική και χωρική συνοχή, που θα κατοχυρώνει με το Δασολόγιο και το κτηματολόγιο, τον φυσικό και πολιτιστικό πλούτο της χώρας, αποτρέποντας την εμπορευματοποίηση του, που θα διασφαλίζει την γεωργική γη, θα απαγορεύει την εκτός σχεδίου δόμηση, θα μειώνει τους οικοδομικούς συντελεστές και θα συγκροτεί χωροταξικά «συμπαγείς» αλλά αναπτυξιακά «ανοικτές πόλεις», που η λειτουργία τους θα διευκολύνει την πρόσβαση και την παραμονή του πληθυσμού στην ενδοχώρα, ιδιαίτερα στους ορεινούς όγκους και τα νησιά.

Ένα χωροταξικό που θα ανατρέπει το υδροκεφαλικό μοντέλο ανάπτυξης. θα θέτει σε προτεραιότητα την ισόρροπη περιφερειακή και ενδοπεριφερειακή ανάπτυξη, τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς και σταθερής τροχιάς, την βιώσιμη διαχείριση των απορριμμάτων, την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Γι΄αυτούς ακριβώς τους λόγους ζητήσαμε την απόσυρση του Νομοσχεδίου Σουφλιά.

Γ. Οι σύγχρονες πόλεις ιδιαίτερα, αλλά και οι αγροτικές περιοχές, αντιμετωπίζουν ως συνέπεια της κρίσης, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών των κυβερνήσεων και της απουσίας ισχυρού κοινωνικού κράτους, έντονα φαινόμενα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, ρατσισμού και ξενοφοβίας, λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης μεταναστών.

Αν εμείς ως Αριστερά, θεωρούμε αυτονόητη προτεραιότητα μας την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, πρέπει εξίσου προφανώς και αυτονόητα να είναι προτεραιότητα μας – παρά το βάρος υπαρκτών τοπικών συγκρούσεων και εστιών έντονης παραβατικότητας – η προάσπιση των ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων των μεταναστών. Η διεθνιστική, ανθρωπιστική πλευρά της Αριστεράς δεν κρίνεται σε στιγμές ευκολίας αλλά δυσκολίας. Στο δίλημμα δημοκρατία ή ασφάλεια που όλο και περισσότερο θα μας απασχολεί, οφείλουμε όχι μόνο να απαντήσουμε αλλά και να πράξουμε, για δημοκρατία με όρους σεβασμού και ασφάλειας για όλους, με προτεραιότητα την κοινωνική ενσωμάτωση και όχι την καταστολή. Με κατανόηση μεν αλλά όχι χάϊδεμα όλων των συμπεριφορών, από όλες τις πλευρές. Πολύ δε περισσότερο όταν ο Ο.Η.Ε. προβλέπει 150.000.000 περιβαλλοντικούς πρόσφυγες ως το 2050, μεγάλο μέρος τους από την υποΣαχάρεια Αφρική.

Δ. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, μιας ολιστικής αντίληψης για την Αυτοδιοίκηση, η δράση των Αυτοδιοικητικών δυνάμεων του ΣΥΝ είναι ιδιαίτερα πλούσια από παρεμβάσεις και προσπάθειες- παρ΄ ότι δεν το επιτυγχάνουν πολλές φορές – για την ενεργοποίηση των πολιτών αλλά και την κάλυψη των καθημερινών αναγκών των περιοχών τους,

Από θέση διοίκησης – σχεδόν αποκλειστικά οι σύντροφοι και συντρόφισσες του Α βαθμού, λόγω αριθμού και πολυετούς παράδοσης – διεκδίκησαν και κατοχύρωσαν ελεύθερους χώρους, υπερασπίστηκαν παραλίες και ορεινούς όγκους, ανάπλασαν υποβαθμισμένες περιοχές, απέτρεψαν περιβαλλοντικές υποβαθμίσεις και επιβαρύνσεις. Δημιούργησαν πρωτοπόρες κοινωνικές δομές και υπηρεσίες, πρωτοπόρες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, έσωσαν και ανέδειξαν την ιστορική μνήμη των πόλεων, στήριξαν την πολιτισμική μας παράδοση και δημιουργία, ενθάρρυναν την λαϊκή συμμετοχή, αποπειράθηκαν διαδικασίες συμμετοχικού προϋπολογισμού, προστάτεψαν τα δικαιώματα των μεταναστών, συγκρούσθηκαν με οργανωμένα συμφέροντα για την λειτουργία και ζωή των περιοχών τους. Προσπάθησαν να υπερβούν – και το κατάφεραν τις περισσότερες φορές- την τρέχουσα διαχείριση.

 Από θέσεις αντιπολίτευσης, όπου υπήρξαν συγκροτημένες Αυτοδιοικητικές κινήσεις μας, που δυστυχώς δεν είναι πάρα πολλές, έκαναν αισθητή την παρουσία τους στα κινήματα γειτονιάς και πόλης, σε δράσεις και διεκδικήσεις περιβαλλοντικές προστασίας, ενέργειες ενάντια στον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό. Με προτάσεις, απόψεις και ακτιβίστικες δράσεις για τον πολεοδομικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό των περιοχών τους. Αποτέλεσαν και αποτελούν τοπικά και Νομαρχιακά σημεία αναφοράς.

Ε. Ως ΣΥΝ, οφείλουμε να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες και τις ελλείψεις που παρουσιάσαμε. Ιδιαίτερα πρέπει να αποκατασταθεί η σύνδεση και άμεση ενημέρωση με την περιφέρεια. Δυστυχώς πάσχουμε και εμείς από Αθηνοκεντρισμό. Ελπίζουμε να βοηθήσει η αναγκαία πλέον περιφερειακή διάρθρωση του κόμματος.

Οφείλουμε να λειτουργήσουμε και να ανασυγκροτήσουμε παντού τις τοπικές αυτοδιοικητικές μας κινήσεις - με όρους προγραμματικής ηγεμονίας, επιδιώκοντας την συμμετοχή των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, όπου υπάρχουν, των Οικολόγων-Πράσινων και πολιτών που ενδιαφέρονται πρωτίστως για τις τοπικές υποθέσεις - να αξιοποιήσουμε το πλούσιο δυναμικό που διαθέτουν, να διασφαλίσουμε όρους ουσιαστικής συζήτησης και συμβολής του στην επεξεργασία των θέσεων μας σε θεσμικά, οικονομικά και αναπτυξιακά θέματα, σε προβλήματα κοινωνικής και οικολογικής πολιτικής. Οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν δυνατότητες που πρέπει να αξιοποιήσουμε. Να συγκροτήσουμε νέες αυτοδιοικητικές κινήσεις όπου δεν υπάρχουν, στη λογική αυτή.

Η κυβερνητική αλλαγή διαμόρφωσε ένα νέο πολιτικό τοπίο που προσδίδει εκ των πραγμάτων ιδιαίτερη πολιτική σημασία και ενδιαφέρον στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010. Η αντιπαράθεση κεντρικού Κράτους - Αυτοδιοίκησης, με άλυτα τα μεγάλα προβλήματα, που κληρονομήθηκαν από την 20ετή διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και την πενταετή της Ν.Δ, σε συνδυασμό με την εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση, θέτουν ανοικτά για το μέλλον, το θεσμικό πλαίσιο και το περιεχόμενο της αποκέντρωσης.

Στην παρούσα συγκυρία οι αυτοδιοικητικές εκλογές αποκτούν εξαιρετικό ενδιαφέρον και για έναν επιπλέον λόγο:

 Η Ευρωπαϊκή Συνθήκη της Λισαβόνας, παρά  την αντίθεσή μας για τα μεγάλα ελλείμματά της, αναβαθμίζει ουσιαστικά τον ρόλο και την σημασία των πόλεων και των περιφερειών στο νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Απαιτείται άμεσα από την ελληνική αυτοδιοίκηση, αν θέλει να ανταποκριθεί στο νέο θεσμικό περιβάλλον, η πραγματοποίηση ενός μεγάλου ποιοτικού άλματος. Προϋποθέσεις επιτυχίας του είναι:

 * Η ουσιαστική σύγκλιση με την ευρωπαϊκή αυτοδιοίκηση σε θεσμικό και οικονομικό επίπεδο (500 Ε έναντι 3.000 Ε ανά κάτοικο), πράγμα που σημαίνει αιρετή περιφέρεια με αιρετό περιφερειάρχη (με ευθύνη διαχείρισης του ΕΣΠΑ και των αντίστοιχων κρατικών αναπτυξιακών πόρων), καθώς και την ουσιαστική ισχυροποίηση των δήμων.

* Η θέσπιση μητροπολιτικής διακυβέρνησης που θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα λειτουργικά και αναπτυξιακά αδιέξοδα που προκύπτουν από τις επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και το διοικητικό χάος που επικρατεί στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα

 * Η καθιέρωση ως πάγιου εκλογικού συστήματος, σε όλες τις βαθμίδες αυτοδιοίκησης, της απλής αναλογικής

* Η οικονομική βιωσιμότητα της μεταρρύθμισης, που προϋποθέτει επαρκή χρηματοδότηση, ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο λειτουργικής υποστήριξης και τέλος απόδοση φορολογικής εξουσίας στην τοπική αυτοδιοίκηση (πράσινοι φόροι, τοπικά αναπτυξιακά κίνητρα και αντικίνητρα κλπ.), μέσα από μια ριζική δημοκρατική φορολογική μεταρρύθμιση, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση των πολιτών.

Θα πρέπει να εστιάσουμε την προετοιμασία μας σε τρία σημεία:

 * Ανάδειξη και αντιμετώπιση των περιφερειακών και τοπικών προβλημάτων και δυνατοτήτων, με την μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική συμμετοχή. Οφείλουμε να επιδιώξουμε την ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών φορέων και των τοπικών κινημάτων των πολιτών στην διαμόρφωση και διεκδίκηση εναλλακτικών τοπικών πολιτικών (συμμετοχικός προϋπολογισμός, δημοκρατική/συμμετοχική λειτουργία των δημοτικονομαρχιακών επιτροπών -δηλ. εκπροσώπηση ΜΚΟ, τοπικών φορέων, μεταναστών κλπ. -, βιώσιμη διαχείριση ελεύθερων κοινόχρηστων χώρων, εναλλακτική διαχείριση απορριμμάτων, ανανεώσιμα ενεργειακά μοντέλα, χρήσεις γης, δίκτυο τοπικών συγκοινωνιών, τοπικά σχέδια ανάπτυξης και απασχόλησης κλπ.).

 Η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής σηματοδοτεί ουσιαστικά την αριστερή παρέμβαση στον αυτοδιοικητικό χώρο.

 * Απολογισμός και ανάδειξη της αυτοδιοικητικής δουλειάς: Απαραίτητη προϋπόθεση η μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή των μελών και των φίλων του κόμματος και των παρατάξεων που δρουν οι δυνάμεις μας, σε μια προσπάθεια καταγραφής αδυναμιών και επιτυχιών, ελλείψεων και βελτιώσεων στα προγράμματα και στις δράσεις των αυτοδιοικητικών μας κινήσεων. Ο ανοικτός διάλογος και τα συμπεράσματα που θα προκύψουν, θα αναδείξουν την μέχρι τώρα δουλειά μας και θα προσδιορίσουν την παραπέρα πορεία των αυτοδιοικητικών παρατάξεων.

 * Συγκρότηση τώρα νέων περιφερειακών και τοπικών αυτοδιοικητικών κινήσεων όπου δεν υπάρχουν. Άμεσα, με ολοκληρωμένο πρόγραμμα και φερέγγυα πρόσωπα. Η συγκρότηση κινήσεων «τελευταίας στιγμής» μας καθιστούν αφερέγγυους στις τοπικές κοινωνίες, αποδυναμώνουν τον αυτοδιοικητικό μας λόγο και συχνά αποτελούν «θερμοκήπια παραγοντισμού».

 Με δεδομένο τον κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα των περιφερειακών εκλογών, σε τοπικό επίπεδο κοινός τόπος είναι σε όλους μας, ότι δεν αποτελούν «πανάκεια» ούτε τα ψηφοδέλτια συνεργασίας, ούτε τα ψηφοδέλτια αυτονομίας. Τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα σε Δήμους καθορίζονται από την ουσιαστική ή μη, προγραμματική και πολιτική δράση των κινήσεων, καθώς και από την αξιοπιστία και τις συμπεριφορές των προσώπων που τις αποτελούν.

Δημήτρης Μπίρμπας