Skip to main content.
Συνασπισμός της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας
03/06/2010

Ομιλία του Προέδρου του Συνασπισμού, Αλέξη Τσίπρα, στο 6ο Συνέδριο του ΣΥΝ

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Μέσα σε αυτό το συνέδριο, μέσα σε αυτή την αίθουσα, χτυπά η μίση καρδιά της αριστεράς.

Γιατί η άλλη μισή βρίσκεται αυτές τις μέρες στην αποκλεισμένη Γάζα.

Βρίσκεται πάνω στα πλοία της αλληλεγγύης.

Εκτελέστηκε προχθές το βράδυ στο κατάστρωμα του Μαβί Μαρμαρά. Ήταν κρατούμενη στις φυλακές του Ισραήλ.

Και είμαστε περήφανοι που έχουμε σήμερα ανάμεσά μας το σύντροφο Δημήτρη Γιαλελή, σύνεδρο από τη Νομαρχιακή της Λάρισας, που επέστρεψε χθες από τη μεγάλη αυτή περιπέτεια.

Και τον καλωσορίζουμε και τον ευχαριστούμε, γιατί μας έκανε όλους περήφανους και αυτός και όλοι όσοι συμμετείχαν στην αποστολή των ακτιβιστών.

Αποτελεί στίγμα το έγκλημα αυτό για τη διεθνή κοινότητα, που όφειλε να είχε παρέμβει εγκαίρως για να διασφαλιστεί η ομαλή παράδοση της ανθρωπιστικής βοήθειας.

Η κυβέρνηση του Ισραήλ πρέπει να κάτσει στο σκαμνί της διεθνούς δικαιοσύνης. 

Βαρύνεται, όμως, και η ελληνική κυβέρνηση για τις ίσες αποστάσεις κατά την προετοιμασία και την αναχώρηση της αποστολής.

Αγνόησε τις εκκλήσεις της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ για διευκόλυνση της ομαλής παράδοσης της ανθρωπιστικής βοήθειας στο λιμάνι της Γάζας.

Ας γνωρίζουν οι δολοφόνοι και όσοι τους καλύπτουν, ότι δε θα σταματήσει αυτό το κύμα αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό λαό, δε θα σταματήσει η διπλωματία των λαών και των κινημάτων, να βάζει τους δικούς της όρους στο παιχνίδι.

Γιατί τα κίνητρα των ακτιβιστών ήταν οι ιδέες τους. Και οι ιδέες δεν δολοφονούνται. Όσες κι αν χτίσουν φυλακές, οι ιδέες δεν φυλακίζονται. 

Οι ιδέες κινητοποιούν, γίνονται υλική δύναμη, απελευθερώνουν λαούς και γονατίζουν δυνάστες.

Και το δίκιο των λαών θα αποδειχτεί ισχυρότερο από το δίκιο των ισχυρών. Η Παλαιστίνη θα ξαναποκτήσει πατρίδα.

Ο αγώνας του Παλαιστινιακού λαού θα δικαιωθεί και θα είμαστε και εμείς περήφανοι αν βάλαμε ένα λιθαράκι σ΄ αυτή τη δικαίωση.

Συντρόφισσες και σύντροφοι. Φίλες και Φίλοι

Η χώρα μας βρίσκεται στην δίνη μιας πρωτοφανούς παγκόσμιας κρίσης, η οποία σήμερα συμπαρασύρει τις ευρωπαϊκές χώρες την μια μετά την άλλη.

Το Συνέδριό μας διεξάγεται ενόσω είναι σε πλήρη εξέλιξη μια άγρια και απροσχημάτιστη επίθεση ενάντια στα χαμηλότερα εισοδήματα, ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα, ενάντια στο ασφαλιστικό σύστημα και στις κοινωνικές κατακτήσεις, ενάντια στην ζωή και στην αξιοπρέπεια της πλειοψηφίας των πολιτών και ιδιαίτερα της νέας γενιάς.

Η κυβέρνηση της χώρας μας, μια κυβέρνηση που εκλέχτηκε με εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα πριν από μερικούς μήνες, συμμερίζεται πρόθυμα το σχέδιο αυτό της κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Ομολογεί πλέον ανοιχτά ότι δική της ήταν η επιλογή να προσδεθεί η χώρα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Και συνυπογράφει μνημόνια τα οποία οδηγούν στο ξήλωμα κάθε κοινωνικής κατάκτησης των τελευταίων δεκαετιών.

Όμως καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να πάει μακριά με κόντρα το λαό και τη κοινωνία. Οι μέρες τους είναι μετρημένες και το καταλαβαίνουν.

Τα μέτρα αυτά δεν μπορεί να τα αντέξει η ελληνική κοινωνία. Είναι άδικα και κυρίως αναποτελεσματικά, αφού όχι μόνο δεν απομακρύνουν το κίνδυνο της χρεοκοπίας αλλά από μακρινό και θεωρητικό, τον καθιστούν πραγματικό.

Τον εδραιώνουν, μάλιστα, ως διαρκή πηγή τρόμου και εκφοβισμού της κοινωνίας και τον αξιοποιούν ως μοχλό εκβιασμού για την επιβολή νέων θυσιών και ακόμη πιο σκληρών νεοφιλελεύθερων επιλογών.

Προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι φταίει αυτός για τη κρίση, αλλά μάταια, αφού όπως έλεγε και ο Μαρξ, η φύση του καπιταλισμού στις κρίσεις γίνεται απολύτως ευδιάκριτη.

Ζητούν από τους μη έχοντες να πληρώσουν. Πλασάρουν τη λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση» που αποτελεί τον πυρήνα του προγράμματος Ε.Ε. – ΔΝΤ – Κυβέρνησης.

Πρόκειται για μια μεγάλη απάτη σε βάρος των εργαζομένων, για μια επικίνδυνη προοπτική για την κοινωνία.

Ενώ στα λόγια επιδιώκεται,  η ταυτόχρονη μείωση μισθών και τιμών, στην πράξη προωθείται η μείωση μισθών με τη ταυτόχρονη άνοδο των τιμών.

Το αναγνώρισαν προχτές οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών οργανώσεων.

Γιατί όμως ο πρόεδρος του ΣΕΒ, ο κ. Δασκαλόπουλος πρότεινε, το πάγωμα των μισθών και όχι των τιμών;

Αποδεικνύεται λοιπόν ο διπλός εμπαιγμός.

Στόχος τους δεν ήταν οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα.

Στόχος τους είναι ο κόσμος της εργασίας, της γνώσης, του πολιτισμού, συνολικά το εισόδημα και τα δικαιώματά τους.

Πού θα οδηγήσει, όμως, αυτή η πολιτική αν την αποδεχτούν οι εργαζόμενοι;

Αυτή είναι μια πολιτική βίαιης αναδιανομής σε βάρος του εισοδήματος και των δικαιωμάτων της εργασίας. 

Επειδή, όμως, η αναδιανομή αυτή συρρικνώνει τη ζήτηση, οδηγεί σε μεγαλύτερη ύφεση και σε ακόμη υψηλότερη ανεργία.

Πλήττει, επομένως, όχι μόνο τους μισθωτούς αλλά και τις μικρές επιχειρήσεις, τους επαγγελματίες, τους αγρότες, τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Αυτή η πολιτική, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην Ελλάδα. Απλώνεται σε όλη την Ευρώπη, απειλώντας με ένα νέο πανευρωπαϊκό παροξυσμό της κρίσης.

Συνεπώς ο αγώνας για την ανατροπή αυτής της πολιτικής, ο αγώνας για μια εναλλακτική πορεία, είναι ένας αγώνας κοινός για τους εργαζόμενους όλης της Ευρώπης, είναι τελικά είναι ένας παγκόσμιος αγώνας.

Αποτελεί λοιπόν ανάγκη της εποχής μας, ακόμη και όταν δρούμε τοπικά, να σκεφτόμαστε παγκόσμια.

Γι’ αυτό και είμαστε αλληλέγγυοι με τους αγώνες των λαών της Λατινικής Αμερικής, όπου συντελούνται μεγάλες ανατροπές των λεγόμενων μονόδρομων, όπου, ένας νέος κόσμος γεννιέται μέσα από αντιφάσεις και δυσκολίες.

Για αυτό και επιδιώκουμε να γίνουμε και εμείς μέρος σε ένα παγκόσμιο ποτάμι κινημάτων και λαών που θα δώσουν νικηφόρες μάχες εναντίων των οικονομικών δογμάτων του Δ.Ν.Τ. της Παγκόσμιας Τράπεζας και των Ευρωπαϊκών ελίτ που θέλουν να υποτάξουν λαούς και δικαιώματα.

Το δημόσιο χρέος και η αναγκαία ρύθμισή του είναι ασφαλώς ένας κρίκος αυτού του αγώνα.

Έχει ανοίξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση και μέσα στην αριστερά.

Πίσω από το χρέος υπάρχει ένα ολόκληρο παγκόσμιο καρτέλ, το καρτέλ των δανειστών.

Δεν είναι ανίκητο αυτό το καρτέλ. Μπορούμε να το νικήσουμε. Μπορούμε να διεκδικήσουμε ρυθμίσεις επωφελείς για το λαό μας.

Δεν αρκεί όμως η θέληση. Χρειάζεται και η αναγκαία στρατηγική.

Γι αυτό επιμείναμε από την αρχή, στην ανάγκη διεθνούς συντονισμού, αρχίζοντας από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Σήμερα έχει γίνει φανερό πως είχαμε δίκιο. Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Είναι έκφραση ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού και παγκόσμιου προβλήματος.

Ο Διεθνής συντονισμός, λοιπόν, είναι αναγκαίος, αλλά κι αυτός από μόνος του αρκεί.

Το χρέος δεν είναι ένα αυτόνομο πρόβλημα.

Ακόμη και η διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους, που είναι κατά τη γνώμη μας αναγκαία συνθήκη βιώσιμης διεξόδου από τη κρίση, από μόνη της, δεν θα έχει βιώσιμο αποτέλεσμα, αν δεν πλήξουμε ταυτόχρονα και τις αιτίες που δημιουργούν το χρέος:

τη φοροδιαφυγή, τη φοροαποφυγή, την άνιση διανομή, τους εξοπλισμούς, τις σπατάλες του πελατειακού δικομματικού συστήματος, τον εκμεταλλευτικό για τους ανθρώπους και το περιβάλλον τρόπο ανάπτυξης.

Και αυτή ήταν η δεύτερη αφετηρία στη σκέψη μας.

Η όποια ρύθμιση του χρέους θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο σχέδιο αναδιανομής και επαναπροσδιορισμού του περιεχομένου, του σκοπού και του τρόπου ανάπτυξης.

Ή για να το πούμε διαφορετικά: η όποια ρύθμιση στο επίπεδο του εξωτερικού χρέους, που και εμείς διεκδικούμε, θέλουμε να είναι επωφελής για το λαό και να υπηρετεί ένα σχέδιο αλλαγής της κοινωνίας και όχι τη διαιώνιση της εξουσίας στις σημερινές ελίτ.

Στις σημερινές ελίτ που όχι μόνο δε φαίνονται διατεθειμένες να συμβάλλουν για την έξοδο από τη κρίση, αλλά  ετοιμάζονται να βγουν επωφελημένες, διατηρώντας  τις θέσεις και τα προνομία  τους, απλώς αλλάζοντας εκπροσωπήσεις.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η κρίση που ζούμε αποκαλείται συχνά «συστημική», «δομική».

Αυτό σημαίνει ότι ο εναλλακτικός δρόμος, η διέξοδος, δεν αμφισβητεί απλώς, αλλά είναι σε διαρκή σύγκρουση με τις αξίες, με τις δομές, τους θεσμούς και τους κανόνες που συγκροτούν την ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου χρηματιστικού καπιταλισμού της εποχής μας.

Γι αυτό, σε επίπεδο Ευρώπης, μιλήσαμε μαζί με το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την ανάγκη επανίδρυσης της Ε.Ε. 

Δεν μπορεί να υπάρξει διέξοδος υπέρ των εργαζόμενων με τη σημερινή συγκρότηση, λειτουργία, αρχιτεκτονική του ευρώ, της ΟΝΕ και του συμφώνου σταθερότητας.

Γι αυτό και στο επίπεδο της κοινωνίας μας πρέπει να σκεφτούμε πια με όρους πιο ριζοσπαστικούς, πέρα από τις υφιστάμενες διευθετήσεις, πέρα από τους χρεοκοπημένους κανόνες, και στο οικονομικό και στο θεσμικό και στο πολιτικό επίπεδο.

Και έχει ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση για τη θέση της αριστεράς απέναντι στο ενιαίο νόμισμα το οποίο ενδέχεται να κλυδωνιστεί.

Εμείς έχουμε ασκήσει σφοδρή και αναλυτική κριτική στο τρόπο οικοδόμησης του νομίσματος ήδη από το 1997.

Σήμερα βλέπουμε ακόμα και από τους πιο ακραίους νεοφιλελεύθερους κύκλους, να προτείνεται ως λύση η αποδέσμευση από το κοινό νόμισμα.

Πίσω από τα λεγόμενά τους κρύβουν τη βαθιά τους επιθυμία να αυξήσουν τα κέρδη τους μέσω μιας βίαιης υποτίμησης.

Δεν μπορούμε να συνταχθούμε με αυτές τις επιδιώξεις.

Δεν πιστεύουμε ότι ένα τέτοιο σενάριο, θα μπορούσε να είναι ευνοϊκό για τις κοινωνικές τάξεις που εμείς θέλουμε να εκπροσωπήσουμε.

Γνωρίζουμε καλά ότι το αναπτυξιακό μοντέλο που η Ευρωπαϊκή ¨Ένωση υιοθέτησε βρίσκεται σήμερα σε πρωτοφανές αδιέξοδο.

Οδηγηθήκαμε ως εδώ με την απόλυτη σύμπλευση της ευρωπαϊκής δεξιάς με την ιδεολογικά και ηθικά χρεοκοπημένη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Απέναντι σε αυτή την κρίση, η εναλλακτική λύση δεν είναι ο εθνικός απομονωτισμός, ούτε η διάλυση της Ευρώπης.

Η εναλλακτική λύση είναι η πάλη των λαών της Ευρώπης για αλλαγή των συσχετισμών σε κάθε χώρα ξεχωριστά και ο κοινός συντονισμένος αγώνας για μια άλλη Ευρώπη.

Μια Ευρώπη δημοκρατική και κοινωνική, απελευθερωμένη από τον μονεταρισμό και τους καταναγκασμούς του κεφαλαίου.

Και οι αγώνες των εργαζόμενων της Ευρώπης ανοίγουν ένα καινούριο δρόμο για το ευρωπαϊκό μέλλον.

Για αυτό το μέλλον αγωνιζόμαστε με το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Και είμαστε ευγνώμονες για την υποστήριξη και την αλληλεγγύη που παρέχει όλη ευρωπαϊκή αριστερά στον ελληνικό λαό και στους αγώνες του.

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Στην πραγματικότητα, η κρίση που βιώνουμε μας έχει εισάγει βίαια σε μια εποχή στην οποία ρευστοποιούνται και επαναπροσδιορίζονται οι παλαιοί διακανονισμοί ανάμεσα σε τάξεις, ακόμη και ανάμεσα σε κράτη.

Ένας νέος αντικαπιταλισμός και ένας ριζοσπαστισμός αναπτύσσεται από τα κάτω, μέσα από τα βιώματα και τις εμπειρίες των ανθρώπων, συχνά με θολές μορφές.   

Πρέπει λοιπόν να είμαστε ανοικτοί στο καινούριο που βοηθά στη χειραφέτηση των νέων, των εργαζομένων, των πολιτών.

Πρέπει να είμαστε ανοικτοί όχι μόνο σε προσπάθειες αναζωογόνησης και αξιοποίησης παλιών μορφών, μεθόδων, πρακτικών ή σχημάτων, αλλά πρέπει να είμαστε ανοικτοί και να στηρίζουμε νέες μορφές οργάνωσης, νέες μορφές διεκδίκησης και αντίστασης. Ν

α είμαστε ανοιχτοί σε ό,τι ενεργοποιεί, σε ότι κινητοποιεί, σε ότι ενώνει τους αγώνες του λαού και των εργαζομένων της πατρίδας μας.

Αυτό είναι το άμεσο αριστερό καθήκον των καιρών μας.

Να γίνουμε, ως Αριστερά, φορείς του καινούριου και ελπίδα του κόσμου, όχι μόνο με διακηρύξεις, αλλά όταν οι διακηρύξεις μας επιβεβαιώνονται, παίρνουν συγκεκριμένη, βιωματική μορφή, στην πράξη.

Το θέμα δεν είναι να διαχωρίσουμε ή να απομονώνουμε τη δράση από τα κάτω από τις πρωτοβουλίες από τα πάνω, αλλά να ενοποιήσουμε αυτά τα δύο επίπεδα δράσης έτσι ώστε το ένα να βοηθά το άλλο, η πολιτική το κίνημα και το κίνημα την πολιτική.

Το θέμα δεν είναι να διαχωρίζουμε μηχανιστικά την αντιπολίτευσή μας  σε «προγραμματική» και σε «κινηματική», αλλά να καθιστούμε διακριτή την πολιτική μας που μπορεί να προωθηθεί μόνο και με τις δύο αυτές αλληλένδετες δράσεις.

Μπορούμε όμως να το πετύχουμε αυτό προεκτείνοντας απλώς, συνεχίζοντας απλώς, την ως τώρα πολιτική μας, τα ως τώρα αιτήματά μας;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Η κρίση μας επιβάλει αναπροσαρμογές. Δημιουργεί ασυνέχειες. Δεν μπορούμε να προσδοκούμε διέξοδο μέσα από τη συνέχιση ενός μοντέλου που στηριζόταν στο δανεισμό και τον καταναλωτισμό.

Τώρα πρέπει να αγωνιστούμε για την ανάπτυξη, αλλά ποια ανάπτυξη;

Αυτή που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια; Όχι. 

Τώρα πρέπει να αγωνιστούμε για μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται στην αναδιανομή και θα σέβεται τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Δεν μπορούμε να προσδοκούμε διέξοδο μέσω των εξαγωγών, διότι η παγκόσμια οικονομία ζει μια κρίση υπερπαραγωγής.

Τώρα πρέπει να αγωνιστούμε για μια διέξοδο κυρίως μέσω της εσωτερικής ζήτησης, της στήριξης των εισοδημάτων και της απασχόλησης, της μείωσης των τιμών και όχι των μισθών.

Δεν μπορούμε να προσδοκούμε διέξοδο μέσω της ανάκαμψης της κερδοφορίας των τραπεζών και της επανάληψης του κερδοσκοπικού τους ρόλου.

Τώρα πρέπει να αγωνιστούμε για έναν δημόσιο πυλώνα και τον αναπροσανατολισμό γενικότερα του ρόλου των τραπεζών, ώστε από δυνάστες να γίνουν υπηρέτες της κοινωνίας.

Με βάση τις πλούσιες ως τώρα προγραμματικές μας επεξεργασίες, πρέπει να επανασχεδιάσουμε τη δράση μας με βάση τις νέες προτεραιότητες και ιεραρχήσεις.

Σε συνθήκες κρίσης, ύφεσης, ανεργίας, δεν θα παραιτηθούμε από τη διεκδίκηση αυξήσεων στους μισθούς, ιδιαίτερα στους χαμηλόμισθους.

Αυτό όμως δεν αρκεί.

Πρέπει να προβάλλουμε στόχους, αιτήματα και πολιτικές που να διασφαλίζουν την πρόσβαση στα δημόσια αγαθά και στην κάλυψη βασικών αναγκών της ζωής.

Που να βάζουν φραγμούς και να δημιουργούν ασπίδες προστασίας από τον κίνδυνο της χρόνιας ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού, της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

Είναι ανάγκη να δούμε με νέα έμφαση ένα κίνημα κατά της ακρίβειας, κατά των καρτέλ και των μονοπωλίων.

Όπως είναι ανάγκη να θέσουμε νέα ερωτήματα ως προς τις ανάγκες, ατομικές και συλλογικές, και να αναζητήσουμε νέες απαντήσεις ενάντια στον καταναλωτισμό και την κοινωνική σπατάλη, συνδεδεμένες με τα αιτήματα της αναδιανομής και της διεύρυνσης των συλλογικών αγαθών.

Μιας ριζικής αναδιανομής, όχι μόνο με βάση το εισόδημα, αλλά και τη περιουσία, ανεξαρτήτως μορφής.

Να διεκδικήσουμε μια ανάπτυξη μέσω αναδιανομής και νέου τύπου διαρθρωτικών αλλαγών, για μια κοινωνία της αλληλεγγύης και μια οικονομία των αναγκών.

Να μιλήσουμε για την Ελλάδα της παραγωγής και της δημιουργίας, για μια νέα εθνική στρατηγική για την ύπαιθρο και την αγροτική οικονομία που να μπορεί να καλύπτει τη διατροφική μας επάρκεια.

Να σκεφτούμε, με δυο λόγια, ως συλλογικός διανοούμενος, τη διέξοδο της χώρας κα του λαού μας από τη κρίση με όρους μιας τομής, μιας νέας αρχής.

Στη βάση ενός μακρόπνοου προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης, ριζικής αναδιανομής, μετασχηματισμού του κράτους, της διοίκησης και της οικονομίας.

Με όρους ανάκτησης, σε τελική ανάλυση, της δυνατότητάς του λαού και της κοινωνίας μας να αυτοπροσδιοριστεί και να αυτοδιαχειριστεί τις δυνατότητες και το μέλλον της. 

Γνωρίζω, φυσικά, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι,

Ότι για μια ακόμα φορά, τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης θα σχολιάσουν τη σημερινή μου εισήγηση, επισημαίνοντας ότι στερείται ρεαλιστικών προτάσεων.

Άλλωστε οι κάτοχοι των κυβερνητικών πόστων θέλουν να εμφανίζονται ως οι μόνοι αυθεντικοί εκφραστές του ρεαλιστικού και του εφικτού.

Τους απαντάμε: Η δύναμη των δικών μας ιδεών και των δικών μας προτάσεων διαμορφώνεται από τη πραγματικότητα των κοινωνικών αγώνων και της ταξικής πάλης.

Οι δικές μας προτάσεις θέλουν το λαό στο προσκήνιο. Διαμορφωτή της νέας πραγματικότητας. Όχι τηλεθεατή.

Αυτοί που μας κατέκριναν τόσα χρόνια για απουσία ρεαλισμού, έχουν σήμερα την οδυνηρή υποχρέωση να μας εξηγήσουν πως μας κατάντησε έτσι ο δικός τους ρεαλισμός.

Πως κατάντησαν έτσι τις ελπίδες και τα οράματα της μεταπολίτευσης.

Τα δύο κόμματα εξουσίας έχουν χάσει πλέον κάθε ίχνος αξιοπιστίας.

Ο δικομματισμός και το πολιτικό σύστημα που στηρίχθηκε πάνω του, βυθίζεται σε μια τρομακτική κρίση.

Η πολιτική της περασμένης 20ετίας, όχι μόνο γέννησε τα σημερινά αδιέξοδα και απειλεί να πετάξει την κοινωνία στον καιάδα, αλλά βασίστηκε και στη γενικευμένη διαφθορά και διαπλοκή σε ύψιστο πολιτικό επίπεδο.

Υπό το φως αυτών των εξελίξεων η κοινωνία καταλαβαίνει ότι δεν είναι στραβός ο γιαλός αλλά στραβά τόσα χρόνια αρμενίζαμε.

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ κοιτάνε τώρα να πετάξουν τη σαβούρα και να βγουν πάτσι σε ευθύνες και σε ένοχους.

Ξεχνούν όμως ότι τη σαβούρα τη γεννά, τη τροφοδοτεί και την αναπαράγει το ίδιο το σύστημα εξουσίας που υπηρετούν.

Όση και να ξεφορτωθούν πάντα θα υπάρχει απόθεμα.

Την ίδια στιγμή τα σχέδια των επίδοξων ελλήνων  Μπερλουσκόνι, δεν περπατούν, γιατί ο κόσμος τους έχει πάρει χαμπάρι και τους χλευάζει.

Και πρέπει, επιτέλους, να το συνειδητοποιήσουν. Η νέα μεταπολίτευση δεν τους ανήκει. Δεν θα καταφέρουν να αναπαλαιώσουν το πολιτικό σκηνικό αλλάζοντας προσωπεία.

Η νέα μεταπολίτευση θα έρθει από τους κοινωνικούς αγώνες.

Με έναν καινούριο κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας στηριγμένο στην δύναμη των μαζικών κινημάτων.

Με έναν νέο δυναμικό πόλο στα αριστερά του πολιτικού χάρτη.

Βασισμένο στην ενότητα της αριστεράς, βασισμένο στην απίστευτη δυναμική που μπορεί να προκύψει από τη συνάντησή της αριστεράς με δυνάμεις από τον το σοσιαλιστικό χώρο.

Αυτός θα είναι ο πόλος μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας που θα εκφραστεί αργά ή γρήγορα και στο πολιτικό πεδίο, σφραγίζοντας τη νέα μεταπολίτευση.

Αυτός θα είναι ο πόλος που θα  επιβάλλει τη νέα αναγκαία θεσμική θωράκιση της κοινωνικής προστασίας, της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης, ανοίγοντας νέους δρόμους για την ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη.

Αυτό είναι και το δικό μας εναλλακτικό πολιτικό μας σχέδιο.

Είναι ένα εύκολο σχέδιο; ¨

Όχι. Είναι ένα δύσκολο σχέδιο.

Θέλει υπομονή και επιμονή.

Θέλει κυρίως πίστη στις δυνάμεις αυτού του λαού.

Είναι ένα δύσκολο αλλά συναρπαστικό. σχέδιο που μπορεί να ξαναδώσει ελπίδα και προοπτική σε αυτό το τόπο.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι

Τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην υλοποίηση του πολιτικού μας σχεδίου, προσδίδει  η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο χώρο της Αριστεράς, που κατά κοινή διαπίστωση, είναι σε μεγάλη αναντιστοιχία με τις απαιτήσεις που δημιουργεί αυτή η πρωτόγνωρη κρίση του καπιταλισμού.

Δεν έχουμε την αυταπάτη ή την έπαρση ότι μπορούμε μόνοι, εμείς εδώ στο ΣΥΝασπισμό, να λύσουμε τα προβλήματα όλης της Αριστεράς.

Μπορούμε όμως, και έχουμε χρέος να κάνουμε τον ΣΥΝασπισμό μια προωθητική δύναμη συνοχής και ανάπτυξης τόσο για το συμμαχικό μας σχήμα τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και για την ευρύτερη Αριστερά, αρχίζοντας από την ανασυγκρότηση του ίδιου του ΣΥΝασπισμού.

Θέτοντας τις βάσεις ώστε το κόμμα μας να μετατραπεί σε μια συνεκτική, αξιόμαχη δύναμη, με εσωτερικό πλουραλισμό ιδεών, αλλά και ενιαία λειτουργία και έκφραση, στη βάση ενός ανανεωμένου «ιδρυτικού συμβολαίου» που όλοι και όλες πρέπει να συνομολογήσουμε δημοκρατικά και να τηρήσουμε με υπευθυνότητα.

Το προηγούμενο διάστημα ήρθαμε κατά μέτωπο αντιμέτωποι με τα προβλήματα που όλον αυτό τον καιρό συσσωρεύονται.

Προβλήματα που συνηθίζαμε για πολύ μεγάλο διάστημα να κρύβουμε κάτω από το χαλί, νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να προχωράμε μπροστά. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό το καταλαβαίνει πια όλος ο κομματικός κόσμος, τα μέλη και οι φίλοι του Συνασπισμού που στηρίζουν με όλες τους τις δυνάμεις αυτόν τον πολιτικό χώρο, εδώ και είκοσι χρόνια.

Το καταλαβαίνει ο ανένταχτος κόσμος της αριστεράς που αγωνιά να προχωρήσει το εγχείρημα  της ενότητας και της κοινής δράσης της Αριστεράς.

Δεν θέλω να δραματοποιώ καταστάσεις.

Οφείλω όμως - όλοι οφείλουμε- να δούμε κατάματα τις δομικές μας αδυναμίες και να τις αντιμετωπίσουμε με αποφασιστικότητα.

Το κόμμα μας έχει ήδη μια μακρά ιστορική πορεία. Στα είκοσι χρόνια ζωής του, πορεύτηκε με διαρκή την αμφισβήτηση της μακροημέρευσής του.

Κι όμως η ίδια η ζωή έδειξε πως τελικά ο ΣΥΝ ήταν και είναι ένα εγχείρημα μακράς πνοής.

Ένα εγχείρημα που κατάφερε να στεγάσει διαφορετικά ιστορικά ρεύματα της αριστεράς, σε ένα κοινό πολιτικό σχέδιο και ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα, για την αριστερά του 21ου αιώνα.

Με διαρκή παραγωγή πολιτικής και κοινωνικής δράσης αλλά και με ανοιχτή τη διάθεση να είμαστε πάντα η δύναμη καταλύτης, σε διεργασίες για την ανασύνθεση και τη διεύρυνση της ενότητας των δυνάμεων της αριστεράς.

Η παρουσία μας στην ελληνική κοινωνία είναι πια καθοριστική και αναντικατάστατη. Το στίγμα μας στο πολιτικό σκηνικό διακριτό και ξεχωριστό.

Κρατάμε ζωντανές τις ιδέες του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία.

Είμαστε η δύναμη που αντιστέκεται στον εθνικισμό, τον ρατσισμό και τον κοινωνικό συντηρητισμό.

Είμαστε η σύγχρονη αριστερά των κινημάτων αλλά και του εναλλακτικού προγραμματικού λόγου, αφού έχουμε πια την αυτοπεποίθηση να διαβάζουμε σωστά τις κοινωνικές διεργασίες και σε ένα περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς, να ξέρουμε τι πρέπει να αλλάξει και προς ποια κατεύθυνση.

Αυτό για μας είναι δύναμη. Και πρέπει μέσα σε όλες τις συνθήκες, ακόμα και μέσα στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, να είμαστε περήφανοι γι αυτό που έχουμε.

Να είμαστε περήφανοι για το κόμμα μας, παρά τα προβλήματά του.

Κυρίως όμως για τον κόσμο μας, τους χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες που δίνουν καθημερινές μάχες σε όλα τα μέτωπα.

Στα μέτωπα της εργασιακής επισφάλειας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της περιβαλλοντικής προστασίας, των δικαιωμάτων, οπουδήποτε υπάρχει εκμετάλλευση, καταπίεση, αδικία, αυταρχισμός.

Ακόμα και στο επίπεδο της σκέψης και των ιδεών.

Πρέπει να είμαστε περήφανοι για όλους αυτούς τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που κρατάνε τον χώρο μας όρθιο και ζωντανό, ακόμα και όταν οι στιγμές είναι δύσκολες και σκληρές.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι η καρδιά και η ψυχή του Συνασπισμού. Και είναι ευτύχημα το γεγονός ότι το κόμμα διαθέτει τέτοια ψυχή.

Γιατί αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε μπροστά.

Αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι,

Γνωρίζετε ότι δεν το συνηθίζω, αλλά θα ήθελα να μου επιτρέψετε σε αυτό το σημείο να τοποθετηθώ σε κάπως προσωπικό τόνο, στη προσπάθειά μου να κάνω έναν πρόχειρο απολογισμό της πορείας μας από το 5ο στο 6ο Συνέδριό μας.

Όταν, πριν από δύο χρόνια, αποδέχτηκα τη πρόταση για την υποψηφιότητα του προέδρου, γνωρίζετε ότι το έκανα με μεγάλες επιφυλάξεις.

Κατ αρχήν, επειδή ποτέ δεν είδα μια τέτοια θέση ως επιβεβαίωση των προσωπικών μου φιλοδοξιών. Δεν είχα προλάβει άλλωστε να αποκτήσω τόσο μεγαλόπνοες φιλοδοξίες. 

Κυρίως, όμως, γιατί δεν πετούσα στα σύννεφα.

Καταλάβαινα τις δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, πέρα από τον θετικό τρόπο με τον οποίο ανταποκρίθηκε το κόμμα και η κοινωνία.

Ήξερα ότι ένα κόμμα της αριστεράς, που κάνει πολιτική με όρους αρχών και ιδεολογίας, κρίνεται με πολύ αυστηρότερα κριτήρια από ότι οι υπόλοιποι πολιτικοί χώροι.

Και ένας τριανταπεντάχρονος πρόεδρος, ακόμα περισσότερο.

Αποδέχτηκα όμως, όχι γιατί αισθανόμουν έτοιμος, αλλά γιατί θεωρούσα ότι ένα τέτοιο βήμα, σχεδόν ανατρεπτικό στην εκπροσώπηση του κόμματος, θα μπορούσε να τύχει ευρύτατης αποδοχής από την κοινωνία.

Να είναι σαν ένα βότσαλο στη λίμνη που ταράζει τα νερά και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ευρύτερων και δημιουργικών ανασυνθέσεων μέσα στο κόμμα.

Και αυτό, προφανώς, δεν σχετίζεται με ένα και μοναδικό πρόσωπο, αυτό του προέδρου, αλλά με μια συνολική ανανέωση του πολιτικού μας λόγου, της επικοινωνίας, του τρόπου με τον οποίο παρεμβαίνουμε στην πολιτική και στη κοινωνία.

Υπήρχε, άλλωστε, ήδη το παράδειγμα της Ανοιχτής Πόλης, ενός επιτυχημένου επιχειρήματος που βασίστηκε στην συλλογικότητα.

Υπήρχε και η θετική εμπειρία μιας στοχευμένης και επίμονης δουλειάς, από τις αρχές του 2000 στο χώρο της νεολαίας, που με σταθμούς τη Γένοβα, το Φόρουμ, τα νέα κινήματα και με κορύφωση το εκπαιδευτικό κίνημα για το άρθρο 16, είχαν ανοίξει νέους ορίζοντες για την επανασύνδεση της δικής μας αριστεράς με τη νέα γενιά.

Η δημοσκοπική έκρηξη των πρώτων μηνών, έδειξε ότι, πράγματι, είχαμε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε νέους όρους πολιτικής παρέμβασης και να αλλάξουμε το τοπίο, να αλλάξουμε μια και καλή τους συσχετισμούς.

Η αλήθεια είναι ότι δεν το καταφέραμε.

Οφείλω να πω στο συνέδριο ότι οι δυσκολίες, η αδράνεια και τα προβλήματα που προέκυψαν ήταν πολύ μεγαλύτερα από όσο θα μπορούσα να φανταστώ.

Υπάρχουν ευθύνες για όλους και είμαι ο πρώτος που αναλαμβάνω τις δικές μου. Θέλω όμως να διαβεβαιώσω το σώμα ότι κινήθηκα πάντα με βάση δύο σταθερές αρχές.

Η μία ήταν η εφαρμογή των πολιτικών αποφάσεων του συνεδρίου.

Και η άλλη ήταν η διασφάλιση της ενότητας, τόσο του κόμματος και του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα από την ευρύτερη δυνατή σύνθεση των διαφορετικών απόψεων.

Και αυτή την επιλογή υπηρέτησα ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, όταν λίγες μόνο ημέρες πριν τις εκλογές του Οκτώβρη τέθηκε σε αμφισβήτηση και μάλιστα με όρους εκβιαστικούς, τόσο η συνοχή του ΣΥΝ, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ.

Και τότε από κοινού επιλέξαμε να προχωρήσουμε όλοι μαζί ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι για πρώτη φορά ο πρόεδρος του Συνασπισμού θα έθετε υποψηφιότητα για να εκλεγεί με σταυρό στην εκλογική του περιφέρεια.

Και νομίζω ότι πράξαμε σωστά που επιλέξαμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω για την ενότητα.

Αναφέρθηκα, όμως, πριν στην μεγάλη δημοσκοπική έκρηξη, που έφερε το κόμμα μας να εμφανίζει πρωτοφανή ποσοστά στην πρόθεση ψήφου και θέλω να σταθώ λίγο σε αυτό, με διάθεση αυτοκριτικής.

Είναι γεγονός ότι αυτή η πρωτοφανής για το χώρο μας δημοσκοπική άνθηση, συνέπεσε με μια μεγάλη κρίση στο ΠΑΣΟΚ που έπαιξε το ρόλο της.

Έχει όμως σημασία να δούμε την δική μας αδυναμία να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Το ενδεχόμενο απουσίας αυτοδυναμίας, μας έθετε ένα επιτακτικό ερώτημα: ποιο είναι το σχέδιο που εμείς προτείνουμε.

Υπήρχαν δύο εύκολες απαντήσεις. Και οι δύο, όμως, μας έθεταν αυτόματα εκτός παιχνιδιού.

Η μία ήταν ότι θα συνεργαστούμε με το ΠΑΣΟΚ.

Η άλλη ήταν ότι δεν θα συνεργαστούμε με το ΠΑΣΟΚ.

Ως συνήθως η αντιπαράθεση και στο εσωτερικό μας έγινε στη βάση αυτών των δύο εύκολων αλλά λαθεμένων επιλογών.

Υπήρχε τρίτη επιλογή; Υπήρχε.

Είχαμε την επιλογή να μπούμε σε αυτό το παιχνίδι με όρους ηγεμονίας, βάζοντας τους δικούς μας στόχους και τους δικούς μας όρους για την ριζική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.

Δεν το καταφέραμε. Δεν το επιλέξαμε. Φοβηθήκαμε.

Και φυσικά χάσαμε πολύ γρήγορα την ευκαιρία, μόλις το ΠΑΣΟΚ βρήκε σημεία ισορροπίας, την ώρα που η αξιοπιστία της δεξιάς κυβέρνησης κατέρρεε ολοκληρωτικά.

Και αν γυρίσεις την πλάτη στην ηγεμονία, το πληρώνεις.

Παρ όλα αυτά, πιστεύω ότι η δυναμική αυτή υπάρχει ακόμα.

Στο χέρι μας είναι να την ξαναφέρουμε στο προσκήνιο.

Αλλά αυτή τη φορά έχοντας την επάρκεια και την ωριμότητα να την μετατρέψουμε σε πολιτικό σχέδιο. Να κάνουμε πολιτική με τους δικούς μας όρους.

Βέβαια στο ενδιάμεσο, ο δρόμος που βαδίσαμε, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν σπαρμένος με άνθη.

Δε μπορούμε να παραβλέψουμε, μια σειρά από στοχευμένες επιθέσεις που αντιμετωπίσαμε, με αποκορύφωμα το Δεκέμβρη του 2008.

Την ώρα που το πολιτικό σύστημα βρισκόταν σε πανικό, ήμασταν η μόνη πολιτική δύναμη που κατανόησε τις διεργασίες αυτές, έδωσε ερμηνεία στα γεγονότα.

Αρνηθήκαμε να ευθυγραμμιστούμε με το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα, από τη Νέα Δημοκρατία και τον Καρατζαφέρη, μέχρι το ΚΚΕ.

Και αρνηθήκαμε να καταδικάσουμε συλλήβδην αυτή την έκρηξη, που είχε σαφή κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Θεωρώ ότι πρέπει να είμαστε περήφανοι γι αυτό. Αλλά και εκεί θεωρώ ότι φάνηκαν οι εσωτερικές μας αδυναμίες.

Δεν καταφέραμε να εκφράσουμε το ζωντανό κομμάτι αυτής της εξέγερσης, τα χιλιάδες παιδιά που διαδήλωναν ειρηνικά, έξω από την Ασφάλεια, στις γειτονιές, στις πλατείες, στους νεολαιίστικους χώρους.

ΝΑ βάλουμε τον σπόρο που θα μετέτρεπε την οργή και την αμφισβήτηση σε ενεργή πολιτική και κοινωνική στάση.

Και το κυριότερο, για να το πούμε ευθέως, βγάλαμε προς τα έξω μια εικόνα σύγχυσης και διγλωσσίας που τραυμάτισε ολόκληρο το κόμμα.

Και έκανε πολύ μεγαλύτερη ζημιά από πιθανά λάθη και υπερβολές που διατυπώθηκαν στις δημόσιες παρεμβάσεις μας.

Και αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να το αναλύσουμε διεξοδικά σε αυτό το συνέδριο.

Γιατί δεν μπορεί να σταθεί κόμμα, παράταξη, συλλογικότητα, όταν τη κρίσιμη στιγμή, τη στιγμή που συγκρούεται και δέχεται την επίθεση όλων των πολιτικών αντιπάλων, δείχνει να μην είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον ίδιο του τον εαυτό.

Δεν μπορεί να υπάρξει κόμμα με ταυτόχρονη εκφώνηση πολλαπλών και αλληλοσυγκρουόμενων γραμμών.

Δεν μπορεί να υπάρξει κόμμα που να μην εκπέμπει συλλογικά, στις κρίσιμες στιγμές, την πεποίθηση ότι έχει το δίκιο με το μέρος του. 

Τέλος θεωρώ ότι καθοριστικό ρόλο στη πορεία μας αυτά τα δυο χρόνια, έπαιξαν, οι ευρωεκλογές και το κατώτερο των προσδοκιών αποτέλεσμα.

Το προγραμματικό μας συνέδριο, το Φλεβάρη πριν τις ευρωεκλογές, έκανε μια εξαιρετικά σημαντική θεωρητική δουλειά.

Δεν καταφέραμε όμως να την αξιοποιήσουμε όπως θα έπρεπε.

Και κυρίως –για λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στις εισηγητικές θέσεις – πήγαμε στην μάχη με μια απαράδεκτη δημόσια εικόνα, που ακύρωνε κάθε πολιτική επεξεργασία και πολιτικό πλαίσιο.

Από εκείνη τη στιγμή, άνοιξαν όλα. Και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις, και οι ανταγωνισμοί με κάποιους από τους συμμάχους στον ΣΥΡΙΖΑ και βεβαίως το έδαφος για κάθε μορφής προσωπικά σχέδια.

Το ότι βρισκόμαστε σήμερα όρθιοι, να μπορούμε να αποτιμάμε νηφάλια τη πορεία και τα λάθη μας και να σχεδιάζουμε με καλύτερους όρους μια νέα αρχή για το κόμμα μας, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ενεργοποίηση του κόσμου της Αριστεράς στις βουλευτικές εκλογές του Οκτώβρη.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι έχουμε και άλλα περιθώρια να κρατάμε το κόμμα δέσμιο των προβλημάτων του.

Η κοινωνική κατάσταση σήμερα, απαιτεί άμεσα βήματα ανασυγκρότησης.

Και το 6ο έκτακτο Συνέδριό μας, μας δίνει αυτή τη δυνατότητα.

Η πρόκληση για όλους και όλες, είναι η ενότητα, είναι οι προωθητικές συνθέσεις, είναι η κουλτούρα της εσωκομματικής δημοκρατίας και της πολιτικής σύνθεσης.

Είναι όμως και η ενιαία συλλογική δράση, είναι o σεβασμός κοινά αποδεκτών κανόνων λειτουργίας, που υποτάσσει τα πολλαπλά «εγώ» στο συλλογικό και ανιδιοτελές ιδανικό της αριστεράς, στο ιδανικό της κοινωνικής αλλαγής.

Το συνέδριό μας μπορεί να είναι τομή και αφετηρία για μια αριστερά της ελπίδας, της αλληλεγγύης, των κοινωνικών αγώνων και της εναλλακτικής προοπτικής.

 Τις κρίσιμες αυτές ώρες, που ο τόπος μπαίνει σε απρόβλεπτες περιπέτειες, καθήκον μας είναι να εμπνεύσουμε ξανά τους κοινωνικούς αγώνες. Να πείσουμε την κοινωνία ότι η Αριστερά όχι μόνο δεν είναι μέρος του προβλήματος, ένα απλό κομμάτι του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης, αλλά είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος της χώρας.

Οφείλουμε να κάνουμε τις απαραίτητες διορθώσεις στην πορεία του κόμματος.

Να σφυρηλατήσουμε μια νέα ενότητα στις γραμμές μας και να αποκαταστήσουμε το πλήγμα στην πολιτική φερεγγυότητα και αξιοπιστία που έχει δεχθεί ο χώρος μας τον τελευταίο χρόνο.

Η κοινωνία περιμένει από εμάς. Περιμένει απτά δείγματα κοινωνικής δράσης, που θα φέρουν ξανά στο προσκήνιο την αγωνιστική στάση, την ενότητα την αλληλεγγύη.

Περιμένει μια δύναμη που θα αμφισβητήσει θαρραλέα και αποτελεσματικά τους σημερινούς συσχετισμούς δύναμης.

Περιμένει εναλλακτικές προτάσεις που θα συνθέτουν ένα άλλο πολιτικό σχέδιο, για έξοδο από την σημερινή κρίση.

Κυρίως όμως περιμένει να πάψουμε να τη κουράζουμε εκπέμποντας διαρκώς μια εικόνα Βαβυλωνίας.

Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα και στη έκφραση των απόψεων, προϋποθέτει στοιχειώδη σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες.

Και δημοκρατία, σημαίνει, βεβαίως, να μη φιμώνεται από τους πολλούς η άποψη των λίγων, αλλά σημαίνει ταυτόχρονα και μην εκβιάζεται από τους λίγους η βούληση των πολλών.

Δεν μπορεί καμία δημοκρατική συλλογικότητα να λειτουργεί υπό διαρκές καθεστώς αρνησικυρίας.

Και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό, είτε πρόκειται για τον ΣΥΝασπισμό είτε για το συμμαχικό μας σχήμα, τον ΣΥΡΙΖΑ.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Στρατηγική μας επιδίωξη παραμένει αταλάντευτα, η ευρύτερη δυνατή ενότητα των Αριστερών δυνάμεων.

Και η διεύρυνση της ενότητας αυτής με δυνάμεις που θα απεγκλωβίζονται από την ιδεολογικά και πολιτικά χρεοκοπημένη σοσιαλδημοκρατία.

Και βεβαίως το άνοιγμα στις ριζοσπαστικές δυνάμεις του οικολογικού χώρου.

Στο πλαίσιο αυτό, όμως, οφείλουμε να κάνουμε μια ειλικρινή αποτίμηση της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Για τη σημερινή εικόνα που αδικεί τον πολιτικό και ακυρώνει τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ, τον ΣΥΡΙΖΑ των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που επανειλημμένα μας εμπιστεύτηκαν, τις πιο σοβαρές ευθύνες τις έχουμε εμείς.

Πρώτον γιατί αφήσαμε τα δικά μας εσωτερικά προβλήματα να γίνουν προβλήματα της ευρύτερης συμμαχίας.

Και έπειτα, γιατί ως η μεγαλύτερη δύναμη αυτής της συμμαχίας, επιτρέψαμε φαινόμενα άγονων ανταγωνισμών και εσωστρέφειας.

Δεν προσπαθήσαμε όσο έπρεπε για την εξάπλωση και τη δυναμική του κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι υπόθεση μόνο των συνιστωσών.

Είναι πρώτα από όλα υπόθεση των χιλιάδων ανένταχτων αριστερών.

Είναι υπόθεση του πιο προοδευτικού και ριζοσπαστικού τμήματος της σημερινής νεολαίας, που δεν έλκει απαραίτητα τις  αναφορές της από κάποια παραδοσιακή πτέρυγα της μεταπολιτευτικής αριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει ισχυρή προοπτική όταν θα γίνεται σε κάθε πολιτική στιγμή και σε κάθε κοινωνικό χώρο, ο καταλύτης που θα διεμβολίζει τα καθεστωτικά κόμματα και τις γραφειοκρατίες τους.

Όταν θα ενοποιεί διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις του κόσμου της εργασίας, όταν θα απελευθερώνει πολιτικές δυνάμεις και θα τις εντάσσει σε ένα μεγάλο ρεύμα κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να είναι ένα ακόμα γραφειοκρατικό μόρφωμα, πλάι στα παλιά.

Πρέπει να είναι η κινητήρια δύναμη μιας διαρκούς αμφισβήτησης των παραδοσιακών μορφών πολιτικής οργάνωσης, μια εγγύηση συνεχούς πολιτιστικής επανάστασης που θα φέρνει τις δρώσες κοινωνικές συλλογικότητες στην πρώτη γραμμή της καθημερινής  πάλης.

Αυτό που χρειαζόμαστε, λοιπόν, δεν είναι ένας ΣΥΡΙΖΑ που θα αναλώνεται σε σκληρές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Αλλά ένα αριστερό συμμαχικό μόρφωμα, ένα ανοιχτό μέτωπο στη βάση και στη δράση, που θα εμπνέει και θα οργανώνει  δυνάμεις από την  σοσιαλιστική αριστερά και τη ριζοσπαστική οικολογία έως τις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Ως τέτοιο μόρφωμα, ο ΣΥΡΙΖΑ  μπορεί να υπάρξει μόνο στα πλαίσια ενός ενιαίου κοινά αποδεκτού πολιτικού σχεδίου που θα μας επαναφέρει στον ιδρυτικό σκοπό αυτής της προσπάθειας.

Και ιδρυτικός σκοπός δεν ήταν να δημιουργήσουμε ένα ακόμα πεδίο ανταγωνισμού και εσωτερικής διαπάλης εντός της αριστεράς, για το ποιος έχει δικαιωθεί και ποιος όχι, για το ποιος έχει δίκιο και ποιος όχι, για το ποιος είναι πιο φερέγγυος και πιο αριστερός από τον άλλο.

Το ακριβώς αντίθετο.

Τον ΣΥΡΙΖΑ τον δημιουργήσαμε καταθέτοντας τα όπλα της δικαίωσης, της αυτάρκειας, της μοναδικής αλήθειας, έχοντας κουραστεί τόσα χρόνια από δικαιώσεις αδικαίωτες.

Τον ΣΥΡΙΖΑ τον δημιουργήσαμε για να εργαστούμε όλοι μαζί, αφήνοντας στην άκρη τις μοναδικές μας αλήθειες, για να αναζητήσουμε μαζί μια κοινή διέξοδο.

Σήμερα αυτή η ιδρυτική συμφωνία ακυρώνεται στη πράξη και αυτό δε μπορούμε να το δεχτούμε.

Δεν έχουμε το δικαίωμα να αποδεχτούμε την ακύρωση του εγχείρημα από την διαμόρφωση και ταυτόχρονη δημόσια εκφώνηση ριζικά διαφορετικών πολιτικών σχεδίων που μερικές φορές φτάνουν σε αριστερές παραδοξότητες.

Θα κάνουμε το ΣΥΡΙΖΑ, δικιά μας υπόθεση, μαζί με τους χιλιάδες ανένταχτους αριστερούς, μαζί με τις συνιστώσες που επιμένουν να εμπνέονται από τον ιδρυτικό μας συμβόλαιο. Θα οικοδομήσουμε μια νέα στέρεη πολιτική συμφωνία, στην οποία σχέδια ρήξεων και διασπάσεων δεν έχουν θέση.

Έχει κουραστεί πια ο κόσμος της αριστεράς από ρήξεις και διασπάσεις. Έχει χορτάσει από προσωπικούς σχεδιασμούς και εγωισμούς. Δεν αντέχει άλλο.

Δεν θα επιτρέψουμε, λοιπόν, αυτοί οι επιμέρους και κοντόθωροι σχεδιασμοί να ακυρώσουν το συλλογικό μας σχέδιο.

Πέρα από αυτό όμως, το σημαντικό είναι να καθορίσουμε ένα πλαίσιο άμεσης δράσης.

Το κόμμα ξαναγεννιέται, ανανεώνεται και προχωράει μόνο μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες.

Και υπάρχει ένα ευρύ πεδίο μπροστά μας που οφείλουμε να καλύψουμε.

Ο πολιτικός λόγος που εκφωνούμε γίνεται πιο αξιόπιστος και πιο δραστικός, όταν συμπορεύεται με την καθημερινή πρωτοβουλία στους κοινωνικούς χώρους.

Στους νέους εργασιακούς χώρους, τους χώρους της επισφάλειας, που έχουν την ανάγκη μιας νέας συνδικαλιστικής οργάνωσης, έξω από το παρωχημένο μοντέλο του γραφειοκρατικού κρατικού συνδικαλισμού.

Στους κοινωνικούς χώρους που βρίσκονται αντιμέτωποι με τη νέα φτώχεια και την ανασφάλεια και όπου χρειάζονται συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.

Σε όλες τις συλλογικότητες κοινωνικής ενεργοποίησης των καλλιτεχνών, των διανοουμένων, των ακτιβιστών.

Με καθημερινά μέτωπα απέναντι στην ακρίβεια και την κερδοσκοπία, την εργοδοτική αυθαιρεσία, την δράση των καρτέλ κάθε είδους, τον ασφυκτικό έλεγχο της κοινωνίας από τις τράπεζες.

Σε αυτά τα μέτωπα καθημερινής δράσης, που θα συνθέτουν μια μεγάλη πρωτοβουλία αντίστασης και αλληλεγγύης, ζυμώνονται οι οργανώσεις μας.

Και εκεί θα αναδειχτούν τα καινούρια στελέχη, οι νέες γενιές που τόσο πολύ χρειαζόμαστε για να αναζωογονηθεί ο κομματικός ιστός.

Για να ξαναβρούμε την έννοια του κόμματος ως του πολιτικού εργαλείου στο οποίο συγχωνεύεται η πρωτοπόρα κοινωνική θεωρία του μαρξισμού με τη δρώσα κίνηση της κοινωνίας. 

Επιτρέψτε μου, σε αυτό το σημείο να κάνω μια κρίσιμη παρατήρηση.

Αν τα τελευταία χρόνια απουσίαζε κάτι, αισθητά, από το προσανατολισμό μας αυτό ήταν η συμπόρευσή μας με δυνάμεις κοινωνικές, σε ένα πλαίσιο συνδιαμόρφωσης δράσεων και παρεμβάσεων στο κοινωνικό πεδίο.

Μας έλειπε, με δύο λόγια, η παρουσία του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ.

Που για διάφορους λόγους ατόνησε στην λειτουργία του, μετά την καταπληκτική στιγμή του 2006.

Μας λείπει ακριβώς τώρα που το χρειαζόμαστε. Και πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα για την ανασυγκρότηση του.

Να ξαναβρεθούμε στο πλευρό της δοκιμαζόμενης από τη κρίση κοινωνίας.

Να ξαναπιάσουμε το νήμα της κοινωνικής δράσης μαζί με φορείς, συνδικάτα, συλλογικότητες, ΜΚΟ, ενεργούς πολίτες, δημοτικές κινήσεις, περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Να ξαναβρεθούμε στη πρώτη γραμμή των κοινωνικών μετώπων  ξεδιπλώνοντας ένα σχέδιο αλληλεγγύης και αντίστασης που τόσο ανάγκη έχει η ελληνική κοινωνία.

Ταυτόχρονα, όμως, το επόμενο διάστημα θα πρέπει να  είμαστε εγκαίρως έτοιμοι για τη πρώτη μεγάλη πολιτική μάχη που έχουμε μπροστά μας, αυτή των αυτοδιοικητικών εκλογών του Νοέμβρη.

Εκλογές που θα είναι ένα πρώτο δημοψήφισμα κατά της πολιτικής που εκποιεί τις κοινωνικές κατακτήσεις.

Θα αγωνιστούμε για να αποτυπωθεί ένα μήνυμα σαφούς καταδίκης της πολιτικής της κυβέρνησης.

Για να υποστεί η κυβέρνηση μια ήττα με σαφές πολιτικό πρόσημο. Με πρόσημο προοδευτικό.

Για να αναδειχθεί από παντού η δυναμική μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι

Υπάρχει πραγματικά μεγάλο πεδίο μπροστά μας. Θεωρώ ότι το Συνέδριό μας μπορεί να δώσει τις απαντήσεις που χρειαζόμαστε, με ώριμο τρόπο, και με πίστη στην εσωκομματική δημοκρατία και στην ευρύτερη δυνατή σύνθεση απόψεων.

Σήμερα μπορούν να τεθούν οι βάσεις για να γίνει τα κόμμα μας πρωτοπόρο στους αγώνες και στις ιδέες.

Να συσφίξει τους δεσμούς του με τους εργαζόμενους, τη νεολαία,  τους διανοούμενους, με τους ανθρώπους του πολιτισμού, με τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα.

ΝΑ βάλει την σφραγίδα του στους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες του σήμερα και στους καινούριους δρόμους που θα ανοίξουν αύριο.

Όλες αυτές τις ημέρες, παίρνω πολλά μηνύματα από μέλη και από φίλους του κόμματος.

Μηνύματα ανησυχίας αλλά και αποφασιστικότητας.

Μηνύματα οργής, θυμού αλλά διαθεσιμότητας, λαχτάρας. Να μη χάσουμε την ευκαιρία, να κάνουμε μια νέα αρχή, να σφυρηλατήσουμε την ενότητά μας με ένα σχέδιο φυγής προς τα εμπρός.

Το πιο συγκινητικό μήνυμα, το έλαβα από ένα σύνεδρο από τη περιφέρεια, που μου έγραψε ότι τις μέρες του συνεδρίου θα έχει φτάσει ήδη τις εφτά απλήρωτες δόσεις δανείου και δύο του ενοικίου του μαγαζιού. Παρόλα αυτά θα παρατήσει τη δουλειά του και θα είναι εδώ.

Και καταλήγει στο γράμμα του : «Θα είμαι εκεί για να δω να διαμορφώνεται ένα καθαρό και σαφές πολιτικό σχέδιο. Την Κυριακή αν βγούμε και πατάμε πάλι σε δύο βάρκες, καλύτερα να πάμε όλοι στα σπίτια μας και στα προβλήματά μας. Αν δε γίνουμε κόμμα τώρα, δε θα γίνουμε ποτέ»

Θέλω να δώσω μια υπόσχεση στο σύντροφο, που είναι εδώ ανάμεσά μας. Δε θα πάει σύντροφε χαμένος ο κόπος σου, δε θα πάει στράφι η προσφορά σου και η αγωνία σου. Την Κυριακή ο ΣΥΝ θα είναι σε μια νέα τροχιά.

Ενωμένος, δυνατός, ανανεωμένος. Ένα κόμμα των μελών του, ένα εγχείρημα μακράς πνοής, δίπλα στη κοινωνία, δίπλα στο δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, να ανοίγει δρόμους ελπίδας για τη κοινωνική δικαιοσύνη και τη κοινωνική αλλαγή.

Ας δώσουμε όλοι αυτή την υπόσχεση και ας κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, να κάνουμε ένα βήμα μπροστά. 

To Γραφείο Τύπου