Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
14/06/2010

Ομιλία Ε.Αμμανατίδου-Πασχαλίδου στη συζήτηση για το πόρισμα του Βατοπεδίου


δείτε το βίντεο


ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ
ΙΓ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΥΝΟΔΟΣ Α΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΜΒ΄
ΕΙΔΙΚΗ ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ
ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 148 του Κανονισμού της Βουλής, επί του κατατεθέντος πορίσματος της Εξεταστικής Επιτροπής, 

«για την ολοκλήρωση της διερεύνησης του συνόλου του σκανδάλου της Μονής Βατοπεδίου», που ανακοινώθηκε στη Βουλή στις 8 Ιουνίου 2010.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ (Ροδούλα Ζήση):   Το λόγο έχει η Βουλευτής του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς κ. Ευαγγελία Αμμανατίδου Πασχαλίδου.

ΛΙΤΣΑ ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριοι Υπουργοί, τελειώνοντας η Εξεταστική Επιτροπή «για την ολοκλήρωση της διερεύνησης του συνόλου του σκανδάλου της Μονής Βατοπεδίου», δεν κατέστει δυνατό για άλλη μια φορά να κατατεθεί ένα κοινό πόρισμα από τα πέντε Κοινοβουλευτικά Κόμματα. Σε αυτό, βεβαίως, ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία.

Εγώ θα αναφέρω βασικά στοιχεία του πορίσματος εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, όπως τα αποτύπωσε ο συνάδελφος Βουλευτής Νίκος Τσούκαλης, που ήταν μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής. Βεβαίως, πιστεύουμε ότι η Βουλή δεν πρέπει να υποκαθιστά τη δικαιοσύνη και αυτό που διερευνά με το ισχύον, βεβαίως, συνταγματικό πλαίσιο είναι κατ΄αρχήν τις πολιτικές ευθύνες και όταν υπάρχουν διερευνά και τις αποχρώσες ενδείξεις για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες.

Το ζητούμενο, βέβαια, είναι να επιστραφεί στο ακέραιο η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία έγινε εμπόρευμα συναλλαγής εκτάσεων “φιλέτων” που επιλέχτηκαν με συστηματικό τρόπο από τη Μονή Βατοπεδίου και φυσικά να τιμωρηθούν όλοι οι υπεύθυνοι.

Εδώ και χρόνια ακούγεται από την Αντιπολίτευση η ανάγκη ανάληψης πολιτικών ευθυνών. Αίτημα, όμως, το οποίο πέφτει στο κενό από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, καθιστώντας την έννοια της πολιτικής ευθύνης σε απλή ρητορεία. Η ρητορεία γύρω από την έννοια της πολιτικής ευθύνης τελικά αποδυναμώνει από κάθε πραγματικό περιεχόμενο τη συγκεκριμένη αρχή λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, φτάνοντας σήμερα στο σημείο να μην παραδέχεται κανένα πολιτικό πρόσωπο ευθύνη.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους, κάθε ένα από τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Υφυπουργοί ανεξαρτήτως της συλλογικής ευθύνης της Κυβέρνησης, φέρνουν και πολιτική ευθύνη για τις συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις των αρμοδιοτήτων τους. Έτσι, προχωρήσαμε στην εξειδίκευση των πράξεων ή παραλείψεων αυτών μέσω του πορίσματος που κατατέθηκε στη Βουλή από την πλευρά της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας.

Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκέντρωσε και αξιολόγησε η Εξεταστική Επιτροπή και συγκεκριμένα από τις νέες ή και συμπληρωματικές καταθέσεις των μαρτύρων, το ανακριτικό υλικό που ενσωματωνόταν τμηματικά στο φάκελο της Επιτροπής, εκτιμούμε ότι ενισχύθηκαν ή και επιβεβαιώθηκαν πλήρως όλα τα προηγούμενα στοιχεία προσωποποιημένης πολιτικής ευθύνης.

Επιπλέον δε, διασαφήνισαν πληρέστερα εύλογες απορίες και υποψίες, όσον αφορά συμπεριφορές προσώπων ή συλλογικών σχημάτων, σχετικά με τη ταχύτατη και άκρως συντονισμένη διαδικασία διεκπεραίωσης του σχεδίου των ανταλλαγών, καθώς επίσης σκιαγραφήθηκαν πολιτικές ευθύνες νέων πολιτικών προσώπων.

Πολλούς μήνες, μετά την εκδήλωση του σκανδάλου και ενώ το ελληνικό δημόσιο βρίσκεται σε διαδικασία ανατροπής των συνεπειών του, οι αρμόδιες υπηρεσίες και μηχανισμοί δεν έχουν προβεί σε πρόσφατες και αντικειμενικές εκτιμήσεις, τόσο της αξίας των ακινήτων που ανταλλάχτηκαν, όσο και της ζημιάς του ελληνικού δημοσίου.

Και ενώ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η δικαστική διερεύνηση του σκανδάλου, το ελληνικό δημόσιο δεν έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα του δημοσίου, που μπορεί να έχει η παράλειψη αυτή.

Μέσα από το πόρισμα που καταθέσαμε υπάρχουν και συμπεράσματα και προτάσεις. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που τέθηκε ενώπιον των μελών της Επιτροπής, και την εν συνεχεία αξιολόγησή της, οδηγούμαστε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι επιβεβαιώθηκαν πλήρως, όλα σχεδόν τα συμπεράσματα και οι κρίσεις που περιέχονταν στην αρχική, πορισματική μας θέση, όσον αφορά τις πολιτικές ευθύνες όσων πολιτικών προσώπων αναφέρονται στο δικό μας πόρισμα. Όλα τα στοιχεία συμπληρώνουν, εμπλουτίζουν ή και αποκαθιστούν κεφάλαια και σημεία της προηγούμενης Έκθεσής μας, η οποία περιέχεται στο ενιαίο πόρισμα της ανάλογης Επιτροπής, η οποία εξέτασε κατά την προηγούμενη Κοινοβουλευτική Περίοδο στο σύνολό της, την υπόθεση του Βατοπεδίου. Η ελεγχόμενη περίοδος, μέσα στην οποία εκτυλίσσεται το σκάνδαλο, αρχίζει από το 1998 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Άλλωστε, να θυμίσω στο Σώμα της Εθνικής Αντιπροσωπείας ότι ως Συνασπισμός τότε, από το 2003 είχαμε αναδείξει το θέμα της Μονής Βατοπεδίου και μετά ως ΣΥΡΙΖΑ συνεχίσαμε να φωνάζουμε ότι αυτές οι ανταλλαγές είναι απαράδεκτες, ότι εδώ υπάρχει ένα τεράστιο σκάνδαλο, το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου.

Και βεβαίως, να σας θυμίσω ότι δεν είναι το μόνο, διότι έχουμε δει και τη Μονή Τοπλού, έχουμε δει να διαδραματίζονται και άλλα παρόμοια σκάνδαλα, που εμπλέκονται μοναστήρια. Έχουμε και το «Βατοπέδι της Σκύρου» συγχωρέστε με που το λέω έτσι. Είναι αυτό που εγώ θεωρώ ότι η Μονή Μεγίστης Λαύρας αντίστοιχα κάνει στη Σκύρο.

Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα μιας συναλλαγής, πολλές φορές, των πολιτικών με ανθρώπους που ασχολούνται με την Εκκλησία, με τον πνευματικό κόσμο -κατά τ’ άλλα- και με μεγάλους οικονομικούς παράγοντες.

Ο συνεκτικός ιστός ή το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο εκτυλίχθηκε το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου ήταν η διαχρονική, νοσηρή και αδιαφανής σχέση αλληλεξάρτησης και συνενοχής, μεταξύ πολιτικής και Εκκλησίας σχέση, που διαμορφώνει εξωθεσμικά κέντρα παρέμβασης και επιβολής, όπου πολιτικές ηγεσίες, πολιτικοί, δικαιοσύνη, θεσμικά όργανα, οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς υποτάσσονται και διεκπεραιώνουν «θεϊκώ δικαίω».

Οι γνωματεύσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας  δεν προάσπισαν το δημόσιο συμφέρον και ζημίωσαν τη δημόσια περιουσία από φαινόμενο συνεχώς και επανειλημμένο ότι το δημόσιο δεν πρέπει να προβάλλει δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων.

Οι τέσσερις Υπουργικές Αποφάσεις, που αποδέχθηκαν τις ισάριθμές γνωματεύσεις του γνωμοδοτικού συμβουλίου, επίσης δεν προάσπισαν το δημόσιο συμφέρον και ζημίωσαν τη δημόσια περιουσία, συνεκτιμώντας ότι αυτές υπογράφθηκαν επιπόλαια και δίχως την απαιτούμενη από τις περιστάσεις και τα στοιχεία περίσκεψη και προβληματισμό, αλλά και το γεγονός ότι οι σχετικές γνωμοδοτήσεις δεν ήταν υποχρεωτικές, για τον εκάστοτε Υπουργό.

Είχαμε λανθασμένες και βλαπτικές για το δημόσιο συμφέρον γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Κατά τη διαδικασία, αποκαλύφθηκαν οι τεράστιες ανεπάρκειες και προκλητικές ανακολουθίες του κορυφαίου –υποτίθεται- νομικού θεματοφύλακα των συμφερόντων του δημοσίου, γνωματεύσεις, σύμφωνα με τη βούληση και κατά παραγγελία της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, μέσω μεθοδευμένων και επιλεκτικών ερωτημάτων, πρωτοφανής τυπολατρία, που συχνά βλάπτει το δημόσιο συμφέρον, αλλά και καταταλαιπωρεί τον απλό πολίτη, κακώς εννοούμενη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, διαφοροποιημένες απόψεις, συμπεράσματα και κρίσεις, ανάλογα με τη συμμετοχή των μελών τους σε διαφορετικά όργανα και με διαφορετικούς πολιτικούς προϊστάμενους, κραυγαλέες παραβιάσεις του ασυμβίβαστου και άλλα πολλά.

Κακώς και εντελώς ανεξήγητα, μεθοδεύτηκε η συναίνεση του δημοσίου, για τη «μη έκδοση απόφασης επί της αγωγής» αναγνωριστικής κυριότητας της Μονής κατά του ελληνικού Δημοσίου, που είχε ήδη συζητηθεί προ επταμήνου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κομοτηνής.   

Κακώς και σε κάθε περίπτωση ατελέσφορα για τα συμφέροντα του Δημοσίου, αλλά και των ακτημόνων της περιοχής προωθήθηκε η διαδικασία της ανταλλαγής της λιμνοθάλασσας και των παραλίμνιων εκτάσεων, με άλλα ακίνητα του δημοσίου.

Απαράδεκτο, πώς ανταλλάχθηκε η λιμνοθάλασσα, δεδομένου ότι δεν εμπεριεχόταν στη γνωμάτευση 15/2005 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Και εδώ μιλάμε για θεμελιώδεις αρχές, που διέπουν τις λιμνοθάλασσες και μάλιστα σε προστατευόμενες περιοχές.

Να σας θυμίσω ότι αυτή είναι περιοχή ΡΑΜΣΑΡ, που έχει ένα ειδικό καθεστώς.

Εμείς, ως Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, καταθέσαμε συγκεκριμένες και προσωποποιημένες πολιτικές ευθύνες, βάσει του δικού μας πορίσματος, όπως αναφέρθηκα και στην αρχή και όπως αποτυπώθηκαν από το συνάδελφο το Νίκο Τσούκαλη, προς το Γεώργιο Δρυ και Απόστολο Φωτιάδη, Υπουργούς του ΠΑΣΟΚ και Πέτρο Δούκα, Ευάγγελο Μπασιάκο, Αλέξανδρο Κοντό, Θεόδωρο Ρουσόπουλο, Γεώργιο Βουλγαράκη και Αντώνιο Μπέζα, Υπουργούς και Υφυπουργούς της Νέας Δημοκρατίας.

Αυτό οδηγεί στην περαιτέρω διερεύνηση, με τη σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, για τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης του άρθρου 156 του Κανονισμού της Βουλής.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρω τις θεσμικές μας προτάσεις: Με την ολοκλήρωση των εργασιών και αυτής της Εξεταστικής Επιτροπής και αφού από την προηγούμενη, έχουν ενσκήψει ως τυφώνας, καταλυτικές του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματος αποκαλύψεις και έχουν επέλθει ανατροπές, το καταλυτικό πολιτικό συμπέρασμα είναι η ανάγκη για θωράκιση του πολιτικού και δημόσιου βίου, με νέους και η αναδιάρθρωση, βεβαίως και ενίσχυση ήδη υφιστάμενων θεσμών.

Η προσπάθεια αυτή απαιτεί γενναίες πολιτικές αποφάσεις και ρήξεις με πάγιες ιδεοληψίες, εμμονές και ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις, προϋποθέσεις, οι οποίες σήμερα, δυστυχώς, δεν υφίστανται. Και αυτό, προσβάλλει όλους μας.

Η παρούσα Εξεταστική Επιτροπή διερεύνησε, όσο αυτό ήταν δυνατό -όπως προαναφέρθηκε- και οφείλει να αποδώσει ευθύνες και δη προσωπικές.

Το θέμα όμως, δεν είναι να προσπαθήσουμε να διαχειριστούμε την κρίση με τις μικρότερες απώλειες και προς το συμφέρον ο καθένας του δικού του κόμματος. Όχι ότι δεν είναι σημαντικό να επισημάνουμε τις όποιες ευθύνες, σε μια χώρα που γέννησε τη λέξη «κάθαρση»-και τώρα την έχει διαγράψει εντελώς από τη δημόσια ζωή. Όμως για μια κοινωνία, αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό. Το σημαντικότερο είναι να αναγνωρίζει, πού βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα και να προσπαθεί να το αντιμετωπίσει.

Αυτή η συζήτηση δεν γίνεται ποτέ στη δική μας χώρα, γιατί κανείς τελικά δεν θέλει να αντιμετωπίσει τα πολιτικά προβλήματα. Αυτό που δημιουργεί τα προβλήματα είναι το παρασιτικό, κλεπτοκρατικό ελληνικό σύστημα, που βάζει διαβαθμίσεις στο δάσος και στην ερμηνεία των νόμων: Δάσος χθαμαλόν, δασική έκταση, χορτολειβαδική, θαμνώδης.

Είναι αυτό που απαλλάσσει φορολογικών υποχρεώσεων χιλιάδες Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, που απαλλάσσει από την υποχρέωση κατάθεσης ισολογισμών, που επιτρέπει τις αδιαφανείς δοσοληψίες μοναστηριών, που άλλοτε είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και άλλοτε αυτονομημένες κοινότητες, διεπόμενες από ειδικό δίκαιο, ανάλογα με την περίσταση.

Όπως κάθε μέρα, συνειδητοποιεί ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός πολιτών, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι ειλικρινείς θρησκευόμενοι, ότι η παρατεινόμενη στενή διαπλοκή Πολιτείας και Εκκλησίας, με όποια μορφή, υπονομεύει το πνευματικό έργο της δεύτερης, ενώ, ταυτόχρονα, προσβάλλει τις αρχές της ισοπολιτείας, που η πρώτη έχει ταχθεί από το Σύνταγμα να υπηρετεί. Εμείς, όμως, τις επαναφέρουμε προς δημόσια διαβούλευση.

Πρώτον, διακριτές σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Να σας θυμίσω ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από τις 22-11-2005 έχει καταθέσει πρόταση νόμου για τη ρύθμιση σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, θρησκευτικές ενώσεις και κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία μπορεί να θεσπιστεί ανεξάρτητα από την απαραίτητη συνταγματική αναθεώρηση. 

Δεύτερο. Εκκλησιαστική περιουσία: Τι γίνεται με αυτή; Πώς έχει περιέλθει; Είναι καταγεγραμμένη; Γνωρίζουμε πόση είναι; 

Τρίτον. Άρση των φορολογικών προνομίων της εκκλησίας, όσον αφορά τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες.

Τέταρτον. Ριζική αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου διαχείρισης και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Εδώ να αναφέρω επιγραμματικά:

η κατάργηση του ν. 1539/1938 περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων και η αντικατάστασή του από ένα σύγχρονο, διαφανές και απρόσβλητο θεσμικό πλαίσιο, που θα διασφαλίζει το δημόσιο χαρακτήρα της δημόσιας περιουσίας και θα κατοχυρώνει τον κοινωνικό έλεγχο στη διαχείρισή της, θα διευκολύνει τις συναλλαγές με όρους διαφάνειας του πολίτη με το δημόσιο, θα δημιουργεί ασφαλιστικές δικλείδες στην αυθαίρετη βούληση και κρίση της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας.

Λεπτομερής καταγραφή της δημόσιας περιουσίας, δηλαδή Κτηματολόγιο.  Πού έχουμε πρόβλημα; Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου. Χρειάζεται μια γενική αναδιάρθρωση του φορέα διαχείρισης δημόσιας περιουσίας, ένας φορέας που πρέπει να είναι δημόσιος, ενιαίος, για όλη τη δημόσια περιουσία, κοινωνικά ελεγχόμενος, με διαφανείς διαδικασίες και αποκεντρωμένη λειτουργία, με δημόσιο απολογισμό και αξιολόγηση. 

Εκτίμηση αξίας δημόσιας περιουσίας, σύνταξη συμβολαίων, που θα πρέπει να θεσπιστούν σαφείς όροι και συμφωνίες, που θα περιλαμβάνονται στα συμβόλαια, για να μην έχουμε αυτή την κατάσταση, που την είδαμε μέσα από τα συμβόλαια των ανταλλαγών. 

Ριζική αναδιάρθρωση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 

Προστασία δασών και δασικών εκτάσεων.

 Αλλαγή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών. 

Πάγια θέση μας είναι η αφαίρεση από το Κοινοβούλιο κάθε αρμοδιότητας, που ανήκει εξ ορισμού στη δικαστική εξουσία.  Δεν μπορεί πολιτικά πρόσωπα και μάλιστα άλλου θεσμικού, πολιτειακού οργάνου να ασχολούνται με ανακριτικές πράξεις και να στοχοποιούν ποινικά πολιτικά πρόσωπα. 

Πάγια θέση μας είναι η ισότιμη ποινική μεταχείριση του πολιτικού με τον απλό πολίτη. Είμαστε αντίθετοι σε δικονομικές, αλλά και ουσιαστικές, διαφοροποιήσεις της ποινικής μεταχείρισης, όπως η διαφορετική παραγραφή των αδικημάτων.  Προς την κατεύθυνση αυτή, έχουμε δηλώσει την πρόθεσή μας για ανάλογη νομοθετική πρωτοβουλία.

Επιτροπή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ν. 3691/2008. Επιβεβαιώθηκαν πλήρως οι ενστάσεις, που διατύπωσαν όλα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης και, βεβαίως, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την υποβάθμιση της πιο πάνω Ανεξάρτητης Αρχής σε μία απλή Επιτροπή του Υπουργείου Οικονομικών, που πραγματοποιήθηκε με το νόμο που ανέφερα. 

Από όλη τη διαδικασία, ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής, διαφάνηκαν οι τεράστιες αδυναμίες και ανεπάρκειες της Επιτροπής να ανταποκριθεί στο έργο της. Καθυστέρησε να ελέγξει λογαριασμούς ή είχε αμελήσει να αξιολογήσει παλαιότερους και δραστηριοποιήθηκε μόνο μετά την πίεση της Επιτροπής.  Ενισχύθηκαν, δυστυχώς, οι αρχικές μας επιφυλάξεις, ότι η υποβάθμισή της υποκρύπτει βούληση του Υπουργού Οικονομικών να την ελέγχει πλήρως. Προτείνουμε την αναβάθμισή της σε πραγματική ανεξάρτητη αρχή με τους όρους και τις εγγυήσεις και των υπολοίπων.