Skip to main content.
Συνασπισμός της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας
05/01/2011

Θέση του Τμήματος Παιδείας για το σύστημα διορισμών των εκπαιδευτικών

ΕΙΣΗΓΗΣΗ 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ Α΄ΒΑΘΜΙΑ & Β΄ΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Ο Συνασπισμός όπως και ολόκληρη η εκπαιδευτική κοινότητα είχε εκφράσει από την αρχή (1997) την κατηγορηματική αντίθεσή του στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ για το διορισμό εκπαιδευτικών. Ο διαγωνισμός αυτός αποτέλεσε τότε και αποτελεί και σήμερα την αιχμή του δόρατος μιας αυταρχικής, βαθιά συντηρητικής πολιτικής, που επιδιώκει, με το πρόσχημα της «αξιοκρατίας», να υπονομεύσει το κύρος των εκπαιδευτικών και να τους καταστήσει άβουλα ενεργούμενα της εξουσίας. Είναι κρίκος μιας αλυσίδας που οδηγεί τους/τις εκπαιδευτικούς, αδιόριστους/-ες και μόνιμους/-ες, στην εργασιακή ανασφάλεια.

Τα θύματα αυτής της πολιτικής είναι οι ίδιοι οι άνεργοι εκπαιδευτικοί, που αναζητούν μια χαραμάδα ελπίδας για εργασία μέσα από αυτό το διαγωνισμό. Διαγωνίζονται κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί, για να προσληφθούν ελάχιστοι. Όσοι δεν διορίζονται μετά από αυτές τις τρίωρες εξετάσεις-παρωδία είναι άραγε «ανίκανοι εκπαιδευτικοί»; Μια τέτοια αντίληψη υπονομεύει το κύρος των υποψήφιων εκπαιδευτικών και δυναμιτίζει το κύρος των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και των πτυχίων που αυτά παρέχουν.

Η εκτίμησή μας ήταν  πως οι πραγματικοί στόχοι που επιδίωκαν οι κυβερνήσεις του δικομματισμού με την καθιέρωση και διατήρηση του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ δεν ήταν η επιλογή και πρόσληψη των «καλύτερων» εκπαιδευτικών, που θα αναβάθμιζαν με την παρουσία τους τη Δημόσια Εκπαίδευση. Αν οι κυβερνήσεις ήθελαν πραγματικά καλύτερους εκπαιδευτικούς και στόχος τους ήταν η βελτίωση συνολικά της παρεχόμενης δημόσιας εκπαίδευσης, τότε έπρεπε να ικανοποιήσουν τα πάγια αιτήματα του εκπαιδευτικού κόσμου για αύξηση των δαπανών για την παιδεία, επίλυση του στεγαστικού προβλήματος των σχολείων, αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό του περιεχομένου  και των παιδαγωγικών μεθόδων και, ασφαλώς, ουσιαστική παιδαγωγική και διδακτική κατάρτιση και επαρκή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Το παράδειγμα της κατάργησης, ουσιαστικά, της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών τα τελευταία χρόνια, όπως και της απόρριψης κάθε χρόνο εκατοντάδων αιτήσεων εκπαιδευτικών για μεταπτυχιακές σπουδές, δείχνει καθαρά τι εννοούν οι εκάστοτε ηγεσίες του Υπ. Παιδείας ως αναβάθμιση του εκπαιδευτικού.

Επιδίωξη των κυβερνήσεων ήταν και παραμένει η ανατροπή των υφισταμένων εργασιακών σχέσεων και η χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, ώστε να αποδεχτούν χωρίς αντιδράσεις τις αντιεκπαιδευτικές επιλογές που προωθούνται, με όλα τα αρνητικά επακόλουθα για την εκπαίδευση, όπως έδειξε η ως τώρα εμπειρία.

Η πολιτική όλων των κυβερνήσεων από το 1997 μέχρι σήμερα επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις μας.  Στα χρόνια που πέρασαν οι κυβερνήσεις προώθησαν το κλείσιμο σχολείων, την εργασιακή περιπλάνηση των εκπαιδευτικών από σχολείο σε σχολείο και διεύρυναν τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που αυτές έχουν στην εκπαίδευση, με τη συνεχή αύξηση του αριθμού των αναπληρωτών και ωρομισθίων.

Στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ για τους εκπαιδευτικούς έχει ασκηθεί έντονη κριτική, που αφορά την καταλληλότητα, την επάρκεια, την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της διαδικασίας που ακολουθείται για την επιλογή των εκπαιδευτικών που στελεχώνουν τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι διαγωνισμοί που διενεργήθηκαν ως σήμερα παρέχουν επαρκές υλικό για την τεκμηρίωση αυτής της κριτικής, τα βασικά σημεία της οποίας αναφέρονται στη συνέχεια:

Ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ ακολουθεί το διεθνώς διαδεδομένο σύστημα της «τυφλής» γραπτής εξέτασης, κατά την οποία το όνομα των υποψηφίων καλύπτεται, για να διασφαλίζεται έτσι η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία.  Θα μπορούσε ωστόσο να αναρωτηθεί κανείς πόσο αντικειμενική και αξιόπιστη μπορεί να είναι μια ολιγόωρη γραπτή εξέταση που βασίζεται στην διαπραγμάτευση ερωτήσεων που προέρχονται από ελάχιστο μέρος μιας υπέρογκης εξεταστέας ύλης.  Ο παράγοντας της «σύμπτωσης» σε τέτοιες συνθήκες αποβαίνει καθοριστικός. Συγκρίνοντας, για παράδειγμα, την επίδοση υποψηφίου στο διαγωνισμό ΑΣΕΠ με το βαθμό του πτυχίου ή των μεταπτυχιακών σπουδών, που προέκυψε από αλλεπάλληλες αξιολογικές διαδικασίες, προφορικές και γραπτές, επί τέσσερα τουλάχιστον έτη και με τη διατύπωση κρίσης από ένα πλήθος ακαδημαϊκών, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ωχριά η αξιοπιστία το πρώτου κριτηρίου σε σχέση με το δεύτερο.

Ιδιαίτερα η καθιέρωση των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής, με το πρόσχημα της «αντικειμενικής» και «αδιάβλητης» κρίσης και της «εύκολης», τυποποιημένης αξιολόγησης, μείωσε ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του διαγωνισμού. Η χρήση τέτοιων ερωτήσεων, κυρίως στις επιστήμες της αγωγής, δημιουργεί δικαιολογημένα σύγχυση και αγανάκτηση ανάμεσα στους υποψηφίους, που έχουν υποχρεωθεί κατΆ επανάληψη να επιλέξουν τη «μόνη ορθή» απάντηση ανάμεσα σε εναλλακτικές εκδοχές που θα μπορούσαν να υποστηριχθούν καθεμιά εξίσου πειστικά με την κατάλληλη επιχειρηματολογία. Έχει συμβεί, άλλωστε, εκ των υστέρων να αναθεωρείται η αρχική «ορθή» επιλογή ή να προτείνονται τελικά ως «ορθές» περισσότερες από μια επιλογές.  Γενικότερα, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ένας σοβαρός κίνδυνος: Στο βαθμό που κάθε εναλλακτική εκδοχή συχνά προϋποθέτει μια διαφορετική ιδεολογική αφετηρία, η αναγόρευση της μιας από αυτές στη μόνη «ορθή», από την πλευρά της εξουσίας, δεν απέχει από την καθιέρωση μιας «επίσημης κρατικής παιδαγωγικής», την οποία πρέπει να ασπαστεί ο/η υποψήφιος/-α, για να ελπίζει σε επιτυχία.

Επιπλέον, ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ είναι μονομερής και γιΆ αυτό έχει περιορισμένη προγνωστική εγκυρότητα.  Η διδασκαλία είναι πολυδιάστατη διαδικασία, απαιτεί ποικίλες γνώσεις,  δεξιότητες και στάσεις, και επηρεάζεται από το σύνολο των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης προσωπικότητας και όχι μόνο από τη απόδοση, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, σε εξετάσεις που βασίζονται στο γραπτό λόγο.

Υπάρχει και μια άλλη παράμετρος που καθιστά διαβλητό το διαγωνισμό του ΑΣΕΠ: Είναι μεγάλο το ποσοστό των υποψηφίων που υποχρεώνονται να εξεταστούν σε ύλη την οποία δεν είχαν την ευκαιρία ή και τη δυνατότητα να διδαχτούν στις προπτυχιακές τους σπουδές, τουλάχιστον σε επαρκή βαθμό. Αυτή αφορά τόσο μαθήματα επιστημονικής ειδικότητας, όσο και, κυρίως, τη λεγόμενη ψυχο-παιδαγωγική κατάρτιση, που παρέχεται από ελάχιστα έως καθόλου στις πανεπιστημιακές σχολές που προετοιμάζουν τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της πρώτης της περίπτωσης  είναι οι φιλόλογοι (ΠΕ02) και οι φυσικών επιστημών (φυσικοί, χημικοί, βιολόγοι και γεωλόγοι, ειδικότητας ΠΕ04). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι φυσικοί εξετάζονται και στη βιολογία, οι βιολόγοι στη φυσική, οι χημικοί στη φυσική κ.ο.κ. Στην περίπτωση των φιλολόγων (ΠΕ02) διαγωνίζονται πτυχιούχοι φιλολογίας, ιστορίας και αρχαιολογίας, φιλοσοφίας-παιδαγωγικής-ψυχολογίας, φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών, και ιστορίας και εθνολογίας, και κατατάσσονται όλες/-οι στον ίδιο πίνακα διορισμού.

Αλλά και στη δεύτερη περίπτωση, της παιδαγωγικής κατάρτισης, οι υποψήφιοι/-ες για διορισμό στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στη μεγάλη πλειονότητά τους δεν έχουν παρακολουθήσει μαθήματα ούτε γενικής ούτε ειδικής διδακτικής, ούτε, πολύ περισσότερο, έχουν συμμετάσχει σε πρακτική άσκηση σε σχολικές τάξεις. Αυτό συμβαίνει, μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό και στους/τις αποφοίτους των χαρακτηριζόμενων ως «καθηγητικών» σχολών.

Και εδώ εγείρονται αμείλικτα ερωτήματα για τα αρμόδια όργανα:  Πόσο μπορεί να βεβαιώσει για την ειλικρίνεια των προθέσεών του για αναβάθμιση του επιπέδου των εκπαιδευτικών ένα κράτος που επί δεκαετίες αγνοεί συστηματικά αυτή την πασίδηλη έλλειψη;  Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε σοβαρές εκπαιδευτικές και κοινωνικές παρενέργειες.  Αναπτύχθηκε ένα ακόμη, ανεξέλεγκτο ουσιαστικά, επιχειρηματικό πεδίο, στο οποίο συνωστίζονται ειδήμονες και αδαείς αυτοχριζόμενοι «παιδαγωγοί», που επιδιώκουν με τυποποιημένες τεχνικές αποστήθισης να καλύψουν το κενό των επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής παρέχοντας αμφίβολης εγκυρότητας και αξιοπιστίας παιδαγωγική γνώση στους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς.

Ο Συνασπισμός εμμένει σταθερά στη θέση του για διασφάλιση όλων των αναγκαίων συνθηκών για την αποτελεσματική λειτουργία των σχολείων (κάλυψη των κενών σε διδακτικό προσωπικό, θεσμοθέτηση της παιδαγωγικής και διδακτικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών, ουσιαστική και επαρκή επιμόρφωσή τους κ.λπ.). και για κατάργηση του Διαγωνισμού του ΑΣΕΠ.

  

Τι προτείνουμε

Λύσεις στο πρόβλημα υπάρχουν και εμείς έχουμε συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωσή τους. Αρκεί να αναζητηθούν προς τη σωστή κατεύθυνση. Λύσεις που θα βασίζονται σε αδιάβλητες διαδικασίες και θα διασφαλίζουν την αξιοπιστία των επιλογών, την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών και την ανεξαρτησία από τις κομματικές παρεμβάσεις στο χώρο της Παιδείας:

1.      Ουσιαστική αύξηση των διορισμών, ώστε η μεγάλη προσφορά σε εκπαιδευτικούς να αξιοποιηθεί για την ποιοτική βελτίωση της εκπαίδευσης. Πρέπει να αυξηθούν κατά πολύ οι διορισμοί, ώστε να καλυφθούν τα κενά σε όλα τα σχολεία. Παράλληλα, πρέπει να εφαρμοσθούν μέτρα όπως η μείωση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα, προγράμματα αντισταθμιστικής εκπαίδευσης, επιμόρφωση των υπηρετούντων εκπαιδευτικών πλήρης σύνταξη των εκπαιδευτικών με 30 χρόνια εργασίας κ.λ.π., που θα συμβάλουν στη  βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου και θα δημιουργήσουν και νέες θέσεις εργασίας στη δημόσια εκπαίδευση.

2.      Καθιέρωση της ψυχοπαιδαγωγικής εκπαίδευσης ως προαπαιτούμενου για διορισμό στην εκπαίδευση.

Η πρόταση μας αυτή μπορεί να προωθηθεί με τα παρακάτω μέτρα:

α. Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα ιδρύουν μεταπτυχιακά ινστιτούτα παιδαγωγικής κατάρτισης των πτυχιούχων τους ετήσιας διάρκειας.

β.  Το πρόγραμμα σπουδών αυτών των ινστιτούτων καθορίζεται από τα αντίστοιχα τμήματα, τα οποία συνυπολογίζοντας τις προπτυχιακές σπουδές του μελλοντικού εκπαιδευτικού φροντίζουν να του παράσχουν επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες στα πεδία:

i)                    Παιδαγωγικής ψυχολογίας

ii)                   Γενικής διδακτικής

iii)                 Ειδικής διδακτικής

iv)                 Διαπολιτισμικής εκπαίδευσης

v)                  Οργάνωσης σχολικών μονάδων

vi)                 Εκπαίδευσης ενηλίκων

γ.  Η επιτυχής ολοκλήρωση της ετήσιας αυτής φοίτησης στα εν λόγω ινστιτούτα καταλήγει στη χορήγηση πιστοποιητικού μεταπτυχιακής παιδαγωγικής επιμόρφωσης.

δ.  Όταν το Υπουργείο Παιδείας προκηρύσσει διαδικασία πλήρωσης θέσεων εκπαιδευτικών οι υποψήφιοι καταθέτουν τα δικαιολογητικά τους. Τα τελικά μόρια τους υπολογίζονται με αδιάβλητο και διαφανή τρόπο.

ε.  Εκτός από το πτυχίο και  το πιστοποιητικό μεταπτυχιακής παιδαγωγικής επιμόρφωσης θα συνυπολογίζονται στην διαδικασία επιλογής των εκπαιδευτικών και η διδακτική εμπειρία σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια, δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ, ωδεία κλπ,.

3.         Κατάργηση του θεσμού της ωρομίσθιας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης –όπως και της έρευνας- και μονιμοποίηση όλων των εκπαιδευτικών της ελαστικής εργασίας και της ανασφάλειας.  Κάλυψη όλων των κενών με μόνιμους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, με σταθερή εργασιακή σχέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.  Για να γίνει πράξη η παραπάνω πρόταση επιβάλλεται να μη γίνει καμιά αλλαγή στο σύστημα διορισμών μέχρι να διοριστούν ως μόνιμοι όλοι όσοι βρίσκονται στους πίνακες αναπληρωτών και ωρομισθίων με προϋπηρεσία.

Τμήμα Παιδείας του Συνασπισμού