Skip to main content.
Συνασπισμός της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας
16/01/2012

Κείμενο προβληματισμού και προτάσεις Για το «Νέο Σχολείο» - «Νέο Λύκειο» (Γενικό & Τεχνολογικό)

Τμήμα Παιδείας ΣΥΝ

Κείμενο προβληματισμού και προτάσεις

Για το «Νέο Σχολείο» - «Νέο Λύκειο» (Γενικό & Τεχνολογικό)

Αθήνα, Γενάρης 2012

Η κυβέρνηση προωθεί αλλεπάλληλες θεσμικές παρεμβάσεις το τελευταίο διάστημα με στόχο να επιβάλει καθοριστικής σημασίας αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα. Για να το επιτύχει αυτό χρησιμοποιεί ως πρόσχημα υπαρκτές και ανύπαρκτες αδυναμίες του ελληνικού σχολείου και γενικότερα του εκπαιδευτικού συστήματος. Την ίδια τακτική ακολουθεί και στην περίπτωση της λυκειακής βαθμίδας με την προώθηση του «Νέου» Γενικού Λυκείου και του «Tεχνολογικού Λυκείου».

Σύμφωνα με το σχεδιασμό που προωθεί το ΥΠΔΒΜΘ, το «Νέο Λύκειο» δεν θα είναι απλώς ο προθάλαμος του πανεπιστημίου ή του ΤΕΙ. Θα είναι μια αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα όπου ο νέος έχει πρόσβαση στη γνώση και ταυτόχρονα αναπτύσσει την κριτική του ικανότητα και διαμορφώνει συνείδηση του ενεργού πολίτη, ενδυναμώνονται οι αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης και ο σεβασμός στον άλλο, και προετοιμάζεται ο νέος για την επόμενη βαθμίδα με ήρεμο και οργανωμένο τρόπο εντός του σχολείου. Αντίστοιχα, το «Επαγγελματικό Σχολείο» στόχος είναι να καταξιωθεί ως «ένα σχολείο πρώτης επιλογής ικανό να εξασφαλίσει στον απόφοιτό του κοινωνική καταξίωση, σταθερή εργασία και δυνατότητες ανέλιξης». Τέτοιες πρόχειρες, εξωπραγματικές και ατεκμηρίωτες εκτιμήσεις, όμως, δεν αντέχουν σε μια σοβαρή κριτική, θεμελιωμένη στα πορίσματα των παιδαγωγικών επιστημών και στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.

 

Βασικές κριτικές επισημάνσεις για το «Νέο Σχολείο»/«Νέο Λύκειο»

 

Ο σχεδιασμός που προωθεί η κυβέρνηση για το «Νέο Σχολείο» και ειδικά, στην περίπτωσή μας, για το «Νέο Λύκειο» εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής της, που οδηγεί στην απαξίωση της δημόσιας, δωρεάν παρεχόμενης εκπαίδευσης και, ουσιαστικά, στο άνοιγμά της σε στρατηγικές επενδύσεις κερδοσκοπικών εταιριών. Οι αλλαγές που προωθούνται τόσο στο περιεχόμενο σπουδών όσο και στη δομή και τη λειτουργία του «νέου σχολείου» έχουν ως επιδίωξή τους την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και του «επιχειρηματικού πνεύματος», την προώθηση της ιδιωτικοποίησης κ.ο.κ.

Οι διαδικασίες που χρησιμοποιούνται από την ηγεσία του Υπ. Παιδείας για την προώθηση των επιλογών της δείχνουν ξεκάθαρα πώς αντιλαμβάνεται το διάλογο. Με μια ολιγοήμερη «διαβούλευση» μέσω της ιστοσελίδας του Υπ. Παιδείας, και χρησιμοποιώντας ως «φύλλο συκής» «συμμετοχικά όργανα διαλόγου», όπως το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας ή τελευταία τη Διακομματική Επιτροπή, προσπαθεί να εξασφαλίσει την επίφαση διαλόγου και συναίνεσης και να νομιμοποιήσει την αντιεκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης.

Η άρνηση συμμετοχής, παλαιότερα, εκπροσώπων κομμάτων και φορέων από το ΣΠΔΕ του ΕΣΥΠ, για το ζήτημα του «Νέου Λυκείου», και πρόσφατα από τη Διακομματική Επιτροπή για τα θέματα της εκπαίδευσης οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτό τον «κατ’ επίφαση» διάλογο χρησιμοποιούνται και αυτά τα όργανα.

 

Προτάσεις για το «Νέο Λύκειο»

Η ανάλυση και η κριτική του σχεδιασμού για το «Νέο Λύκειο πρέπει καταρχάς να συνεκτιμήσουν όσα εξαγγέλλονται κατά καιρούς για την προσχολική/υποχρεωτική εκπαίδευση. Άλλωστε, σύμφωνα με τις δικές μας εκτιμήσεις, βασική πρότασή μας είναι η καθιέρωση 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, στην οποία πρέπει να προστεθεί και η -υποχρεωτική- προσχολική. Ο σχεδιασμός σε αυτή τη βαθμίδα έγινε χωρίς ενιαίο σχεδιασμό με τη λυκειακή βαθμίδα, πράγμα που έχει επηρεάσει αρνητικά βασικές παραμέτρους της εκπαίδευσης, όπως -κυρίως- τη διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών, την επιμόρφωση του εκπαιδευτικού προσωπικού κ.λπ.

Επίσης, στον προτεινόμενο σχεδιασμό για τη λυκειακή βαθμίδα δεν έχουν συνεξεταστεί με ενιαίο και συνολικό τρόπο το Γενικό και το Τεχνολογικό Λύκειο. Με αυτό τον τρόπο όμως διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στη γενική και την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση, με τη δεύτερη να υποβαθμίζεται -και με αυτό τον τρόπο- για ακόμα μια φορά.

Στο επίπεδο του Λυκείου οι εξελίξεις είναι ακόμη πιο προβληματικές σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Καταρχάς, δυσκολεύεται κανείς να διακρίνει τι είναι «νέο» στο σχεδιασμό αυτό, καθώς είναι φανερό ότι παραμένει, με κάποιες διαφοροποιήσεις, ο διαχωρισμός σε κατευθύνσεις στο επίπεδο του Λυκείου, με τάσεις μάλιστα περαιτέρω συγκεντρωτισμού.

Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι καταργούνται ή υποβαθμίζονται μαθήματα γενικής παιδείας και μόρφωσης (π.χ. Πολιτική και Δίκαιο, Πληροφορική, Ξένες Γλώσσες) και, ειδικά στη Β΄ και στη Γ' Λυκείου, εξακολουθούν να οδηγούνται οι μαθητές/μαθήτριες σε πρώιμη εξειδίκευση, καθώς υποχρεώνονται να επιλέξουν εκπαιδευτική κατεύθυνση που ταυτόχρονα είναι και προεπαγγελματική.

Με τις εξαγγελίες για το «Νέο Λύκειο» φαίνεται κυρίως να αμφισβητείται και να υπονομεύεται η γενική μόρφωση. Ως γενική μόρφωση αντιλαμβανόμαστε ένα επαρκές και συνεκτικό σώμα γνώσεων που θα παρέχει στον μελλοντικό πολίτη τη δυνατότητα να κατανοεί την πολυπλοκότητα των προβλημάτων του φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος και να αντιμετωπίζει με θετικό τρόπο τις προκλήσεις του σήμερα θεμελιώνοντας την ανακαινιστική δράση του σε υγιείς κοινωνικές αξίες.

Το Ενιαίο Λύκειο θεωρίας και πράξης, η δική μας αντι-πρόταση, που ως δομικό πλαίσιο θα μπορούσε να υπηρετήσει αποτελεσματικά ένα τέτοιο στόχο, δεν τίθεται καν σε συζήτηση. Έτσι, είναι προφανές ότι η προτεινόμενη δομή του Λυκείου, υπηρετώντας κατά βάση τις απαιτήσεις του συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθηλώνει ταυτόχρονα το Λύκειο σε μια πρώιμη και συνολική φροντιστηριοποίηση, τουλάχιστον από τη Β΄ τάξη του. Η πρωταρχικής σημασίας απαίτηση για επαρκή και συνεκτική γενική μόρφωση, που είναι δικαίωμα κάθε παιδιού, απεμπολείται. Αυτή η βασική επιλογή οδηγεί τελικά στη διεύρυνση των μορφωτικών ανισοτήτων σε βάρος των πιο αδικημένων.

Η εισαγωγή στο πρόγραμμα του Λυκείου ενός τρίωρου ερευνητικής εργασίας (project) θα μπορούσε να έχει θετικό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία κάτω από συγκεκριμένους όρους, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ισχύουν. Στοιχειώδεις προϋποθέσεις για τη σωστή εφαρμογή του είναι η εξοικείωση με συμμετοχικές μεθόδους μάθησης από τα πρώτα χρόνια φοίτησης στο σχολείο. ηλειτουργία σε κάθε σχολική μονάδα επαρκούς και καλά οργανωμένης και εξοπλισμένης σχολικής βιβλιοθήκης, η πλήρης εργαστηριακή υποδομή και ο κατάλληλος σχετικός εξοπλισμός, η προσιτή και εύκολη για όλα τα παιδιά πρόσβαση στο Διαδίκτυο, η επαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών κ.λπ..  

Πρέπει, επίσης, να μελετηθεί προσεκτικά ο τρόπος εισαγωγής της ερευνητικής εργασίας στο εκπαιδευτικό σύστημα. Επιχειρείται η ένταξή της -για πρώτη φορά στο εκπαιδευτικό σύστημα- στην Α΄ τάξη του Λυκείου και ζητείται από τους μαθητές/μαθήτριες να προσαρμοστούν βίαια σε ένα διαφορετικό τρόπο εργασίας σε σχέση με τον παραδοσιακό, ενώ σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης σχολικής ζωής τους επί εννέα χρόνια είχαν ακολουθήσει ένα παραδοσιακό, ατομοκεντρικό και δασκαλοκεντρικό μοντέλο μάθησης.

Καθώς, λοιπόν, οι μαθητές/μαθήτριες καλούνται για πρώτη φορά να επιχειρήσουν αυτή τη ριζική ανατροπή των παραδοσιακών μεθόδων, θα ήταν παιδαγωγικά αναγκαίο αυτό να επιχειρηθεί σε ένα ασφαλές και προστατευμένο περιβάλλον, χωρίς το άγχος της βαθμολόγησης ή του συνυπολογισμού του βαθμού των σχετικών εργασιών για την πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο. Η πίεση που θα επιφέρει η προσμέτρηση του βαθμού το πιθανότερο είναι ότι θα δημιουργήσει εντάσεις στη σχολική τάξη (ποιος δουλεύει περισσότερο και ποιος όχι) και θα υπονομεύσει τη συνοχή και τη συνεργασία ανάμεσα στα μέλη της. Είναι, επίσης, σαφής ο κίνδυνος να υποβάλει πολλούς γονείς στον πειρασμό να «βοηθήσουν» τα παιδιά στην πραγματοποίηση των εργασιών. Είναι, επίσης, ακόμη πιο σοβαρός ο κίνδυνος τα μέτρα αυτά να οδηγήσουν στην άνθηση μιας προσοδοφόρου «βιομηχανίας» παραγωγής εργασιών, που θα υποκαθιστά -με το αζημίωτο, πάντα- την εργασία των μαθητών.

Παρόμοιες επιφυλάξεις εγείρονται αν εξεταστεί το θέμα και από την πλευρά των εκπαιδευτικών, που θα κληθούν να εφαρμόσουν σε γενικευμένη κλίμακα μια διαφορετική παιδαγωγική μέθοδο από την παραδοσιακή με ελάχιστη σχετική επιμόρφωση και σχετική εμπειρία.

Παράλληλα, πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για την κάλυψη των προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η ένταξη της ερευνητικής εργασίας μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες και, μεταξύ άλλων, να συμβάλει στη διεύρυνση των μορφωτικών ανισοτήτων σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας και των παιδιών που κατοικούν σε γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές.

Γενικότερα, θεωρούμε αναγκαίο να γίνουν δραστικές αλλαγές το Λύκειο τόσο ως προς το περιεχόμενο σπουδών και τους τρόπους διδασκαλίας/μάθησης όσο και ως προς τον τρόπο οργάνωσης της σχολικής ζωής σε αυτό. (Βλ. σχετικές προτάσεις μας).

Σημαντική παράμετρος του όλου σχεδιασμού της λυκειακής βαθμίδας είναι το γεγονός ότι στα κείμενα που έχουν δοθεί ως σήμερα στη δημοσιότητα δεν περιλαμβάνεται το σύστημα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Με δεδομένη, όμως, την τοποθέτηση της πολιτικής ηγεσίας για το ζήτημα αυτό στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, φαίνεται πως κινούμαστε προς ένα σύστημα πολλαπλών εξετάσεων, καθώς η πρώτη εξεταστική διαδικασία θα πραγματοποιείται για την εισαγωγή του μαθητή σε -διευρυμένη- σχολή της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η δεύτερη μετά το 1ο έτος για την επιλογή τμήματος. Είναι λοιπόν προφανές ότι όχι μόνο δεν μειώνεται ο εξεταστικός Γολγοθάς των μαθητών αλλά αυξάνεται, καθώς το Λύκειο μετασχηματίζεται ακόμη πιο δραστικά σε ένα ανταγωνιστικό και βαθμοθηρικό σχολείο. Επιπροσθέτως, ο συνυπολογισμός της τελικής βαθμολογίας των τριών τάξεων του Λυκείου (ακόμα και με χαμηλό συντελεστή) θα επιτείνει την ανασφάλεια των μαθητών και τη συνακόλουθη βαθμοθηρία. Επομένως, όχι μόνο δε θα μειωθεί ο αριθμός των μαθητών που θα παρακολουθούν φροντιστήρια ή η χρονική τους διάρκεια, αλλά θα προκύψουν ενισχυμένα και «πανεπιστημιακά φροντιστήρια», για να προετοιμάσουν τους φοιτητές/φοιτήτριες για τις εξετάσεις του 1ου πανεπιστημιακού έτους.

Συνολικά, οι συνέπειες αυτής της εκπαιδευτικής πολιτικής είναι καταλυτικές:

  • Υποβάθμιση της γενικής μόρφωσης και της ανθρωπιστικής παιδείας, και ενίσχυση της στροφής προς την πρώιμη εξειδίκευση και την εκμάθηση δεξιοτήτων.
  • Καθιέρωση ως κυρίαρχων των κοινωνικών αξιών και των προτύπων της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας.
  • Ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων και διακρίσεων και περιορισμός της κοινωνικής κινητικότητας μέσω της εκπαίδευσης.
  • Παροχή απλής κατάρτισης και πιστοποιημένων δεξιοτήτων σε ένα χαώδες σύμπαν αποσπασματικών πληροφοριών, που αδυνατούν να συγκροτηθούν σε συμπαγές και κριτικό εργαλείο κατανόησης του εαυτού, της κοινωνίας και του κόσμου.
  • Ενίσχυση της διαδικασίας μετατροπής της εκπαίδευσης από δημόσιο κοινωνικό αγαθό και υποχρέωση του κράτους σε εμπόρευμα.
  • Προώθηση της ιδιωτικοποίησης σε όλο το εκπαιδευτικό φάσμα και δραστική μείωση των δημόσιων επενδύσεων.
  • Στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης, της επιστήμης, της έρευνας και της τεχνικής με τις επιδιώξεις των αγορών και την ανάγκη ανταγωνισμού των επιχειρήσεων.

 

Για το νέο «Τεχνολογικό Λύκειο»

Η Υπουργός Παιδείας εξήγγειλε ταυτόχρονα και την «αναβάθμιση» της επαγγελματικής εκπαίδευσης με το Τεχνολογικό Λύκειο. Αναβάθμιση, όμως, που δεν απαντά στις σύγχρονες ανάγκες της ΤΕΕ και της ελληνικής κοινωνίας, καθώς είναι βασισμένηστις ανάγκες της αγοράς και των επιχειρήσεων. Άλλωστε, η υφυπουργός Παιδείας δήλωσε: «Διασφάλιση της ποιότητας στην Εκπαίδευση σημαίνει να κάνουμε πιο ελκυστική την μαθησιακή διαδικασία για τους εκπαιδευόμενους, αλλά να τη συνδέσουμε και με τις τοπικές αγορές εργασίας. Δεν θα υπολογίσουμε το πολιτικό κόστος στην προσπάθειά μας να διασφαλίσουμε την ποιότητα».

Καταρχάς, είναι ριζική η διαφωνία μας με το «διπλό δίκτυο» που εγκαθιδρύει η κυβέρνηση στο επίπεδο του Λυκείου στη θέση του τριπλού εκπαιδευτικού δικτύου της Νέας Δημοκρατίας. Το διπλό δίκτυο ενισχύει τις κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες σε σύγκριση με το Ενιαίο Σχολείο, το οποίο θα μπορούσε να τις αμβλύνει κάτω από κατάλληλες συνθήκες και όρους.

Κριτική στο προτεινόμενο Τεχνολογικό Λύκειο

-Σύμφωνα με τις εξαγγελίες, δημιουργείται ένα νέο Τεχνολογικό Λύκειο και έτσι «καταργείται ο διαχωρισμός της ΤΕΕ σε ΕΠΑ.Λ. και ΕΠΑ.Σ.». Με αυτό τον τρόπο είναι γεγονός ότι δημιουργείται ένας μόνο τύπος Λυκείου για την ΤΕΕ. Ταυτόχρονα, όμως, και παρά το γεγονός ότι θα δημιουργηθούν «Τμήματα Ειδίκευσης Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, εντός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και ενταγμένα στη  λειτουργία του Τεχνολογικού Λυκείου», ουσιαστικά υπονομεύονται οι προτάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος, γιατί διαπιστώνουμε ότι συνεχίζεται και διευρύνεται η πολιτική της πολυδιάσπασης της ΤΕΕ με τη μη ένταξη όλων των σχολών που προσφέρουν τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση στο Υπουργείο Παιδείας. Σήμερα, ενώ το Υπουργείο Παιδείας με τη νέα του μορφή έχει ενσωματώσει στο πλαίσιό του και τη «διά βίου μάθηση», όχι μόνο αφήνει έξω από την ευθύνη του τις διάφορες επαγγελματικές σχολές (ΕΠΑΣ) που ανήκουν στην αρμοδιότητα άλλων υπουργείων, αλλά θεσμοθετεί τη δυνατότητα να ιδρύονται Τεχνολογικά Λύκεια από άλλα Υπουργεία ή ΝΠΔΔ (π.χ. Υπουργείο Ανάπτυξης-ΟΑΕΔ, τουρισμού, υγείας κ.λπ.)! Αυτή η απαράδεκτη ρύθμιση θα διαχωρίσει ακόμα περισσότερο τη δευτεροβάθμια ΤΕΕ και θα επιτείνει τη σύγχυση με τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων. Η δευτεροβάθμια τεχνική – επαγγελματική εκπαίδευση, πολύ περισσότερο όταν ανήκει στη λυκειακή βαθμίδα, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο των άλλων Υπουργείων.

θεσμοθέτηση του έτους ειδίκευσης υπονομεύεται από το γεγονός πως οι μαθητές, για να λάβουν πτυχίο επιπέδου «3», θα πρέπει να συμμετάσχουν σε νομαρχιακές ή πανελλαδικές εξετάσεις πιστοποίησης. Έτσι, όχι μόνο υπονομεύεται το ίδιο το σχολείο, που δεν θα παρέχει ουσιαστικά με τις δικές του εκπαιδευτικές διαδικασίες το πτυχίο, αλλά ταυτόχρονα ανοίγεται η ευκαιρία να αναπτυχθούν και σε αυτόν τον τομέα τα φροντιστήρια και η παραπαιδεία. Η εξαγγελία πως οι απόφοιτοι των τμημάτων ειδίκευσης θα «έχουν πρόσβαση στα ΤΕΙ, χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις, με κριτήρια που θα οριστούν από το Υπουργείο Παιδείας και τα ΤΕΙ», είναι παραπλανητική, αφού για να πάρουν αυτοί το πτυχίο τους θα δίνουν νομαρχιακές ή πανελλαδικές εξετάσεις! Επιπρόσθετα, ο προβλεπόμενος ελάχιστος αριθμός των μαθητών (15) προκειμένου να δημιουργηθεί τμήμα ειδίκευσης είναι μεγάλος και θα έχει σαν αποτέλεσμα να μη λειτουργήσουν τμήματα για διάφορες ειδικότητες σε πολλές περιοχές της χώρας.

-Επιχειρείται πλήρης σύνδεση των σκοπών και του περιεχομένου του Τεχνολογικού Λυκείου με τις ανάγκες της αγοράς και των επιχειρήσεων. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τις παρακάτω ρυθμίσεις:

  • Από τον τρόπο θεσμοθέτησης των τομέων και ειδικοτήτων. Όπως αναφέρεται στην πρόταση του Υπουργείου (κεφ. 10), «Η θεσμοθέτηση των Τομέων και των Ειδικοτήτων του Τεχνολογικού Λυκείου, σε κεντρικό επίπεδο, γίνεται από το Συμβούλιο Διά Βίου Μάθησης και Σύνδεσης με την Απασχόληση (άρθρο 5 του Ν. 3879/2010), του οποίου οι αρμοδιότητες διευρύνονται για να καλύψουν και τα θέματα της Δευτεροβάθμιας Τεχνικής - Επαγγελματικής Εκπαίδευσης».1 Στο συμβούλιο αυτό συμμετέχουν οι εργοδοτικές και εργατικές τριτοβάθμιες οργανώσεις ΣΕΒ, ΓΕΣΕΒΕ, ΠΑΣΕΓΕΣ, ΕΒΕΑ, ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ κ.λπ.. Δεν προβλέπεται καθόλου, όμως, η συμμετοχή των εκπαιδευτικών φορέων όπως η ΟΛΜΕ.
  • Από τον τρόπο λειτουργίας των τομέων και ειδικοτήτων σε κάθε Τεχνολογικό Λύκειο. Όπως αναφέρεται στην πρόταση του Υπουργείου (κεφ. 9), η έγκριση της λειτουργίας Τομέων και Ειδικοτήτων θα γίνεται από το ΥΠΔΒΜΘ, κατόπιν θετικής εισήγησης από το Περιφερειακό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση σε αυτό της περιφερειακής επιτροπής του άρθρου 7 του Ν. 3879/2010, που διευρύνεται σε «Περιφερειακή Επιτροπή Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης». Στην Επιτροπή αυτή, σύμφωνα με το Ν. 3879/10, «συμμετέχουν εκπρόσωποι των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών και των λοιπών κοινωνικών φορέων που αντιστοιχούν στους αναπτυξιακούς τομείς της Περιφέρειας, εκπρόσωπος της αντίστοιχης Περιφερειακής Ένωσης Δήμων και εκπρόσωπος των Κ.Π.Α. της Περιφέρειας που ορίζεται από τον Ο.Α.Ε.Δ.».
  • Από το ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν τα Τεχνολογικά Λύκεια και τα ΣΕΚ σε τοπικό επίπεδο. Όπως αναφέρεται στην πρόταση του Υπουργείου (κεφ. 6), «Οι εκπαιδευτικές μονάδες, τα Σ.Ε.Κ. και το εκπαιδευτικό προσωπικό μπορούν μαζί με άλλους κρατικούς φορείς, οι οποίοι υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, να αποτελέσουν ένα σημαντικό κύτταρο της διά βίου μάθησης και της αρχικής και συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης, στην τοπική κοινωνία. Οι μονάδες της Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, λόγω της ιδιαίτερης δομής τους, διαθέτουν ευρύ πεδίο συνεργασίας και ανάπτυξης κοινών δράσεων με τους συλλόγους γονέων, την τοπική αυτοδιοίκηση, τους συνεταιρισμούς, τις επαγγελματικές και επιστημονικές ενώσεις και επιμελητήρια, τις εργοδοτικές οργανώσεις, τις Μ.Κ.Ο., τους πολιτιστικούς φορείς κ.λπ.».

-Τα πτυχία και τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων ουσιαστικά υπονομεύονται, μια και εντάσσονται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Μεταφοράς Πιστωτικών Μονάδων (ECVET). Με αυτό το σύστημα θα μπορεί κάποιος, χωρίς να είναι πτυχιούχος του Τεχνολογικού Λυκείου και του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος, να αποκτά επαγγελματικά δικαιώματα λαμβάνοντας «πιστωτικές μονάδες» από τον υπολογισμό ποικίλων σεμιναρίων, εργασιακής εμπειρίας, πιστοποίησης δεξιοτήτων κ.λπ.

-Είναι φανερό πως επιχειρείται η ένταξη της ΤΕΕ στις διαδικασίες που προβλέπονται από τον «Καλλικράτη» και το νόμο για τη διά βίου μάθηση (ν. 3879/10), για να ενταχθεί και η δευτεροβάθμια ΤΕΕ στις ανάγκες της τοπικής αγοράς και των συμφωνιών για εκπαιδευτικά προγράμματα μεταξύ Δήμων, Περιφερειών και ιδιωτών.«Τα Τεχνολογικά Λύκεια, σε συνδυασμό με τα Σχολικά Εργαστηριακά Κέντρα, δημιουργούν ισχυρούς και πολυδύναμους πόλους παροχής γνώσεων και δεξιοτήτων, για την κάλυψη των τοπικών εκπαιδευτικών αναγκών και στον τομέα της Διά Βίου Μάθησης», είχε δηλώσει στις 21/12/10 η Υπουργός Παιδείας. Έτσι, η κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων βρίσκεται ξανά στον αέρα, μια και συνδέεται η ΤΕΕ με το νόμο της διά βίου μάθησης, που ουσιαστικά προβλέπει την αποδόμηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχίων. Άλλωστε, μέχρι σήμερα, παρά τις εξαγγελίες και της νυν Υπουργού Παιδείας, μόλις για 24 από τις 52 υπάρχουσες ειδικότητες των ΕΠΑΛ και των ΕΠΑΣ υφίστανται αναγνωρισμένα επαγγελματικά δικαιώματα.

-Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν ανήκει στους βασικούς στόχους του Τεχνολογικού Λυκείου (κεφ. 7 της πρότασης του Υπουργείου). Η δυνατότητα συνέχισης σπουδών, κυρίως στα ΑΤΕΙ, θεσμοθετείται μόνο «για λόγους ισότητας ευκαιριών, κοινωνικής κινητικότητας και δικαιοσύνης, καθώς και για λόγους ιστορικής συνέχειας»! Ενώ προβλέπεται πως «το ΥΠΔΒΜΘ ορίζει το ποσοστό των εισακτέων με ειδικές εξετάσεις στα Τ.Ε.Ι., το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι μικρότερο του ποσοστού που προσδιορίζεται από την πληθυσμιακή συμμετοχή των μαθητών της Γ΄ τάξης του Τεχνολογικού Λυκείου, σε σχέση με το συνολικό αριθμό των μαθητών της Γ΄ τάξης Γενικού και Τεχνολογικού Λυκείου», η δυνατότητα πρόσβασης περιορίζεται ξανά, αφού οι υποψήφιοι θα μπορούν να εισάγονται μόνο σε «τμήματα αντίστοιχα του τομέα της ειδικότητάς τους». Στενεύει με αυτό τον τρόπο τον ορίζοντα επιλογών των μαθητών και ανατρέπει στην πράξη αυτό που ισχυρίζεται το Υπουργείο, ότι δηλαδή το «απολυτήριο του Τεχνολογικού είναι ισότιμο με του Γενικού Λυκείου». Αυτή η ρύθμιση, που ίσχυε και τα προηγούμενα χρόνια, οδήγησε στην πράξη στη μείωση των θέσεων που δίνονταν στους αποφοίτους της ΤΕΕ. Από την άλλη μεριά, στον αέρα είναι η ρύθμιση για τα «τμήματα γενικής παιδείας» που θα επιλέγουν οι μαθητές που επιθυμούν να έχουν πρόσβασης σε ΑΕΙ και ΑΤΕΙ μαζί με τους απόφοιτους των Γενικών Λυκείων.

-Μειώνεται η γενική παιδεία στο Τεχνολογικό Λύκειο τόσο σε σχέση με τά ΕΠΑΛ, μέτρο που και αυτό ουσιαστικά ακυρώνει και την ισοτιμία των τίτλων των λυκείων αλλά και τη δυνατότητα πρόσβασης στη τριτοβάθμια εκπαίδευση, ιδίως στα ΑΕΙ. Ουσιαστικά επιστρέφουμε στις αναλογίες μαθημάτων γενικής παιδείας – ειδικοτήτων των ΤΕΕ. Εξαφανίζονται απολύτως αναγκαίες επιστήμες όπως οι φυσικές (σε Β΄ και Γ΄ Λυκείου) και άλλα μαθήματα γενικής παιδείας όπως η φυσική αγωγή στη Γ΄ Λυκείου κ.λπ. Να σημειώσουμε εδώ το αντιφατικό (τουλάχιστον)πως, ενώ μειώνονται τα μαθήματα γενικής παιδείας στο λύκειο, ορίζεται πως θα διδάσκονται μαθήματα γενικής παιδείας στο μεταλυκειακό έτος ειδίκευσης!

-Η θεσμοθέτηση πρακτικής άσκησης, αλλά κυρίως της μαθητείας στο 3ο και το 4ο έτος (ειδίκευσης), θα προσφέρει φτηνό εργατικό δυναμικό στους εργοδότες. Θεωρούμε απαράδεκτο οι θεσμοί αυτοί να αντικαθιστούν την παροχή εκπαίδευσης λυκειακού επιπέδου. Οι θεσμοί αυτοί μπορούν να παίξουν το ρόλο τους μετά την αποφοίτηση από το Τεχνολογικό Λύκειο. Διαφορετικό πράγμα, βέβαια, είναι οι θεσμοθετημένες επισκέψεις των μαθητών με τη συνοδεία των εκπαιδευτικών τους σε εργασιακούς χώρους, που, ειδικά σε ορισμένες ειδικότητες, είναι αναγκαίες, και διαφορετικό πράγμα είναι η μετατροπή του Λυκείου σε ένα εξειδικευμένο κέντρο φτηνής και ευέλικτης κατάρτισης.

Έντονη επιφύλαξη προκαλεί και η εξαγγελία ότι θα «γίνει αξιολόγηση κάθε ΕΠΑ.Λ. και κάθε ΕΠΑ.Σ. χωριστά». Αν αυτό συνδυαστεί με την πολιτική των συγχωνεύσεων σχολικών μονάδων και την ευελιξία των παρεχόμενων επαγγελματικών ειδικοτήτων σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς, είναι άμεσα αντιληπτό το αντιεκπαιδευτικό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής.

Περιττεύει, βέβαια, να σημειώσουμε πως δε γίνεται καμία αναφορά στην αναγκαιότητα να αυξηθεί η χρηματοδότηση του νέου Τεχνολογικού Λυκείου.

Τέλος, θεωρούμε απαράδεκτη την πολιτική της «αριστείας» και της επιλεκτικής διάκρισης, που ακολουθείται και στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση με την εξαγγελία της δημιουργίας «πρότυπων/πειραματικών» Τεχνολογικών Λυκείων.

 


Οι προτάσεις του Συνασπισμού για το Λύκειο και την ελεύθερη πρόσβαση δημοσιεύονται στο πρόγραμμα-συμβολή του Συν στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ : « Για την Αριστερά του 21ου αι.»


Τμήμα Παιδείας