Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
13/02/2013

Ομιλία της εισηγήτριας του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ Βασιλικής Κατριβάνου στη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης για το ν/σ «Νόμος περί Ναρκωτικών και άλλες διατάξεις»

Μετά από πολλές καθυστερήσεις ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για το νομοσχέδιο «περί ναρκωτικών», ένα νομοσχέδιο πολύπαθο, που στο παρελθόν έχασε αρκετές φορές τον δρόμο για την Ολομέλεια.

Ξεκινάω με μια πρώτη συνολική εκτίμησή μας: Το νομοσχέδιο αποπειράται να ρυθμίσει σημαντικά προβλήματα σχετικά με την αντιμετώπιση των χρηστών από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά και την οργάνωση των φορέων που δραστηριοποιούνται στο χώρο των εξαρτήσεων και τη χάραξη πολιτικής. Ταυτόχρονα, είναι σαφές για μας ότι δεν αποτελεί μια συνολική πρόταση για αντιμετώπιση του προβλήματος της εξάρτησης από ουσίες. Θα προσπαθήσω, στη συνέχεια, να παρουσιάσω συνοπτικά τα θετικά σημεία και να επισημάνω τα προβλήματα, όπου μπορούν –και πρέπει– να γίνουν διορθώσεις.

Πριν περάσουμε όμως στην εξέταση των συγκεκριμένων σημείων, είναι απαραίτητο να δούμε το πλαίσιο στο οποίο θα εφαρμοστεί ο νόμος, εάν και εφόσον ψηφιστεί. Και είναι απαραίτητο γιατί, για παράδειγμα, οι προτάσεις για ανάπτυξη προγραμμάτων εντός των φυλακών –προτάσεις που μας βρίσκουν σύμφωνους–, καθώς και η ανάδειξη της θεραπείας ως της καλύτερης επιλογής από την πλευρά της πολιτείας, κινδυνεύουν να μείνουν κενό γράμμα εάν δεν συνοδευτούν από πρόβλεψη για τον τρόπο υλοποίησής τους, εάν δεν δεσμευτούν πόροι για τη χρηματοδότηση των δομών που θα υλοποιούν τα προγράμματα. Και ξέρουμε ότι ήδη η λειτουργία των προγραμμάτων εντός φυλακών βρίσκεται σε οριακό σημείο: οι επαγγελματίες που δουλεύουν στο δύσκολο περιβάλλον των φυλακών δεν είναι αρκετοί για να αντιμετωπίσουν τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες για υποστήριξη κρατουμένων, ενώ οι σοβαρές ελλείψεις στο φυλακτικό προσωπικό έχουν άμεσο αποτέλεσμα τη δυσκολία στη συνεργασία με τα θεραπευτικά προγράμματα που ήδη λειτουργούν.

Ας δούμε λοιπόν με συντομία την υπάρχουσα κατάσταση.

Η υπάρχουσα κατάσταση.Ελλιπής χρηματοδότηση, εμπάργκο στις προσλήψεις, περικοπές και απειλούμενες απολύσεις στις δομές θεραπείας και απεξάρτησης: αυτό, με λίγα λόγια, είναι το σκηνικό στο οποίο οι φορείς και οι εργαζόμενοι καλούνται σήμερα να δώσουν τη μάχη με το πρόβλημα της εξάρτησης. Με την εφαρμογή των Μνημονίων, ο τομέας της κοινωνικής φροντίδας έχει βρεθεί στο στόχαστρο. Τελευταία κρούσματα, οι καθυστερήσεις της μισθοδοσίας στον ΟΚΑΝΑ, η εφαρμογή με ισοπεδωτικό τρόπο του ενιαίου μισθολογίου στους φορείς, η ένταση της ανασφάλειας για τους εργαζόμενους στα Κέντρα Πρόληψης και όχι μόνο.Την ίδια στιγμή, καθώς η κρίση εντείνεται, οι φυλακές γεμίζουν ολοένα και περισσότερο, μετατρεπόμενες σε αποθήκες, με τον υπερπληθυσμό να εξαφανίζει την όποια πιθανότητα ύπαρξης ανθρώπινων συνθηκών.

Όπως επισημαίνει και η αιτιολογική έκθεση, «4.235 από ένα σύνολο 12.297 κρατουμένων ανήκαν στην κατηγορία με καταδίκες που άμεσα αφορούν τα ναρκωτικά, ενώ πολλοί επιπλέον κρατούνται για εγκλήματα εμμέσως πλην σαφώς συνδεόμενα με τη διάδοση των ναρκωτικών (κλοπές, ληστείες, πλαστογραφίες, κλπ.)». Ο αριθμός των κρατουμένων που σχετίζονται με τις ουσίες ξεπερνάει, εν τέλει, σημαντικά το 50% του συνόλου.

Είναι σαφές, λοιπόν, πως μια νομοθετική μεταρρύθμιση ήταν, εδώ και χρόνια, εξαιρετικά αναγκαία και επείγουσα. Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο καθυστέρησε υπερβολικά ενώ, ταυτόχρονα, όσο καθυστερεί συντηρικοποιείται και χάνει σε πολλά σημεία την ουσία του.

Τα θετικά σημεία. Προχωρώ τώρα στο περιεχόμενο. Εκτιμάμε, καταρχήν, ότι το παρόν σχέδιο αποτελεί θετικό βήμα που αφορά άμεσα περίπου 7.000 συνανθρώπους μας και τις οικογένειές τους, ενώ έμμεσα επηρεάζει ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας.

Το πρώτο και σημαντικότερο θετικό, για μας, είναι ότι, για πρώτη φορά, έχουμε ένα νόμο που δεν χρησιμοποιεί ως μόνο μέσο αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών την καταστολή, αλλά εισάγει και έναν εναλλακτικό δρόμο: τη θεραπεία και την απεξάρτηση ως μέσο αντιμετώπισης και της παραβατικότητας που συνδέεται με τη χρήση. Λαμβάνει δηλαδή για πρώτη φορά υπόψη τη διεθνή εμπειρία των πολιτικών κατά των ναρκωτικών, οι οποίες βασίζονται στη θεραπεία και την απεξάρτηση για την απεμπλοκή του χρήστη από την παραβατικότητα, με σημαντικά αποτελέσματα. Ειδικότερα:

* Το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει σε πολλά σημεία την ειδική κατάσταση εξάρτησης στην οποία βρίσκεται ο χρήστης, γιΆ αυτό και του επιφυλάσσει ειδική, ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση. Θεωρούμε θετικό ότι μορφές διακίνησης για την εξυπηρέτηση της προσωπικής χρήσης έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, παρότι παραμένει μεγάλο το εύρος της ποινής (μέχρι 5 χρόνια) (άρθρο 21). Επίσης, θετική είναι η μη εγγραφή στο Ποινικό Μητρώο των περί τη χρήση παραβάσεων (άρθρο 29 παρ. 3 αλλά και 35 παρ 4). Σε αντίθεση, ο νόμος προβλέπει αυστηρότερες ποινές για το μη χρήστη έμπορο διακινητή.

* Επίσης, προβλέπει τη λειτουργία προγραμμάτων απεξάρτησης και θεραπείας σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας και μέσα στη φυλακή. Ειδικότερα, κομβικής σημασίας είναι η πρόβλεψη για την ένταξη σε πρόγραμμα απεξάρτησης του χρήστη αντί της προφυλάκισής του, κατά την προδικασία (άρθρο 31). Θετική θεωρούμε επίσης τη ρητή πρόβλεψη για συμμετοχή σε πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης του χρήστη μέσα στη φυλακή (άρθρα 31, 34, 35), αφού δίνεται έτσι η δυνατότητα σε ανθρώπους εξαρτημένους να παρακολουθήσουν θεραπευτικό πρόγραμμα, ακόμη και αν δεν είχαν ξεκινήσει πριν. Σημαντική, ακόμα, είναι η λειτουργία προγραμμάτων για τη χορήγηση υποκατάστατων μέσα στη φυλακή, πρόβλεψη που θα συντελέσει στη μείωση της βλάβης, θα συμβάλει στην καλυτέρευση της υγείας του χρήστη αλλά και στη διασφάλιση της αξιοπρέπειάς του.

* Εξαιρετικά σημαντική είναι η πρόβλεψη ότι ο κρατούμενος που έχει παρακολουθήσει επιτυχώς πρόγραμμα απεξάρτησης θα απολύεται με ευνοϊκότερους όρους, δηλαδή όταν έχει εκτίσει το 1/5 της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρώσει το πρόγραμμα απεξάρτησης (άρθρο 35). Γιατί, όπως αναγνωρίζουν όλοι οι ειδικοί επιστήμονες και φορείς, η απεξάρτηση είναι επιτυχής όταν γίνεται εκτός της φυλακής, μέσα στην κοινωνία. ¶λλωστε, η θέση του χρήστη είναι σε θεραπευτικό κέντρο και όχι στη φυλακή. Και είναι σημαντικό ότι άνθρωποι που απέκτησαν κίνητρο για αλλαγή και απεξάρτηση μέσα στη φυλακή θα μπορέσουν να κάνουν χρήση των ευεργετικών διατάξεων, κάτι που δεν ισχύει σήμερα.

* Εισάγεται σωστότερος τρόπος για τη διάγνωση της εξάρτησης, τόσο κατά την αρχική επαφή με τις αρχές όσο και μέσα στη φυλακή (η διάγνωση δεν εξαντλείται σε μια απλή εργαστηριακή εξέταση, την περιβόητη πραγματογνωμοσύνη, που μπορεί να δείχνει μόνο την πρόσφατη χρήση, αλλά προβλέπει και την αξιολόγηση άλλων ευρημάτων που καλύπτουν μεγαλύτερα διαστήματα: πιστοποιητικά από φορείς απεξάρτησης, κοινωνικής στήριξης, νοσοκομεία κλπ.) (άρθρο 30)

* Τέλος, διαφαίνεται από τον νόμο μια πρώτη απόπειρα στην κατεύθυνση ενός κεντρικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών σε  πιο πλουραλιστικό και διαφανές πλαίσιο. Συστήνονται, γιΆ αυτό, δύο πολυπρόσωπα όργανα (μια Διυπουργική Επιτροπή και μια Εθνική Επιτροπή Σχεδιασμού και Συντονισμού υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας), ενώ προβλέπεται Εθνικός Συντονιστής με πενταετή θητεία, ανεξάρτητα από την εναλλαγή των κυβερνήσεων.

Θεωρούμε σημαντικό ότι αναγνωρίζεται η ανάγκη χάραξης πολιτικής, καθώς μέχρι σήμερα η πολιτική για τα ναρκωτικά σε εθνικό επίπεδο ήταν ανύπαρκτη: δεν υπήρχε εθνικό σχέδιο δράσης, ούτε συνέχεια στη χρηματοδότηση, ούτε συγκεκριμένη στόχευση.

Τα προβλήματα και οι αγκυλώσεις.Ωστόσο,παρά τις θετικές προβλέψεις που αναφέραμε, το σχέδιο νόμου διατηρεί αγκυλώσεις, εμμένει σε προβληματικές προσεγγίσεις και περιέχει αόριστες διατάξεις, που μπορεί να εφαρμοστούν αυθαίρετα, οδηγώντας σε υπέρμετρη ποινικοποίηση. Συγκεκριμένα:

Η μεγαλύτερη αγκύλωση, η οποία μάλιστα έρχεται σε αντίθεση με τη συλλογιστική που αποτυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση είναι, κατά τη γνώμη μας, η διατήρηση της ποινικοποίησης της χρήσης (άρθρο 29). Δεν θα το αναπτύξω εδώ αλλά είναι πασίδηλο ότι  η χρήση από μόνη της προξενεί βλάβη μόνο στον ίδιο το υποκείμενο. Ο χρήστης χρειάζεται βοήθεια από την Πολιτεία και όχι τιμωρία.

* Το σχέδιο νόμου διατηρεί μεγάλο εύρος ποινής για το βασικό αδίκημα της διακίνησης (άρθρο 20: 5 έως 20 χρόνια), αφήνοντας μεγάλα περιθώρια για αυθαίρετη κρίση και  υπέρμετρη ποινικοποίηση. Αποκλίνει, έτσι, από τις βασικές κατευθύνσεις που έχουν αποτυπωθεί στην απόφαση 757/2004 του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία για το αντίστοιχο αδίκημα προτείνει ποινές πολύ χαμηλότερες αλλά και με μικρότερο εύρος. Αντίστοιχα προβληματικές και αόριστες διατάξεις διευρύνουν υπερβολικά το αξιόποινο και επισύρουν σοβαρότατες ποινές (μέχρι και ισόβια) (αναφέρομαι στις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. α αλλά και στα 24 και 25).

* Η πρόβλεψη και χρηματικής ποινής είναι υπερβολική (αφού υπάρχει η δήμευση ή η κατάσχεση), και μάλιστα ωθεί σε νέα παραβατικότητα, ενώ κρατά τον καταδικασθένα σε μόνιμη ομηρεία, εξοντώνοντας τον ίδιο και την οικογένειά του.

* Παρότι η θέσπιση πολυπρόσωπων οργάνων και Εθνικού Συντονιστή αποτελεί θετική εξέλιξη, τίθενται σοβαρότατα ζητήματα ως προς την επιλογή του προσώπου του ΕθνικούΣυντονιστή από τον Υπουργό. Θα πρέπει, ακόμα, να αποτυπωθεί στο νόμο η ολιστική προσέγγιση και πολιτική κατά των ναρκωτικών με την ισότιμη συμπερίληψη όλων των εμπλεκόμενων φορέων και με θεσμικές δεσμεύσεις και εγγυήσεις για τη διάρκεια και την αποτελεσματικότητα των δράσεών τους (όπως τα κέντρα πρόληψης).

*Τέλος, η γενικόλογη αναφορά σε συμμετοχή ιδιωτών χωρίς αυστηρά πλαίσια εγγυήσεων, και μάλιστα σε ένα τόσο ευαίσθητο τομέα, όπως η απεξάρτηση και η θεραπεία, εγκυμονεί κινδύνους για εμπορευματοποίηση εξειδικευμένων ιατρικών υπηρεσιών και εκμετάλλευσης τόσο των θεραπευόμενων όσο και του συστήματος (έχουμε άλλωστε δεινή εμπειρία εκμετάλλευσης προγραμμάτων από ιδιώτες). Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διασφαλίζεται, για όλους, το δικαίωμα σε δωρεάν και προσήκουσα απεξάρτηση και θεραπεία χωρίς αποκλεισμούς.

***

Συνοψίζοντας, θεωρούμε ότι το παρόν σχέδιο νόμου, συνιστά, επί της αρχής, ένα θετικό βήμα που μας βγάζει από τον Μεσαίωνα· ωστόσο, θα πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για να διανύσουμε την απόσταση μέχρι τον 21ο αιώνα. Ως προς την εφαρμογή του, εκτός από τα συγκεκριμένα προβληματικά σημεία που ανέφερα, το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η συνολική  κυβερνητική πολιτική που διαλύει την κοινωνική συνοχή και το κοινωνικό κράτος. Ποια περιθώρια αισιοδοξίας μπορούμε να έχουμε, όταν το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας συρρικνώνεται, όταν ο κοινωνικός αποκλεισμός εντείνεται, επίσημα και ανεπίσημα, όταν οι ευάλωτες ομάδες νιώθουν κάθε μέρα υπό διωγμό;

 

Ως προς το Β μέρος-τροποποιούμενες διατάξεις. Ολοκληρώνω με το β΄ μέρος του σχεδίου νόμου.

Για μια ακόμη φορά συναντάμε τη συνήθη απαράδεκτη πρακτική της κυβέρνησης να εντάσσε, και μάλιστα σε ένα τόσο απαιτητικό και σημαντικό σχέδιο νόμου, πλήθος άσχετων διατάξεων. Η πρακτική αυτή απαξιώνει την κοινοβουλευτική διαδικασία, ιδιαίτερα δε όταν εισάγονται διατάξεις που χαρακτηρίζονται από προχειρότητα, αποσπασματικότητα και αοριστία. Αναφέρομαι ενδεικτικά σε ορισμένες, ενώ θα τοποθετηθούμε αναλυτικά στην κατΆ άρθρον διαδικασία:

* Οι διατάξεις για την επιβαρυντική περίσταση της επιμέτρησης της ποινής για τα εγκλήματα ρατσιστικής βίας (άρθρο 68).Σφάλματα στον ορισμό, ο οποίος δεν περιλαμβάνει τα εγκλήματα που τελούνται για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Επίσης, δεν προβλέπεται καμία πρόνοια για τα θύματα, ενώ η προστασία τους (και μάλιστα από άμεση σύλληψη και απέλαση) θα έπρεπε να συνιστά βασικό ζήτημα.

* Αοριστία και επικίνδυνη σύγχυση στις διατάξεις που προβλέπουν την αυστηροποίηση των ποινών στο νόμο περί όπλων, όπως ληστεία και ληστεία μετά φόνου (άρθρα 72β,72γ).

* Η τροπολογία για τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων κατηγορουμένων, αντανακλά την προχειρότητα και υποδεικνύει την αυθαιρεσία στη χρήση και επεξεργασία τους. Επαναλαμβάνει στην ουσία ως δήθεν «εγγύηση» το υπάρχον μοντέλο του ελέγχου από την εισαγγελική αρχή, το οποίο απεδείχθη προβληματικό και οδήγησε στο διασυρμό δεκάδων προσώπων (οροθετικές, διαδηλωτές κλπ.), ανατρέποντας κάθε τεκμήριο αθωότητας και προστασίας των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Η θέση μας, λαμβάνοντας υπΆ όψη και τη συστηματική κατάχρηση της εφαρμογής της διάταξης, είναι η απόλυτη απαγόρευση της δημοσιοποίησης των στοιχείων του κατηγορουμένου.

* Η ανάθεση στο προσωπικό φύλαξης αρμοδιοτήτων των σωφρονιστικών υπαλλήλων δεν μπορεί παρά να είναι προβληματική και επιδεκτική αυθαιρεσιών.

* Τέλος, απόλυτα απαξιωτική της κοινοβουλευτικής διαδικασίας είναι η απoσπασματική συμπερίληψη τροπολογιών του Σωφρονιστικού Κώδικα, ενώ μάλιστα συνεχίζεται η διαδικασία επεξεργασίας του από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.