Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
19/07/2013

Ομιλία της βουλευτή Βʼ Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ Νάντιας Βαλαβάνη στην Ολομέλεια της Βουλής για το νομοσχέδιο για τη ΝΕΡΙΤ ΑΕ.

Μελετώντας το ν-σχ για τη ΝΕΡΙΤ ΑΕ, «μια νέα νομική προσωπικότητα», σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση, μου ήρθαν στο μυαλό τα λόγια ενός επιχειρηματία, ενός εργοστασιάρχη που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην πάλη για τη παγκόσμια χειραφέτηση της εργαζόμενης συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας: «Οι νομικές σχέσεις, όπως και οι μορφές του κράτους, δεν μπορούν να ερμηνευτούν από μόνες τους, αλλά έχουν τις ρίζες τους στις υλικές συνθήκες της ζωής.»

Οι νομικές σχέσεις, που εκφράζει η ΕΡΤ, είναι όντως παρωχημένες. Ήδη από το 1989, όταν στις «υλικές συνθήκες της ζωής» προστέθηκε η λεγόμενη τότε «ελεύθερη τηλεόραση» που, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν παρά η τηλεόραση του μεγάλου ελληνικού και ξένου ιδιωτικού κεφαλαίου. Στις «υλικές συνθήκες της ζωής» παρεισέφρησε επίσης η πραγματικότητα της κρίσης και της πολιτικής των Μνημονίων και της Τρόικας για δραστική συρρίκνωση οποιουδήποτε τμήματος του δημόσιου τομέα μπορεί να αναλάβει με κέρδος ο ιδιωτικός. Οι 2.500 απολύσεις, που εγκαινίασαν την πολιτική του «ξαφνικού θανάτου» επίσης σε εκπαιδευτικούς, δημοτικούς αστυνομικούς και σχολικούς φύλακες, υπήρξαν extra bonus.

Δε θέλω να σταθώ σε γνωστά κωμικοτραγικά επιχειρήματα Υπουργών, που αποτυπώνονται και στην Αιτιολογική Έκθεση, για τη «διάβρωση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα από τον πολιτικό-κρατικό εναγκαλισμό». Αν δεν ήταν τόσο γκροτέσκα η κατάσταση που δημιούργησε η κυβέρνηση, εδώ θα γελάγαμε. Γιατί αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί μόνο ως αυτοκριτική του μέχρι πέρυσι δικομματισμού. Και, βεβαίως, ως αυτοκριτική του ίδιου του κ. Κεδίκογλου, καθώς αυτός ήταν υπεύθυνος για την ΕΡΤ: Όταν από τις 21.8.2012 άρχισαν να συμπληρώνονται οι μερικές δεκάδες των «ειδικών θέσεων» με γραμματείς και δημοσιογράφους με μισθούς 3.000-4.000 ευρώ το μήνα, με μέσο μισθό των υπόλοιπων εργαζομένων στην ΕΡΤ 1200 ευρώ. Όταν εμποδιζόταν η κατάρτιση προγράμματος παραγωγής της ΕΡΤ, για να μπορούν να ξοδεύονται εκατομμύρια σε εξωτερικές παραγωγές φίλων, ακόμα και ειδησεογραφικές. Ή όταν από το στενό περιβάλλον του κ. Πρωθυπουργού παρέμβαιναν μέσω tweeter για νʼ  ανεβοκατεβάζουν μη αρεστούς παρουσιαστές.

Ο κ. Βορίδης, πάλι, χθες έθιξε ένα ζωτικό ζήτημα με μια περίεργη αριθμητική: Πόσες εκπομπές της ΕΡΤ, μας ρώτησε,  αφιερώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια σε μεγάλους συντηρητικούς διανοούμενους, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ή ο Ευάγγελος Αβέρωφ; Και, μας ρώτησε επίσης, από τη στιγμή που άλλα συγκινούν τον καθένα μας - θα συμφωνήσω ότι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο -, με τι κριτήριο μπορεί να υπάρξει ένα μορφωτικό-πολιτιστικό πρόγραμμα που να απευθύνεται στους πολλούς;

Δηλαδή, σχεδόν μας προτείνει να μοιράσουμε από άποψη τηλεοπτικού χρόνου τον κόσμο της τέχνης και της γνώσης με βάση τα ποσοστά των κομμάτων και την αρχή της αντιπροσωπευτικότητας. Μα η μεγάλη τέχνη συχνά δεν έχει μεγάλη σχέση με το πρόσωπο του καλλιτέχνη, καθώς το έργο τέχνης στην πρόσληψη του απʼ  τους αναγνώστες, θεατές ή ακροατές του, αποκτά μια δική του, ανεξάρτητη απʼ τις προθέσεις του δημιουργού του, δυναμική. Ο πιο αποκαλυπτικός και ταυτόχρονα από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 19ου αιώνα, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του ρεύματος του κοινωνικού ρεαλισμού, ο Μπαλζάκ, ήταν όχι απλά συντηρητικός, αλλά με σύγχρονους όρους σχεδόν Θατσερικός. Γιατί μας συγκινούν τόσο ακόμα σήμερα τα μυθιστορήματα του; Για τις προσωπικές ιδέες του δημιουργού τους; Ούτε κατά διάνοια! Θα έλεγα: Επειδή επεξεργάζεται και απεικονίζει, με μεγαλειώδη από αισθητική άποψη τρόπο, την κοινωνική πραγματικότητα.  Και ο Σεφέρης, που ήταν ένας πολιτικά πλήρως μάχιμος, ως πρεσβευτής, άνθρωπος του συντηρητικού στρατοπέδου, έγραψε πολύ μεγάλη ποίηση – και στο πλαίσιο της, ποιήματα όπως «Ο τελευταίος σταθμός» τον Οκτώβρη του 1944, που είναι ό,τι συγκλονιστικότερο έχει γραφτεί για την Εθνική Αντίσταση εκείνη την περίοδο, και μάλιστα από κάποιον που είχε πλήρη επίγνωση ότι προετοιμαζόταν ο Εμφύλιος. Πως τα κατάφερε; Για τον ίδιο λόγο με τον Μπαλζάκ. Και πως ο, επίσης πολιτικά συντηρητικός, Χατζιδάκις, που σήμερα απολύετε τη χορωδία του μαζί με τη μοναδική δημόσια Συμφωνική Ορχήστρα και την Ορχήστρα της Σύγχρονης Μουσικής, κατάφερε με τη Λιλιπούπολη να ενώσει σʼ ένα εκπληκτικό πανηγύρι μικρούς και μεγάλους (με μερικές εξαιρέσεις, βέβαια - τους τότε ιθύνοντες της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης). Αν αυτό λοιπόν, η καλλιτεχνική επεξεργασία και απεικόνιση της σύνθετης και περίπλοκης πραγματικότητας, δεν αποτελεί κριτήριο για ένα μορφωτικό-πολιτιστικό πρόγραμμα μιας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που απευθύνεται ακριβώς στους πολλούς, τι θα μπορούσε να αποτελέσει;

Έτσι δεν πέφτουμε επίσης στην παγίδα της δήθεν αντιπαράθεσης στη λεγόμενη «υψηλή τέχνη» - που αναφέρεται σʼ  ένα, αναγκαστικά περιορισμένο, καλλιεργημένο αστικό ακροατήριο και θεατές, καθώς δεν γίνεται προσπάθεια να έρθουν σʼ  επαφή μαζί της μέσα από ιδιαίτερους δρόμους οι λαϊκοί άνθρωποι - της λεγόμενης «μαζικής κουλτούρας», που απευθύνεται ακριβώς στους λαϊκούς ανθρώπους. Και είναι αντιλαϊκή κουλτούρα, η κουλτούρα της διαφήμισης την εποχή που τα πάντα, η γνώση, η πληροφορία, η τέχνη, μετατρέπονται σε εμπόρευμα.

   Όπως λέει κι ο Χορκχάιμερ για τη Γκουέρνικα του Πικάσο και τα μυθιστορήματα του Τζόις, «αυτά τα αφιλόξενα έργα τέχνης … παρʼ όλο τον εξευτελισμό της ύπαρξης, διατηρούν το αληθινό περιεχόμενο των προηγούμενων μεγάλων έργων τέχνης και βρίσκονται πιο κοντά στις μαντόνες του Ραφαήλ και στις όπερες του Μότσαρτ σήμερα, …που το ραδιόφωνο κι ο κινηματογράφος δε διαφέρουν καθόλου από το αεροπλάνο και το κανόνι.»

Η ΕΡΤ θα μπορούσε - υπό πάρα πολλές προϋποθέσεις – να γίνει ένας τέτοιος ραδιοτηλεοπτικός όμιλος. Αυτό αισθάνθηκε η ανθρώπινη ασπίδα προστασίας έξω από την Αγία Παρασκευή. Η ΝΕΡΙΤ ΑΕ, ως ένας απίθανος γραφειοκρατικός ιδιωτικο-δημόσιος μηχανισμός, με τον Πρόεδρο της να είναι επιπλέον και Υπουργός Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης, αποκλείεται ήδη από τα χαρτιά να παίξει ένα τέτοιο ρόλο.»