Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
24/04/2013

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΚΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ / ΕΚΜ, ΑΛ. ΤΣΙΠΡΑ ΣΤΗ ΣΥΤΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΗΣ ΕΡΩΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ / ΕΚΜ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε υπουργέ, κατ’  αρχήν χαίρομαι που σήμερα αποφασίσατε να έρθετε για να συζητήσουμε από κοινού και μάλιστα ζητήσατε να αναβληθεί για λίγες μέρες αυτή η συζήτηση, για να είστε παρών. Νομίζω ότι είναι μία θετική εξέλιξη αυτή, καθότι το θέμα που συζητάμε δεν είναι ένα θέμα καθημερινής ρουτίνας και οξύτατης αντιπαράθεσης, όπως έχουμε συνηθίσει το τελευταίο διάστημα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Είναι ένα θέμα εθνικό. Μας αφορά όλους και όλες.

Θα ήθελα να εξάρω τη στάση του Μανώλη Γλέζου που ανέβηκε σ' αυτό εδώ το Βήμα και είπε ότι εμείς δεν θέλουμε ως ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ να καταγραφεί ότι είναι ένα δικό μας θέμα το θέμα της διεκδίκησης των αποζημιώσεων. Είναι ένα εθνικό θέμα που οφείλουμε να πούμε ότι όλες οι κυβερνήσεις από το 1946 και μετά δεν διεκδίκησαν, δεν έθεσαν, δεν έσπευσαν να διεκδικήσουν. Και πρέπει να δούμε τα γιατί και να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε υπόλογοι απέναντι στον ελληνικό λαό, απέναντι στην ιστορική γενιά της Εθνικής Αντίστασης. Κυρίως, όμως, είμαστε υπόλογοι απέναντι στις επόμενες γενιές.

Έπρεπε να περάσουν τόσα χρόνια και να φτάσουμε ξανά σε αυτή τη χώρα να ζούμε συνθήκες ενός νέου ολοκαυτώματος -κοινωνικού ολοκαυτώματος, δεν θέλω να κάνω παραλληλισμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το θέμα αναδεικνύεται ξανά όταν ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι, όταν η χώρα μας έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου, εκ νέου, διακυβεύεται η ανεξαρτησία της, η λαϊκή κυριαρχία και η μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας ζει συνθήκες εξαθλίωσης.

Το μόνο που θα πω είναι ότι σε αυτή τη χώρα υπήρξαν κάποιοι –δεν θα μιλήσω για κόμματα- οι οποίοι ακάματοι επιχειρούσαν εδώ και δέκα επτά χρόνια, από το 1996, να θέτουν στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων. Αναφέρομαι στο Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Αποζημιώσεων. Όλη αυτή την περίοδο η μεγάλη πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου τους θεωρούσε γραφικούς. Όλη την περίοδο αυτή δεν υπήρξε ποτέ Κυβέρνηση, Υπουργός Εξωτερικών, που να θέσει στα σοβαρά αυτό το μείζον ζήτημα.

Είναι σήμερα πολλοί από αυτούς μαζί μας και θα ήθελα να χαιρετίσω τη δράση τους και την παρουσία τους διότι εκείνοι, πολλοί εκ των οποίων μαχητές της Αντίστασης –όσοι ακόμα βρίσκονται εν ζωή και τους τιμούμε- διεκδίκησαν κόντρα στο ρεύμα το δίκαιο του ελληνικού λαού.

Η χώρα, όμως, δεν διεκδίκησε ποτέ αποφασιστικά και δυναμικά τις πολιτικές αποζημιώσεις.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι το αίτημα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ για αυτή τη συζήτηση εκκρεμεί εδώ και επτά μήνες. Αυτό δεν θα ήταν κάτι καινούργιο διότι είναι γνωστό σε όλους ότι το τελευταίο διάστημα η κοινοβουλευτική διαδικασία βρίσκεται σε συρρίκνωση.

Θα ξεκινήσω με κάτι που μου κάνει εντύπωση, κύριε Υπουργέ, γιατί σήμερα πρέπει να βγάλουμε ενδεχομένως και κάποια συμπεράσματα για το πώς από εδώ και στο εξής προχωράμε.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2012 κατέθεσα εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ επιστολή στον Πρόεδρο της Βουλής. Σε αυτή την επιστολή του εξηγούσα το μείζονος εθνικής σημασίας ζήτημα, συλλογικής διεκδίκησης των αποζημιώσεων και έκανα αναφορά στην από κοινού συνεδρίαση Επιτροπών Οικονομικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων  στις 28 Μαρτίου 2012. Ήταν μια σοβαρή πρωτοβουλία, η οποία κατέληξε στην πρόταση για ανάγκη σύστασης διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής από την Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων.

Βεβαίως, λίγες μέρες μετά διακόπηκαν οι εργασίες της Βουλής και προχωρήσαμε στις εκλογές του Μάη και του Ιούνη. Επανέφερα το αίτημα αυτό και ζήτησα, με βάση το άρθρο 44 του Κανονισμού της Βουλής, να μεριμνήσει ο Πρόεδρος για τη σύσταση διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων. Έχουν περάσει από τον Σεπτέμβρη αρκετοί μήνες και απάντηση δεν έχουμε πάρει. Επαναφέρω το αίτημα, κύριε Υπουργέ.

Προφανώς και δεν είναι μία απόφαση που αφορά τον πρόεδρο της Βουλής. Προφανώς και είναι μια πολιτική απόφαση. Είναι μια πολιτική απόφαση για το αν αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μείζονος σημασίας εθνικό θέμα και θέλουμε να θέσουμε τις βάσεις, νομικές και πολιτικές, της διεκδίκησής του με τους καλύτερους όρους, εκτός αν νομίζουμε ότι είναι μια υπόθεση η οποία αφορά το Νομικό Συμβούλιου του Κράτους και μόνο.

Θέλω να εξάρω τη δουλειά των ανθρώπων στο Γενικό Λογιστήριο, υπαλλήλων λειτουργών του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι συνέλεξαν όλα τα έγγραφα που εδώ και πάρα πολλά χρόνια με ευθύνη όλων των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν καταχωνιασμένα. Οφείλω, όμως, να επισημάνω ότι από εδώ και στο εξής χρειάζονται πολιτικοί χειρισμοί σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο και προφανώς αυτή η υπόθεση δεν μπορεί να αφορά, αξιόλογους κατά τα άλλα, λειτουργούς του ελληνικού δημοσίου.

Το 1962, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε ένα άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής» ο Άγγελος Αγγελόπουλος έλεγε το εξής: «Ικανοποιούμε προθύμως τις αξιώσεις έναντι άλλων αλλά παραμελούμε τας δικάς μας διεκδικήσεις». Από τότε πέρασαν πενήντα χρόνια, αλλά αυτή η αναφορά έχει άμεση επικαιρότητα, όπως καταλαβαίνετε.

Πριν από τρία χρόνια ακριβώς, λίγες μέρες αργότερα από την 23η του Απρίλη και το διάγγελμα στο Καστελόριζο, σε αυτήν εδώ τη Βουλή ψηφιζόταν το πρώτο μνημόνιο, ακολούθησε το δεύτερο, το τρίτο και δεν ξέρω εγώ πόσα άλλα θα έχουμε μπροστά μας. Βασικό επιχείρημα ήταν ότι οι Έλληνες δεν μπορεί να είναι μπαταχτσήδες, ότι δεν μπορούμε να μην αποπληρώσουμε τα χρέη μας. Δεν ετέθη ποτέ το ζήτημα, όμως, για τα χρέη που οι άλλοι χρωστάνε σε εμάς.

Κανείς δεν είπε ότι δεν πρέπει να αποπληρώνουμε τα χρέη μας, κανείς δεν είπε ότι θέλουμε να είμαστε μπαταχτσήδες. Αλλά, χρέη που φόρτωσαν στον ελληνικό λαό χωρίς τη δική του επιλογή για τη διάσωση ενός χρηματοπιστωτικού, συστήματος που μας βυθίζει διαρκώς, έπρεπε να αναγνωριστούν και μάλιστα με αυτόν τον οδυνηρό τρόπο! Χρέη τα οποία ιστορικά και ηθικά οφείλουμε να διεκδικήσουμε από τους εταίρους μας σήμερα, δεν πρέπει να τεθούν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια τυχαία συμβατική παράλειψη από την πλευρά της Γερμανίας. Αυτή η διαρκής προσπάθεια υπεκφυγής απέναντι σε μια ηθική, ιστορική υποχρέωση απέναντι στον ελληνικό λαό αφορά στον πυρήνα του μεταπολεμικού επιχειρήματος της Γερμανίας, στην αντίληψή της για την οικοδόμηση της Ευρώπης, στην αντίληψη για το ρόλο και τη συμμετοχή της σε αυτήν.

Εάν ανατρέξει κανείς σε αυτούς που αποζημίωσε η Γερμανία μετά τις δύο μείζονες πολεμικές συρράξεις, τις οποίες ξεκίνησε στον 20ο  αιώνα, θα διακρίνει δύο γενικές κατηγορίες. Αυτούς που δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, δηλαδή τις Μεγάλες Δυνάμεις οι οποίες την νίκησαν στο πεδίο των μαχών και αυτούς στους οποίους θεώρησε ότι είχε άφευκτη ηθική υποχρέωση λόγω γενοκτονίας, δηλαδή το εβραϊκό στοιχείο.

Στην πρώτη κατηγορία η Γερμανία διαπραγματεύτηκε σκληρά, στρεψοδίκησε, προέταξε την ανάγκη επιβίωσης του Γερμανικού λαού. Η ηττημένη Γερμανία, η κυβέρνηση της ηττημένης από τον πόλεμο Γερμανίας συνέδεσε την αποπληρωμή των χρεών της με την ανάπτυξη της οικονομίας της. Δεν αποδέχτηκε η ηττημένη Γερμανία αυτά που εμείς έχουμε αποδεχθεί. Πλήρωσε εν πολλοίς με την εκχώρηση περιοχών και τη λεηλασία της υποδομής της.

Κατάφερε, όμως, το 1953 σε μια διεθνή διάσκεψη στο Λονδίνο, στην οποία συμμετείχαν αρκετές χώρες ανάμεσά τους και η Ελλάδα, να διεκδικήσει διαγραφή του μεγαλυτέρου μέρους του χρέους της.

Κατάφερε να διεκδικήσει μορατόριουμ στην αποπληρωμή, ρήτρα ανάπτυξης, δηλαδή, να αποπληρώνει ενόσω η οικονομία της θα είχε ανάπτυξη και αυτός ήταν ο πυρήνας του μετέπειτα γερμανικού θαύματος της οικονομίας της.

Στη δεύτερη περίπτωση, της γενοκτονίας των εβραϊκών πληθυσμών, η Γερμανία έσπευσε να πληρώσει τις πολύ ελάσσονες αποζημιώσεις προς τα θύματα και το κράτος του Ισραήλ, διαρκώς επιρρίπτοντας την ευθύνη στο ναζιστικό καθεστώς και στην ιδεολογία του. Το πόσο ρηχή και υπολογισμένη είναι αυτή η έμπρακτη συγγνώμη του γερμανικού κράτους προκύπτει από το γεγονός ότι ελάχιστες, μηδαμινές αποζημιώσεις κατεβλήθησαν στα θύματα της γενοκτονίας των οκτώ εκατομμυρίων Πολωνών και Ρώσων αιχμαλώτων, τους οποίους η ίδια ακριβώς ρατσιστική ιδεολογία των ναζί καταδίκασε.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα, η παγιωμένη, μετά τη γερμανική επανένωση, αντίληψη του Βερολίνου ότι δεν οφείλονται αποζημιώσεις, ο γέγονε γέγονε, εδράζεται στη βάση της αντίληψης ότι ο πόλεμος ήταν μία  ιστορική εξέλιξη αναπόφευκτη, που αφορά τη σύγκρουση δυνάμεων και ότι δεν υπάρχει ηθική ενοχή. Δηλαδή, δεν οφείλει και αρνείται, επί της ουσίας, η Γερμανία την ουσία του επιθετικού και άδικου δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.

Εάν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αποδεχτούμε αυτή τη λογική -και αυτό το λέω, διότι διαβάζω άρθρα και τοποθετήσεις που λένε, λίγο-πολύ, να ξεχωρίσουμε τις επανορθώσεις, τις αποζημιώσεις από το κατοχικό δάνειο- και αν δεν την ανατρέψουμε, τότε δεν θα έχουμε καμία τύχη ούτε σε νομικό επίπεδο ούτε ενώπιον διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων. Κυρίως, όμως, σε επίπεδο διμερούς διπλωματικής διαπραγμάτευσης. Διότι, επαναλαμβάνω, το θέμα φυσικά έχει τις νομικές του διαστάσεις, που πρέπει να τις ερευνήσουμε, είναι, όμως, κυρίως ζήτημα πολιτικής διαπραγμάτευσης. Πολιτικής διαπραγμάτευσης μέσα στους διεθνείς και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η ανατροπή αυτού του πλαισίου απαιτεί την προσφυγή σε ένα ευρύ λαϊκό διεθνές κίνημα συμπαράστασης προς το ελληνικό αίτημα. Εμείς σήμερα εδώ δεν σας καταθέτουμε μια πρόταση εθνικής αναδίπλωσης. Μια πρόταση αποκλεισμού και απομόνωσης της Ελλάδας, το αντίθετο. Λέμε ότι με συγκροτημένο τρόπο, με εθνική ευθύνη πρέπει να αναλάβουμε αυτήν την πρωτοβουλία και να τη φέρουμε στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Και κυρίως, έχουμε τη βαθιά πεποίθηση ότι για να μπορέσουμε να έχουμε αποτέλεσμα, οφείλουμε να βρούμε συμμάχους σε αυτό το αίτημα και σε αυτή τη διεκδίκηση, προφανώς συνυπολογίζοντας και τη λεηλασία, την ανθρωπιστική κρίση στην οποία έχει βρεθεί η χώρα από αυτές τις απάνθρωπες, εγκληματικές επιλογές της ύφεσης των μνημονίων. Να βρούμε συμμάχους σε διεθνές επίπεδο, ακόμα και μέσα στη Γερμανία. Αυτό εμείς το κάναμε άλλωστε πριν ξεσπάσει αυτή η τρομερή κρίση, πριν έρθει το μνημόνιο το Μάιο του 2010. Οι δικοί μας σύμμαχοι στη Γερμανία μπορεί βεβαίως να μην έχουν τη δυνατότητα να διεκδικούν την κυβέρνηση, αλλά είναι μια σταθερή και αξιόπιστη φωνή ηθικής, οι δυνάμεις της Αριστεράς εκεί είναι αυτές που διακηρύττουν και μέσα στο γερμανικό Κοινοβούλιο την ανάγκη και το δίκιο των γερμανικών επανορθώσεων. Και με τη διαρκή παρουσία τους εδώ στους ιστορικούς τόπους όπου καταθέτουν όχι διπλωματικές κορώνες αλλά επί της ουσίας τη συμβολή τους, τη συμπαράστασή τους σε αυτό το δίκαιο αίτημα.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι μόνο εάν προσπαθήσουμε να δημιουργηθεί ένα ευρύ λαϊκό διεθνές κίνημα συμπαράστασης προς το ελληνικό αίτημα για τις επανορθώσεις ανάλογο τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών αλλά παρόμοιο μ΄ αυτό που αναπτύχθηκε κατά του πολέμου στου Βιετνάμ, μόνο τότε θα μπορέσουμε, μόνο αν έχουμε ερείσματα στην ίδια την κοινή γνώμη της Γερμανίας να έχουμε ουσιαστικά αποτελέσματα.

Κύριες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να κλείσω λέγοντας ότι,  - θα περιμένω βέβαια με αγωνία την επίσημη τοποθέτηση του κ. Αβραμόπουλου του εκπροσώπου της κυβέρνησης όμως θα ήθελα να ακούσω και ποια είναι η θέση του Έλληνα πρωθυπουργού για το θέμα αυτό. Διότι ο Έλληνας πρωθυπουργός μόλις εξελέγη έκανε δύο πράγματα:

Το πρώτο ήταν να φέρει η κυβέρνησή του στη Βουλή προς ψήφιση την υπόθεση του κουκουλώματος της Siemens, να αποσυρθεί δηλαδή το ελληνικό δημόσιο από τις απαιτήσεις του απέναντι σε μια γερμανική εταιρεία η οποία διέφθειρε με την παρουσία της στη χώρα τις προηγούμενες δεκαετίες τα κόμματα εξουσίας, κυβερνήσεις προκειμένου να παίρνει έργα.

Και το δεύτερο που έκανε ήταν να μεταβεί  στο Βερολίνο, να συναντήσει την κα Μέρκελ και φυσικά ούτε λόγος για θέμα διεκδικήσεων από τη δική μας πλευρά αλλά να της πει το περιβόητο ουδείς αναμάρτητος.  Διότι, κάποτε είχε την άποψη ότι είναι εγκληματική αυτή η πολιτική του μνημονίου.

Κύριε υπουργέ, δεν είναι προσωπικό θέμα, μην το πάρετε προσωπικά.  Αλλά οφείλω να πω ότι μ΄ αυτά και μ’ αυτά δεν μπορούμε να σας εμπιστευθούμε. Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε δύο κόμματα που βρέθηκαν στην εξουσία από την Μεταπολίτευση και μετά και αδράνησαν, κωλυσιέργησαν δεν έβαλαν κανένα θέμα για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων και δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η απόφασή σας να ορίσετε ως άκρως απόρρητα τα έγγραφα αυτά είναι μια απόφαση που συνάδει με αυτό το μείζονος σημασίας εθνικό θέμα.

Σας ζητώ λοιπόν κύριε Υπουργέ, πρώτον, να προχωρήσετε στη σύσταση της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων με βάση το άρθρο 44 του Κανονισμού της Βουλής.

Δεύτερο να θέσετε εν γνώσει των αρχηγών των κομμάτων της Βουλής, - θα ήθελα να ζητήσω την εξαίρεση του φιλοναζιστικού κόμματος της Βουλής, που σήμερα απουσιάζει και είναι μεγάλη ντροπή για τη χώρα που βρίσκονται εδώ μέσα υπερασπιστές των ναζί, αυτοί που μέχρι πρότινος μας έλεγαν ότι είναι τα παιδιά των ηττημένων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σήμερα άλλαξαν τροπάρι και μας λένε ότι είναι τα παιδιά των νικητών του Εμφυλίου - αλλά όλα τα υπόλοιπα κόμματα της Βουλής οφείλουν να έχουν θέση σε αυτή τη διακομματική επιτροπή και να γνωρίζουν. 

Κυρίως όμως σας ζητώ ως ένδειξη αναγνώρισης την ακάματη προσπάθεια του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των  αποζημιώσεων, να τους  ενημερώσετε, να θέσετε εν γνώσει τους τα έγγραφα αυτά.

Τέλος, πιστεύω ότι δεν έχουμε να κρύψουμε κάτι. Πρέπει να οργανώσουμε τα επιχειρήματά μας, να οργανώσουμε την νομική μας υποστήριξη, κυρίως όμως το θέμα πρέπει να τεθεί σε πολιτικό επίπεδο και διμερώς και στα ευρωπαϊκά όργανα, μη εξαιρουμένου του Συμβουλίου Κορυφής, όπου πιστεύουμε ότι μια κυβέρνηση που σέβεται τις θυσίες και τους αγώνες του ελληνικού λαού θα έπρεπε εδώ και καιρό να είχε θέσει.

Σε κάθε περίπτωση εμείς δεσμευόμαστε ότι, ανεξάρτητα από τις επιλογές σας, να θέσουμε αυτά τα ζητήματα, να βρεθούμε στην πρώτη γραμμή της διεκδίκησης ανεξάρτητα από το εάν ο κ. Σόιμπλε έχει διαφορετική άποψη. Διότι μπορεί κάποιοι να λένε ότι την ιστορία την γράφουν οι νικητές, οι ισχυροί αλλά την ιστορία την γράφουν και οι αγώνες των λαών και μπροστά μας έχουμε την ζωντανή ιστορία, τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, αποτίουμε φόρο τιμής σ΄ αυτούς αλλά κυρίως προς όφελος των επόμενων γενεών είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε με γοργά βήματα στην διεκδίκηση του δίκιου μας.