Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
17/12/2006

Ομιλία του Γιάννη Δραγασάκη στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού έτους 2007

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, άκουσα με προσοχή τις εισηγήσεις όλων των εισηγητών και αν αντιλαμβάνομαι καλά, απόψε δε συζητάμε για τον Προϋπολογισμό, συζητάμε με αφορμή τον Προϋπολογισμό. Κάνουμε μια γενική συζήτηση ή όπως λένε ορισμένοι στο ποδόσφαιρο, γίνεται προθέρμανση των ομάδων ενόψει των εκλογών. Ωστόσο εμείς έχουμε αντιληφθεί ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται για τον Προϋπολογισμό. Μάλιστα έγιναν και συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις, συζητήσεις σε Πανεπιστήμια κ.λπ. και για το λόγο αυτό εγώ θα προσπαθήσω να μιλήσω για τον Προϋπολογισμό και βεβαίως, μέσω του Προϋπολογισμού, να βγάλουμε κάποια γενικότερα συμπεράσματα για την πολιτική της Κυβέρνησης, για την πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας.

Βεβαίως ο Προϋπολογισμός της Ελλάδας, όπως κατατίθεται, όπως συντάσσεται και όπως συζητείται έχει πρόβλημα διαφάνειας και αξιοπιστίας. Άλλωστε, είπε και ο Εισηγητής της Πλειοψηφίας πριν ότι επί ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπήρχαν διπλά βιβλία. Αυτά τα διπλά βιβλία δεν υπάρχουν σήμερα; Κάηκαν; Εξαφανίστηκαν ξαφνικά; Δεν είδαμε καπνό. Το τι ακριβώς περιέχει στη λεπτομέρειά του αυτός ο Προϋπολογισμός θα το μάθουμε όλοι μαζί στην πορεία του χρόνου. Το πόσο ακριβώς θα είναι το έλλειμμα αυτού του Προϋπολογισμού θα το μάθουμε μετά από δύο τρία χρόνια, σίγουρα μετά τις εκλογές, όταν θα έρθει η Eurostat, να ελέγξει απολογιστικά τα στοιχεία. Σήμερα το μόνο που γνωρίζουμε με ακρίβεια είναι το έλλειμμα του Προϋπολογισμού του 2005, τότε που ο κ. Καραμανλής και ο κ. Αλογοσκούφης μας διαβεβαίωναν ότι το έλλειμμα του Προϋπολογισμού του 2005 θα ήταν 2,8. Σήμερα γνωρίζουμε –το λέει η Κυβέρνηση- ότι ήταν τελικά 5,2.

Με αυτές λοιπόν τις επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία και τη διαφάνεια του Προϋπολογισμού, θα ήθελα να αναφέρω τα τρία σημαντικότερα, κατά τη γνώμη μας, χαρακτηριστικά αυτού του Προϋπολογισμού.

Το πρώτο έχει να κάνει με τη βασική λειτουργία κάθε Προϋπολογισμού είτε δεξιού είτε αριστερού είτε κεντρώου, δηλαδή από πού παίρνει και πού δίνει. Είναι η λεγόμενη αναδιανεμητική λειτουργία του Προϋπολογισμού. Εδώ λοιπόν έχουμε ένα ενδιαφέρον και πολύ ανησυχητικό συμπέρασμα, διότι υποτίθεται πως ακόμα και συντηρητικοί οικονομολόγοι συμφωνούν ότι μια οικονομία που στηρίζεται στο κέρδος και στις αγορές δημιουργεί ανισότητες. Κανείς δεν αμφισβητεί αυτό το γεγονός. Υποτίθεται λοιπόν ότι έρχεται ο Προϋπολογισμός με τη φορολογική πολιτική, με την κοινωνική πολιτική να κάνει μια αναδιανομή εισοδημάτων, να πάρει από αυτούς που κέρδισαν πολλά και να δώσει στα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα, για να αμβλυνθούν κάπως οι ανισότητες που δημιουργούνται.

Εκείνο λοιπόν που συμβαίνει στον Προϋπολογισμό αυτόν είναι ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, τα φορολογικά έσοδα του κράτους από το 2004 μέχρι το 2007, που κυβερνά η Νέα Δημοκρατία, αυξήθηκαν 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Ποιοι πλήρωσαν αυτά τα 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ; Τα 5,5 δισεκατομμύρια προήλθαν από έμμεσους φόρους, που κατά κοινή ομολογία τους πληρώνουν τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, αυτό που λέμε τα λαϊκά στρώματα. Το 66% λοιπόν το πλήρωσαν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Πάμε στους άμεσους φόρους τώρα, στο υπόλοιπο. Στους άμεσους φόρους έχουμε το εξής επίσης ενδιαφέρον γεγονός, ότι όλοι οι άμεσοι φόροι πληρώθηκαν από μισθωτούς, συνταξιούχους και ελεύθερους επαγγελματίες. Άρα, και τα 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ που είναι η αύξηση των εσόδων, προήλθαν κυρίως από τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Πού είναι οι φόροι των επιχειρήσεων, των κερδών, των μερισμάτων; Οι φόροι αυτοί παρουσίασαν μείωση. Προσωπικά, δεν έχω υπόψη μου άλλη χώρα και άλλη εποχή, που να έγινε σε τόσο σύντομο χρόνο τόσο βίαιη ανακατανομή των φορολογικών βαρών. Και έγινε αυτό σε μια περίοδο, που τα κέρδη δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν. Αυτό έγινε ακριβώς, διότι μειώθηκαν οι φορολογικοί συντελεστές.

Συνεπώς, εδώ έχουμε μια πολιτική που στηρίζεται σε δυο αρχές. Η πρώτη αρχή λέει ότι άλλοι θα έχουν τα κέρδη και άλλοι θα πληρώνουν τους φόρους. Η δεύτερη αρχή της Νέας Δημοκρατίας, όπως είπε και ένας καθηγητής σε μια εκδήλωση, όπου ήμασταν μαζί είναι: «Ουκ αν λάβεις παρά του έχοντος». Ούτε ένα ευρώ δεν πλήρωσαν οι πλούσιοι από την τσέπη τους για την περιβόητη δημοσιονομική προσαρμογή. Ούτε ένα νόμο, ούτε μια τροπολογία, ούτε μια διάταξη δεν ψήφισε αυτή η Βουλή, που να επιβαρύνει σε κάτι τους πλούσιους. Υπήρξαν βέβαια πολλοί νόμοι που διεύρυναν τα προνόμιά τους κ.λπ.

Έχουμε τώρα δυο επιχειρήματα από την Κυβέρνηση: «Έτσι είναι που τα λέτε, αλλά εμείς δώσαμε αύξηση στον ΟΓΑ, αύξηση στο ΕΚΑΣ και αυξήσαμε και το επίδομα ανεργίας». Σύμφωνοι, αλλά αυτά είναι από εκείνα που πλήρωσαν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, είναι από αυτούς τους φόρους, που, όπως είπα, εισπράχθηκαν. Άρα, είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που χρηματοδοτούν αυτές τις αυξήσεις, οι οποίες είναι χαμηλότερες των αναγκών, χαμηλότερες των υπεσχημένων. Αλλά και το κυριότερο που αφορά εμάς, ακόμα και αυτές οι αυξήσεις δεν δίνονται ως συστατικό μιας συγκροτημένης κοινωνικής πολιτικής αλλά ως φιλανθρωπία ενόψει εκλογών.

Δεύτερο επιχείρημα. «Αυξήσαμε όμως», λέει η Κυβέρνηση, «το αφορολόγητο όριο κατά 1000 ευρώ και 3 εκατομμύρια Έλληνες, που είναι κάτω από το όριο αυτό, δεν πληρώνουν κανένα φόρο».

Εννοεί η Κυβέρνηση ότι δεν πληρώνουν άμεσο φόρο. Πληρώνουν, όμως, έμμεσο φόρο. Ας πάρουμε κάποιον που ξοδεύει 1000 ευρώ το μήνα και δεν πληρώνει άμεσο φόρο. Δεν πληρώνει αυτός λογαριασμό Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε., ΕΥΔΑΠ; Δεν αγοράζει τρόφιμα από τα super-market; Δεν πηγαίνει σινεμά, δεν αγοράζει σουβλάκι; Ό,τι αγοράζουμε έχει μέσα το Φ.Π.Α.. Κάποιος, λοιπόν, που ζει με 1000 ευρώ, πληρώνει 170 ευρώ φόρο το μήνα, συν τα δημοτικά τέλη και άλλες εισφορές. Γιατί, λοιπόν, η Κυβέρνηση κάνει αυτό το λάθος; Μήπως θέλει να περάσει στη συνείδηση του κόσμου ότι οι έμμεσοι φόροι δεν είναι φόροι; Μήπως, κατά βάθος, σκέπτεται να κάνει και άλλη αύξηση του Φ.Π.Α., είτε τώρα είτε μετά τις εκλογές, αν είναι πάλι κυβέρνηση; Συμπέρασμα: Αντί να μειώνει τις ανισότητες ο Προϋπολογισμός, τις διευρύνει και αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό για όποιον αντιλαμβάνεται στοιχειωδώς τα οικονομικά.

Η δεύτερη λειτουργία του Προϋπολογισμού υποτίθεται ότι είναι η αναπτυξιακή, να δημιουργήσει υποδομές και να χρηματοδοτήσει τις συλλογικές προϋποθέσεις ανάπτυξης, δηλαδή την παιδεία, την υγεία, το κοινωνικό κράτος. Οι δημόσιες επενδύσεις μειώνονται ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος από 5,5% που ήταν παλαιότερα, την προηγούμενη οκταετία, στο 4,2%. Αυτό έχει δύο συνέπειες: Πρώτον, το έλλειμμα της περιφέρειας, η οποία ρίχθηκε λόγω των Ολυμπιακών έργων, αυτή η στρέβλωση δηλαδή που είχαμε ότι συγκεντρώθηκαν πολλοί πόροι στην Αθήνα, παραμένει και διευρύνεται. Η δεύτερη συνέπεια, πιο σοβαρή, ποια είναι; Αφού δεν αυξάνουν όσο πρέπει οι δημόσιες επενδύσεις, δεν μπορεί η Κυβέρνηση να απορροφήσει τους πόρους από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.

Σε ό,τι αφορά τώρα την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση, εδώ έχουμε μία χρόνια υποχρηματοδότηση. Μάλιστα, για την παιδεία σας θυμίζω ότι ο κύριος Πρωθυπουργός είχε πει δεσμευτικά ότι θα πάμε τις δαπάνες από το 3,5% του Α.Ε.Π., που ήταν τότε, στο 5%. Όχι μόνο δεν είχαμε σύγκλιση προς το στόχο αυτόν, αλλά και το 3,5% μειώθηκε κατά τι. Το ίδιο για την υγεία, το ίδιο για την κοινωνική ασφάλιση. Συμπέρασμα: Με τον τρόπο αυτό επήλθε μία μείωση του ελλείμματος, αλλά στην ουσία το έλλειμμα δεν εξαφανίστηκε, το έλλειμμα μεταφέρθηκε στην κοινωνία, δηλαδή έγινε έλλειμμα υποδομών, έλλειμμα απασχόλησης, έλλειμμα σε κοινωνικές υπηρεσίες, δυσκολία στο να λειτουργήσουν τα νοσοκομεία του χρόνου, δυσκολία το να λειτουργήσουν τα πανεπιστήμια. Αυτό έγινε: μεταφορά του ελλείμματος.

Η τελευταία λειτουργία ενός προϋπολογισμού είναι ότι, υποτίθεται, πρέπει να θωρακίζει μία κοινωνία από τα έκτακτα. Γίνεται ένας σεισμός, ο μη γένοιτο, γίνεται μία πλημμύρα, γίνεται μία φυσική καταστροφή. Ο Προϋπολογισμός αυτός δεν περιέχει κανένα αποθεματικό. Εμείς μάλιστα είχαμε προτείνει να δημιουργηθεί ειδικό ταμείο για τέτοιες περιπτώσεις καταστροφών. Τέτοιες προτάσεις –εννοείται- δεν είναι μεταρρύθμιση και η Κυβέρνηση ούτε τις συζητάει. Γίνεται μία διεθνής αναταραχή, μία διεθνής κρίση. Όλα αυτά τα κεφάλαια τα κερδοσκοπικά που εισρέουν και που η Κυβέρνηση τα ενθαρρύνει να εισρέουν, μπορεί ξαφνικά να φύγουν. Ο Προϋπολογισμός, λοιπόν, δε διαθέτει άμυνες. Αντιμετωπίζει ανέμελα το μέλλον.

Αυτά είναι τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του Προϋπολογισμού, κατά την άποψή μας. Η συνολική λειτουργία του Προϋπολογισμού λοιπόν, είναι η εξής και είναι σαφής: Όχι μόνο δεν επουλώνει τις πληγές που δημιουργούνται πρωτογενώς στις αγορές, μέσα στην οικονομία, όχι μόνο δεν μειώνει τις αδικίες και τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά τις διευρύνει.

Σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία του Προϋπολογισμού, είπα στην αρχή κάτι και δεν θέλω να χάσω χρόνο. Θέλω μόνο να πω το εξής. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ό,τι στραβό έκανε το ΠΑ.ΣΟ.Κ -και δεν ήταν λίγα- το συνεχίζει και προσθέτει πάνω εκεί και το δικό της λιθαράκι. Οι ειδικοί λογαριασμοί ζουν και βασιλεύουν. Χρέη κρυφά ζούσαν, ζουν και εξακολουθούν να καθιστούν τον Προϋπολογισμό αναξιόπιστο.

Είναι προφανές, ότι αυτή η Κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, δεν τολμά τη διαφάνεια, διότι φοβάται τον έλεγχο. Γιʼ αυτό και φοβάται να υλοποιήσει τις προτάσεις που έχουμε κάνει, να μπορεί η Βουλή να έχει έλεγχο στον Προϋπολογισμό μέσα από ένα ειδικό γραφείο, να μπορεί η Βουλή να τροποποιεί τον Προϋπολογισμό με πλειοψηφίες, να μπορεί η Βουλή με μια διακομματική επιτροπή να φτιάξει ένα σύστημα κανόνων που να είναι σταθεροί για το πώς θα εμφανίζονται τα μεγέθη, να μπορεί ο Προϋπολογισμός να είναι αναγνώσιμος, προσιτός στην κοινωνία και στους φορείς της.

Ο Προϋπολογισμός, λοιπόν, διευρύνει τις ανισότητες, αποδυναμώνει το κοινωνικό κράτος και την ανάπτυξη, στερείται σταθεροποιητικού ρόλου, προετοιμάζει ένα ακόμα δυσκολότερο μέλλον για τους εργαζόμενους και γιʼ αυτούς τους λόγους τον καταψηφίζουμε στο σύνολό του.

Η Κυβέρνηση –ακούσαμε τον Εισηγητή, θα ακούσουμε και τους Υπουργούς και τον Πρωθυπουργό- απαντά σʼ αυτήν την κριτική με τον ισχυρισμό ότι η πολιτική της αποδίδει. Έχουμε ισχυρή ανάπτυξη, οι επενδύσεις ανακάμπτουν. Τι άλλο θέλετε; Αυτή η ισχυρή ανάπτυξη είναι κάτι σαν φάντασμα. Κανείς δεν την βλέπει παρά μόνο λίγοι στη χώρα μας. Αποδίδει η πολιτική σας για τους ανέργους, όταν η ανεργία έχει γίνει καθεστώς; Αποδίδει για τους χαμηλόμισθους και για τους χαμηλοσυνταξιούχους όταν η ακρίβεια εξανεμίζει την όποια αύξηση πάρουν πριν τη βάλουν στο χέρι τους; Αποδίδει η πολιτική σας για τους μισθωτούς, για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας που γίνεται ολοένα και περισσότερο κόσμος της επισφαλούς εργασίας; Αποδίδει η πολιτική σας για τον αγρότη, για τον επαγγελματία, για την μικρή επιχείρηση που η ζωή τους είναι μια πορεία μέσα στην ομίχλη και την αβεβαιότητα;

Τι εννοεί η Κυβέρνηση όταν λέει αποδίδει; Δύο πράγματα. Πρώτον, αυξάνονται οι επενδύσεις και δεύτερον, ότι έχουμε ισχυρή ανάπτυξη. Τι εννοεί η Κυβέρνηση όταν λέει για επενδύσεις; Έχει και μια πληρωμένη διαφήμιση για να μάθει ο κόσμος ότι αυξήθηκαν οι επενδύσεις. Η εξαγορά επιχειρήσεων, είναι επένδυση; Η αλλαγή ιδιοκτησίας είναι επένδυση; Δηλαδή, έρχεται κάποιος από το εξωτερικό και αγοράζει μετοχές της Εθνικής Τράπεζας στο Χρηματιστήριο. Αυτό είναι επένδυση; Αυτό, κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης, λέγεται χρέος. Τα χρωστάμε αυτά τα λεφτά. Πληρώνουμε μέρισμα στο εξωτερικό γιʼ αυτά τα λεφτά. Θα φύγουν αύριο αυτά τα λεφτά. Χρέος το καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδος αυτό και όχι επένδυση. Είναι επένδυση η αλλαγή ιδιοκτησίας και η εξαγορά μιας επένδυσης; ʽΌχι. Μπορεί να αποδειχθεί αποεπένδυση. Αγοράζει κάποιος μια επιχείρηση, διαλύει το παραγωγικό της κομμάτι και κρατάει μόνον το εμπορικό. Με αυτά τα ψέματα θα πείσετε τον κόσμο;

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ (Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών): Κύριε συνάδελφε, μου επιτρέπετε μια διακοπή;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Βεβαίως, με την άδεια του Προεδρείου και με την οικονομία του χρόνου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Ορίστε, κύριε Υπουργέ, έχετε το λόγο.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ (Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών): Απλώς να πούμε για την ακρίβεια των πραγμάτων, ότι δεν είναι χρέος αυτό που λέτε. Είναι επένδυση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Κύριε Αλογοσκούφη, ευχαριστώ για την διευκρίνισή σας. Να γραφτεί λοιπόν στα Πρακτικά ότι, κατά τη δική μας άποψη, οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου στην ουσία συνιστούν χρέος μιας χώρας έναντι των διεθνών επενδυτών. Με αυτήν την έννοια χρέος. Και εν πάση περιπτώσει, κύριε Υπουργέ –ξέρετε εμένα δεν με ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες, αλλά η ουσία- δεχθείτε το ενδεχόμενο ότι αυτή η εισροή κεφαλαίων που γίνεται σήμερα, κάποια στιγμή μπορεί να γίνει μαζική εκροή κεφαλαίων, για λόγους ακόμα άσχετους με την ελληνική οικονομία. Εμείς αυτό λέμε. Λάβετε τα μέτρα σας, διότι ο λαός θα τα πληρώσει αυτά.

Εμείς θέλουμε παραγωγικές επενδύσεις, θέλουμε επενδύσεις που να αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, επενδύσεις που να αυξάνουν την απασχόληση. Και βεβαίως είναι και μια συζήτηση που δεν γίνεται, σε ποιους τομείς θα προτιμούσαμε τέτοιες επενδύσεις.

Έρχομαι τώρα στην ισχυρή ανάπτυξη. Έχουμε, πράγματι, όχι ισχυρή ανάπτυξη, αλλά ισχυρή αύξηση του εθνικού εισοδήματος πάνω από 3,5%. Το είχαμε και επί ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της "ανάπτυξης", για να χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο για να συνεννοηθούμε; Και θα περίμενα η Κυβέρνηση να τα πει αυτά τα χαρακτηριστικά. Είναι θέμα ευθύνης, είναι θέμα υπευθυνότητας απέναντι στο λαό.

Πρώτον, η ανάπτυξη αυτή ιδίως μετά το 2000 στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο δανεισμό των νοικοκυριών. Ως πότε μπορούν να δανείζονται τα νοικοκυριά είναι ένα ερώτημα.

Δεύτερο χαρακτηριστικό: Η ανάπτυξη αυτή δημιουργεί υπερκέρδη όντως σε τράπεζες κυρίως και σε ορισμένες επιχειρήσεις που συνήθως ελέγχουν τους κλάδους είτε με καρτέλ είτε χωρίς καρτέλ. Από την άλλη μεριά όμως αυτή η ανάπτυξη δεν προάγει την κοινωνική ευημερία, δεν βελτιώνει τη ζωή των ανθρώπων, δεν μειώνει τις ανισότητες και δεν περιορίζει τη φτώχεια. Αυτά μας τα είπε στην Επιτροπή της Βουλής πρόσφατα ο κ. Γκαργκάνας ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Σας διαβάζω διότι έχει σημασία επειδή το λέει η Τράπεζα της Ελλάδος: «Παρά την ισχυρή ανάπτυξη που έχουμε στην Ελλάδα οι βασικοί δείκτες φτώχειας και ανισότητας υπερβαίνουν τους μέσους όρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια» -σημειώνει ο κ. Γκαργκάνας- «παραμένει μάλλον σταθερός ο κίνδυνος της φτώχειας και καλύπτει το 20%-23% του πληθυσμού δηλαδή πάνω από δύο εκατομμύρια πολίτες».

Έχουμε λοιπόν μία ανάπτυξη η οποία είναι ανάπτυξη ανισοτήτων και διεύρυνσης της φτώχειας. Όσο και να συνεχίζεται αυτή η ανάπτυξη, αυτό είναι δομικό της χαρακτηριστικό και δε θα αλλάζει.

Τρίτον, η ανάπτυξη αυτή δεν δημιουργεί ούτε πολλές ούτε σταθερές θέσεις απασχόλησης. Αν δείτε τα στοιχεία η ανάπτυξη αυτή δημιουργεί κυρίως επισφαλείς θέσεις εργασίας. Πέρυσι, το 2005, το 25% των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν θέσεις μερικής απασχόλησης.

Τέταρτον, η ανάπτυξη αυτή τρέφεται από τις εισαγωγές και δημιουργεί τεράστια ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών για το οποίο τρέχει ο κύριος Υπουργός να βρει ξένα κεφάλαια να καλυφθεί και γιʼ αυτό η πρεμούρα της επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων.

Το πέμπτο και πιο σημαντικό, από μία άποψη λόγω προϋπολογισμού, χαρακτηριστικό της ανάπτυξης που έχουμε είναι ότι αποδίδει όλο και λιγότερα έσοδα στο κράτος. Δηλαδή, τα φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα ήταν πάντα μικρότερα από ό,τι των άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά το 2000 έχουμε πολύ μεγάλη υποχώρηση. Από 26,5% του Α.Ε.Π. που ήταν το 2000 τα φορολογικά έσοδα, έχουν πέσει στο 23%. Και θέλω να ρωτήσω την Κυβέρνηση, επειδή ακούω αντιφατικά πράγματα, αυτό το θεωρεί καλό; Δηλαδή είναι επιθυμητός στόχος της Κυβέρνησης να έχουμε χαμηλά φορολογικά έσοδα; Αν είναι έτσι, πώς θα χρηματοδοτήσει την παιδεία, την υγεία, τις υποδομές; Πώς θα εξοφληθεί το χρέος; Αν πάλι δεν είναι επιθυμητός στόχος αυτός, τότε γιατί έκανε τόσο πλουσιοπάροχες φοροαπαλλαγές στα κέρδη, στα μερίσματα, στην Εκκλησία, σε διάφορες ισχυρές κοινωνικές ομάδες;

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι πίσω από αυτή την ισχυρή ανάπτυξη κρύβεται μία κρίση η οποία έρχεται, μια κρίση αναπτυξιακή, μια κρίση κοινωνική διότι η Τράπεζα της Ελλάδος λέει ότι αυτή η ανάπτυξη δεν είναι βιώσιμη μακροχρόνια. Αλλά ακόμη και αν συνεχίζεται για κάποια χρόνια με αυτούς τους τρόπους, με δάνεια, με οικοδομή κ.ο.κ., έχει αυτά τα χαρακτηριστικά που προανέφερα.

Ακούγοντας τον εισηγητή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. άκουσα πολλές φορές τη λέξη ανικανότητα, τη φράση ανίκανη Κυβέρνηση. Είναι θέμα ανικανότητας αυτά τα οποία περιέγραψα;

ΠΕΤΡΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ: Και ανικανότητας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Αλίμονό μας κύριε Ευθυμίου αν ήταν πιο ικανή αυτή η Κυβέρνηση. Δεν θα υπήρχε τίποτα. Όλα θα είχαν πουληθεί!

Λοιπόν θέλω να πω ότι για μας –εγώ δεν θα αξιολογήσω ικανότητες- η Κυβέρνηση εκφράζει την πολιτική της. Η πολιτική της Κυβέρνησης εντάσσεται σε ένα γενικότερο παγκόσμιο ρεύμα. Εμάς μας ενδιαφέρει λοιπόν, ακόμη και αν η Κυβέρνηση είναι πολύ ικανή και ακόμη και αν υλοποιηθούν όλα αυτά που θέλει να κάνει, ποιο είναι το μέλλον.

Θα μου επιτρέψετε πολύ σύντομα να κάνω μία συνολικότερη αναφορά. Πριν από τρεις δεκαετίες βγήκε στο παγκόσμιο προσκήνιο μία ιδέα που έλεγε ότι αν απελευθερώσουμε τις αγορές από κοινωνικές δεσμεύσεις και ελέγχους και αν ιδιωτικοποιήσουμε τις δημόσιες επιχειρήσεις, τότε θα απολαύσουμε τρία μεγάλα πράγματα.

Ήταν οι τρεις μεγάλες υποσχέσεις του νεοφιλελευθερισμού. Πρώτον, θα μειώσουμε την ανεργία μέσω της μείωσης της φορολογίας. Δεύτερον, θα μειώσουμε το κράτος μέσω της μείωσης των δαπανών. Τρίτον, θα μειώσουμε τη φτώχεια μέσω της ισχυρής ανάπτυξης.

Οι πιο πολλοί θα θυμούνται ότι αυτό βγήκε τότε ως ένα κύμα. Δημιούργησε προσδοκίες. Μάλιστα πέραν της δεξιάς και μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σαγηνεύτηκαν από τις υποσχέσεις αυτές. Κυβερνήσεις μάλιστα που ονομάστηκαν «κεντροαριστερές» αντί να συγκρουστούν με το δόγμα αυτό, συμφιλιώθηκαν μαζί του.

Θα θυμάστε εδώ τον πρώην Πρωθυπουργό, κ. Σημίτη που έλεγε «να προσαρμοστούμε». Υιοθετήθηκε, δηλαδή, μία στρατηγική προσαρμογής στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Σʼ αυτό το πλαίσιο κινήθηκαν οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Το θυμόμαστε, είναι πρόσφατο.

Θεοποίησαν τις αγορές και την επιχειρηματικότητα, προώθησαν τις ιδιωτικοποιήσεις και κυρίως τις νομιμοποίησαν στη συνείδηση του κόσμου ως μία εκσυγχρονιστική πολιτική. Καλλιέργησαν τη λογική του μονόδρομου. Και όλα αυτά σήμερα –και γιʼ αυτό τα λέω- κύριοι συνάδελφοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είναι όπλα στη φαρέτρα της Νέας Δημοκρατίας. Πολλές φορές είναι και τα μόνα της όπλα, λέγοντας ότι και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. τα έκανε.

Μας κάνει εντύπωση, λοιπόν, που η νέα ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τη μία μιλάει για άλλο δρόμο και από την άλλη δηλώνει υπερήφανη για το έργο των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Δηλαδή, ο άλλος δρόμος είναι μία συνέχεια της πολιτικής που μόλις περιέγραψα;

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΚΛΙΔΗΣ: Βελτίωση.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Εμάς, μας ενδιαφέρει το μέλλον. Χαίρομαι που και εσείς, με το γέλιο σας, συμφωνείτε ότι κάτι υπάρχει εδώ και πρέπει να ξεκαθαριστεί.

Μας ενδιαφέρει το μέλλον. Θέλω μάλιστα να επισημάνω με έμφαση ότι τώρα πια δεν είμαστε στην εποχή των υποσχέσεων. Τώρα ζούμε την εποχή της χρεοκοπίας των νεοφιλελεύθερων υποσχέσεων και τη ζούμε παγκοσμίως. Αυτό έχει σημασία. Διότι η Νέα Δημοκρατία λέει «την άλλη τετραετία θα τα κάνουμε, την παρ' άλλη θα τα κάνουμε». Να δούμε, λοιπόν, τι έγινε διεθνώς.

Πρώτον, η συγκράτηση των κοινωνικών δαπανών δεν οδήγησε -όπου έγινε- σε μικρό κοινωνικό κράτος, αλλά σε μεγάλο αυταρχικό και ποινικό κράτος. Υπάρχουν πολιτείες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που ξοδεύουν πιο πολλά για φυλακές απʼ ό,τι για σχολεία. Εμείς είμαστε ακόμα στην αρχή.

Δείτε, όμως, τον προϋπολογισμό. Προσέξτε τι λέει μέσα. Οι δαπάνες για το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, εδώ και χρόνια, αυξάνουν σταθερά πάνω από την αύξηση του εθνικού εισοδήματος. Τα αιτήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα οποία απέρριψε ο κ. Αλογοσκούφης, θα απαιτούσαν μισό προϋπολογισμό για να ικανοποιηθούν. Πού πάμε λοιπόν;

Δεύτερον, η μείωση της φορολογίας του κεφαλαίου διεθνώς δεν οδήγησε σε μείωση της ανεργίας, αλλά οδήγησε σε έναν καταστροφικό παγκόσμιο φορολογικό ανταγωνισμό, ποιος θα πρωτομειώσει τους φόρους. Αυτός ο φορολογικός ανταγωνισμός συνθλίβει τελικά το κοινωνικό κράτος.

Και η όποια μικρή μείωση της ανεργίας –για να έρθω και σʼ αυτό το "επίτευγμα"- κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όπου υπάρχει, οφείλεται σε έναν κυρίως παράγοντα, στην αύξηση της μερικής απασχόλησης. Όταν η μία θέση σταθερής εργασίας γίνεται δύο θέσεις μερικής απασχόλησης, βεβαίως μπορεί να υπάρξει μία στατιστική μείωση της ανεργίας. Όμως, αυτή η διεύρυνση της μερικής απασχόλησης, αν πάρει διαστάσεις, αποτελεί μία τεράστια απειλή για την κοινωνική ασφάλιση, πέρα από το πρόβλημα που δημιουργείται στους ίδιους τους εργαζόμενους με μερική απασχόληση που ο μισθός τους δεν επαρκεί για την επιβίωσή τους.

Αν, δηλαδή, οι μερικώς απασχολούμενοι φθάσουν ένα μέγεθος σημαντικό, καταλαβαίνετε όλοι σας ότι μερική απασχόληση σημαίνει μερικό μισθό και σημαίνει και μερική κοινωνική εισφορά, εισφορά για την ασφάλιση, εάν δίνεται και αυτή. Με μερικές, όμως, εισφορές δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται πλήρεις συντάξεις. Γιʼ αυτό και αυτή η αγωνία με ποιο τρόπο θα μπορέσει να ξεγελαστεί η κοινωνία και να αποδεχθεί μείωση των συντάξεων και άλλα οδυνηρά μέτρα, για να λυθεί –υποτίθεται- το Ασφαλιστικό. Όχι για να λυθεί το Ασφαλιστικό, αλλά για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα που δημιούργησε η πολιτική που εφαρμόζεται.

Τρίτον, η ισχυρή ανάπτυξη, όπου υπάρχει και όταν υπάρχει, με τους όρους που γίνεται, όπως είδαμε και στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν οδηγεί σε μείωση της φτώχειας, αλλά στην εμφάνιση μιας νέας κοινωνικής ομάδας, των λεγόμενων «νεόπτωχων» ή των «εργαζόμενων πτωχών», όπως τους ονομάζει το Διεθνές Γραφείο Εργασίας. Ποιοι είναι αυτοί; Είναι οι εργαζόμενοι με μερική και επισφαλή απασχόληση. Εργάζονται μεν, αλλά είναι τόσο χαμηλές οι αποδοχές, που είναι κάτω από το όριο της φτώχειας. Και επιπρόσθετα, αυτή η ανάπτυξη επιβαρύνει το περιβάλλον, που, σε συνδυασμό και με τις γενικότερες κλιματολογικές αλλαγές, συνιστά έναν τεράστιο κίνδυνο.

Επομένως, έχουμε περάσει τη φάση των προσδοκιών και είμαστε στη φάση των αποτελεσμάτων. Και, όπως είπε πρόσφατα σʼ ένα άρθρο του ο πρώην Υπουργός Οικονομικών των Η.Π.Α. και πρώην Πρόεδρος του Χάρβαρντ, ενός γνωστού πανεπιστημίου, o Λόρενς Σάμερς, «με τις πολιτικές που ακολουθούνται» –λέει- «ο 21ος αιώνας αναδείχνεται στο «χρυσό αιώνα» των πλουσίων». Και βεβαίως αντίστοιχα κινδυνεύει να αναδειχθεί σʼ έναν Μεσαίωνα για τις εργασιακές σχέσεις, για την κοινωνική ασφάλιση, για το περιβάλλον.

Έκανα αυτήν τη γενικότερη αναφορά, διότι νομίζω ότι από εδώ ξεκινάει το πρόβλημα. Η Νέα Δημοκρατία έχει κάνει την επιλογή της. Τις αποτυχίες της θα τις χρησιμοποιεί ως επιχείρημα για πιο σκληρή πολιτική, για πιο πολλές ιδιωτικοποιήσεις, για πιο πολλές απελευθερώσεις.

Το ΠΑ. ΣΟ. Κ. τι ακριβώς θέλει να κάνει; Να κατοχυρώσει τα κεκτημένα του νεοφιλελευθερισμού; Να τα συνεχίσει; Εμείς λέμε ότι η ώρα έχει φθάσει όχι για προσαρμογή, αλλά για ανατροπή των ανισοτήτων, των αρνητικών, των προβλημάτων που δημιούργησε όλη αυτή η πολιτική και βέβαια ανατροπή και της ίδιας αυτής πολιτικής.

Θα ολοκληρώσω μʼ ένα ακόμη επιχείρημα, για το οποίο μου έχει κάνει εντύπωση η συχνότητα με την οποία λέγεται. «Δεν αντέχει η οικονομία. Αναγνωρίζουμε τα προβλήματα, ξέρουμε ότι δεν περνάει καλά μια μερίδα του κόσμου, αλλά δεν υπάρχουν λεφτά, παρά την ισχυρή ανάπτυξη, παρά το ότι η πολιτική μας αποδίδει».

Η δική μας απάντηση σʼ αυτό δεν είναι ότι υπάρχουν λεφτά γενικώς, ότι οι πόροι είναι ανεξάντλητοι. Το πρόβλημα το οποίο θέλω να αναδείξω είναι ότι, πίσω απʼ αυτό που λέγεται «αντοχή της οικονομίας», υπάρχει πρόβλημα δημοκρατίας, υπάρχει  θέμα επιλογών, υπάρχει θέμα ιεραρχήσεων και θέμα προτεραιοτήτων: Θα δώσω το επίδομα θέρμανσης, που στοιχίζει 200.000.000 ευρώ ή θα κάνω μια φοροαπαλλαγή προς τις ασφαλιστικές εταιρίες ή τις τηλεοράσεις ή δεν ξέρω σε ποιον άλλο; Είναι θέμα μιας επιλογής.

Δε θα αναφερθώ επίσης στη σπατάλη που έλεγε ο Πρωθυπουργός. Θυμάστε ότι έλεγε πως θα περιόριζε τη σπατάλη και θα εξοικονομούσε 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Εγώ θα είμαι πιο πεζός, αλλά και πιο συγκεκριμένος.

Πρώτο παράδειγμα: Γʼ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Το πήραμε το 2000. Τελειώνει τώρα, με δυνατότητα εκταμίευσης μέχρι το 2008. Είναι τεράστια ποσά: 25 δισεκατομμύρια ευρώ. Ακούσαμε τον Εισηγητή της Πλειοψηφίας τι είπε στην αρχή: «Στο 50% είναι η απορρόφηση». Δεν έχουμε, λοιπόν, πόρους από τη μια και από την άλλη, τους πόρους που έχουμε δεν είμαστε άξιοι να τους απορροφήσουμε. Εμάς, βέβαια, μας ενδιαφέρει και η ποιότητα της απορρόφησης, όχι μόνο η απορρόφηση. Όταν όμως βλέπεις αυτό το πρόβλημα, δεν μπορεί να μην το θέτεις.

Τι φταίει εδώ; Εδώ από τον Άννα στον Καϊάφα. Φταίει το ΠΑ.ΣΟ.Κ., όχι φταίει η Νέα Δημοκρατία. Φταίει ο ένας, φταίει ο άλλος. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι αυτό το πολιτικοδιοικητικό σύστημα της χώρας μας στην προσπάθειά του να ελέγξει το χρήμα, στην προσπάθειά του να λειτουργήσει πελατειακά και ρουσφετολογικά, στην προσπάθειά του να δει το κράτος ως λάφυρο εξουσίας έχει αυτό το αποτέλεσμα.

Παράδειγμα δεύτερο: Μερίσματα. Τι θα πει μέρισμα για έναν κόσμο που δεν το έχει δει; Είναι τα κέρδη που μοιράζονται σε αυτούς που έχουν μετοχές των επιχειρήσεων και αποτελεί μια βασική μορφή πλούτου. Σε όλες τις χώρες του κόσμου τα μερίσματα φορολογούνται μία φορά στην επιχείρηση με το συντελεστή που φορολογείται το κέρδος συνολικά και, μετά, όταν διανεμηθεί το μέρισμα, αυτό φορολογείται πια ακριβώς ως εισόδημα.

Πόσοι είναι οι συντελεστές φορολογίας των μερισμάτων σε διάφορες χώρες; Θα σας πω ενδεικτικά: Στη Δανία είναι 43%, στην Ελβετία είναι 40%, στην Τουρκία είναι 17,5%, στην Ιρλανδία είναι 42% και στην Ελλάδα είναι μηδέν. Δεν πληρώνει στην Ελλάδα φόρο εισοδήματος αυτός που ζει από μερίσματα. Είναι μηδέν.

Σημειώστε μια λεπτομέρεια: Στην Ελλάδα ο φόρος μερίσματος είναι μηδέν και στην Ιρλανδία ο φόρος μερίσματος είναι 42%. Οι επενδύσεις στην Ιρλανδία πάνε, όχι στην Ελλάδα, διότι βεβαίως το πού θα πάει η επένδυση εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες και όχι μόνο από τους φορολογικούς.

Τι προτείνουμε εμείς: Εμείς προτείνουμε πολύ απλά, τα εισοδήματα από μερίσματα να φορολογούνται τουλάχιστον όσο και τα εισοδήματα από εργασία. Θα έπρεπε να πω παραπάνω, συμβιβάζομαι και λέω: τα εισοδήματα από μερίσματα να μπαίνουν στην κλίμακα και να φορολογούνται. Αν κάποιος έχει λίγα μερίσματα, έχει πέντε-δέκα μετοχές, δε θα πληρώσει τίποτα. Αν κάποιος έχει πολλά, θα πληρώσει πολλά. Τι λέει η Κυβέρνηση σε αυτό; Τι λέει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επί τη ευκαιρία;

Τρίτο παράδειγμα: Σε όλες τις χώρες του κόσμου τα χρηματιστηριακά κέρδη υπόκεινται σε κάποια φορολογία. Το ίδιο και τα κέρδη από αμοιβαία κεφάλαια. Αυτά και εμείς οι Αριστεροί τα θεωρούσαμε παλαιά λεπτομέρειες. Δεν δίναμε μεγάλη σημασία. Στην εποχή μας όμως, μεγάλο μέρος της υπεραξίας που δημιουργείται στην οικονομία, μεγάλο μέρος του κοινωνικού πλεονάσματος, να το πω αλλιώς, αναδιανέμεται σʼ αυτή τη χρηματοπιστωτική σφαίρα.

Σε όλες, λοιπόν, τις χώρες υπάρχει κάποιος φόρος αν κάποιος έχει κέρδη από αυτές τις δραστηριότητες. Σε εμάς πόσος είναι αυτός ο φόρος; Μηδέν.

Προτείνουμε, λοιπόν, και εδώ να υπάρξει κάποιος φόρος, να μπαίνουν και αυτά τα εισοδήματα στην κλίμακα, να φορολογούνται.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΪΣΕΡΛΗΣ: Ο κ. Αλογοσκούφης το ξέρει;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Του κυρίου Αλογοσκούφη το έχω πει, αλλά τώρα πρέπει να το ακούσετε και εσείς, διότι άκουγα πριν ότι ετοιμάζεστε για νέα προγράμματα κλπ. Λοιπόν, βάλτε το στο νέο σας πρόγραμμα τουλάχιστον. Τόσα χρόνια μάλλιασε η γλώσσα μας με τον Χριστοδουλάκη.

Λοιπόν, πρόταση απλή: Να μην υπάρχει εισόδημα στην Ελλάδα που να μην φορολογείται τουλάχιστον όσο το εισόδημα από εργασία. Αυτή είναι η θέση του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Και μπορούμε να κάνουμε διάλογο, να βρεθεί τρόπος αν μια χρονιά το Χρηματιστήριο δεν πάει καλά, να αφαιρούνται οι ζημιές, να έχει και επιστροφή φόρου κάποιος. Αν γίνουν αυτά που λέμε, να καταργηθούν όλοι οι άλλοι φόροι στα αμοιβαία κεφάλαια.

Εμάς μας ενδιαφέρει: Υπάρχει εισόδημα; Αν είναι από εργασία του αλλάζουμε τα φώτα στη φορολογία. Αν δεν είναι από εργασία, δεν θα πληρώνει φόρο;

Παράδειγμα τέταρτο: Φοροκλοπή. Υπάρχει μια σύγχυση και μεταξύ μας καμιά φορά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή, φοροκλοπή. Και ο υδραυλικός μπορεί να κάνει φοροδιαφυγή. Δεν κόβει πολλές φορές κάποιος υδραυλικός απόδειξη. Εκεί υπάρχει μια συνεργασία των κάτω, ας το πω έτσι. Γλιτώνει και αυτός που έκανε τη δουλειά και δεν έκοψε απόδειξη, γλιτώνει και αυτός που δεν πληρώνει το Φ.Π.Α. Είμαστε αντίθετοι εμείς με κάθε μορφή φοροδιαφυγής.

Θέλω να επιστήσω, όμως, την προσοχή σας σε μία πλευρά. Η φοροκλοπή είναι όταν πληρώνεται ο Φ.Π.Α. από τον καταναλωτή και δεν καταλήγει στον κ. Αλογοσκούφη. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ (Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών): Στον κ. Μπέζα πείτε τα αυτά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Ναι, μετά βέβαια θα συζητήσουμε και τι θα τα κάνετε, αν φθάσουν ποτέ στα χέρια σας.

Σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία που αποδίδονται στην Παγκόσμια Τράπεζα – διότι εδώ δεν έχουμε και συγκεκριμένους αριθμούς- το 2005, οι επιχειρήσεις απέκρυψαν έσοδα 17,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Εάν το πολλαπλασιάσουμε με το 17%, ως μέσο συντελεστή Φ.Π.Α., προκύπτουν 3.000.000.000 ευρώ. Η φοροκλοπή ήταν τουλάχιστον 3.000.000.000 ευρώ.

Και επειδή άκουσα και τον Εισηγητή της Πλειοψηφίας να υπαινίσσεται –το έλεγε παλαιά ο κ. Μητσοτάκης- ότι το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος οφείλεται τάχα στην κοινωνική πολιτική που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου στη δεκαετία του 1980, ας τα αφήσουμε τα ψέματα.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΕΓΚΕΡΟΓΛΟΥ: Γιατί, δεν έκανε;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε μʼ αυτό που θα πω.

Το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι η συσσωρευμένη φοροκλοπή των κυρίαρχων τάξεων. Αυτή είναι η αλήθεια. Και επειδή κάποιοι το ξέρουν αυτό, γιʼ αυτό επί είκοσι χρόνια τώρα πιπιλίζουν το μυαλό των απλών ανθρώπων ότι τάχα για το δημόσιο χρέος φταίει ο φουκαράς ο συνταξιούχος.

Η φοροκλοπή, λοιπόν, είναι το πρόβλημα. Να παταχθεί και να μην μπλέξουμε αυτό το θέμα με τη διάσπαρτη παραοικονομία, κ.λπ. Είπα να τα προχωρήσουμε όλα αυτά, αλλά αν η Κυβέρνηση δεν αντιμετωπίσει τη φοροαποφυγή, την ασυλία στην ουσία, αν δεν χτυπήσει τη φοροκλοπή, πώς να πάει μετά παρακάτω; Με τι νομιμοποίηση;

Προσπάθησα να αποδείξω, λοιπόν, ότι υπάρχουν πηγές, άλλες πολιτικές και άλλες επιλογές και ότι υπάρχουν πόροι, αλλά φοβάμαι ότι όλα αυτά είναι έξω από τη λογική της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Θα ολοκληρώσω, λοιπόν, με την ανοχή σας για ένα λεπτό, κύριε Πρόεδρε, για να κάνω την ανακεφαλαίωση.

Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού συνεχίζεται. Η ηγεμονία του, όμως, έχει κλονιστεί. Οι υποσχέσεις του έχουν διαψευστεί. Οι κερδισμένοι είναι οι λίγοι και οι χαμένοι είναι οι πολλοί. Γιʼ αυτό και οι διαφοροποιήσεις αυξάνουν- παράδειγμα αποτελεί η Λατινική Αμερική- και οι αντιστάσεις δυναμώνουν. Παράδειγμα αποτελούν τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης.

Όσα επεισόδια δήθεν μεταρρυθμίσεων και αν σκηνοθετηθούν από την Κυβέρνηση, ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι το έργο που βλέπει έχει σεναριογράφο. Και ο σεναριογράφος αυτός σκέπτεται τα μεγάλα συμφέροντα και τους ισχυρούς.

Εμείς, λοιπόν, λέμε στον ελληνικό λαό ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε να δούμε και τον επίλογο! Δε                                      χρειάζεται να πέσει η αυλαία αυτού του έργου, για να πούμε «α, τι έγινε εδώ;». Μπορούμε από τώρα να συμπεράνουμε ότι αυτό που γίνεται είναι μία αρπαγή δημόσιου πλούτου. Αυτό που γίνεται είναι μία ανισοκατανομή εισοδημάτων. Αυτό που γίνεται είναι μία ανάπτυξη η οποία έχει θύματα τους εργαζόμενους, το κοινωνικό κράτος και το περιβάλλον.

Ακριβώς γιʼ αυτό, εμείς λέμε ότι ο κόσμος της εργασίας –ιδίως της επισφαλούς εργασίας- ο κόσμος του κοινωνικού κράτους, αυτοί που δουλεύουν στα νοσοκομεία, στα σχολεία κ.λπ., αλλά και ο κόσμος που έχει ανάγκη το κοινωνικό κράτος, όσοι υφίστανται τις συνέπειες από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αυτοί αποτελούν σήμερα μία νέα κοινωνική πλειοψηφία. Αυτοί μπορούν να συγκροτηθούν σε σώμα και αγωνιστικά και πολιτικά. Αυτοί μπορούν ακριβώς να αγωνιστούν για την ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής και για να υπάρξει μία εναλλακτική πολιτική που θα έχει σημείο εκκίνησης τη μείωση των ανισοτήτων, την καταπολέμηση της φτώχειας, την προστασία του περιβάλλοντος, την ανατροπή των αρνητικών συνεπειών των ως τώρα πολιτικών.

Εμείς, ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, αυτή την προοπτική εκπροσωπούμε, γι' αυτή την προοπτική αγωνιζόμαστε να προωθήσουμε, στο μέτρο των δυνάμεών μας, μαζί με τα κοινωνικά κινήματα και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Σας ευχαριστώ.