Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
09/09/2007

'Αμεση προτεραιότητα ένα σχέδιο οικολογικής αασυγκρότησης και θωράκισης της χώρας και ανασυγκρότησης των πυρόπληκτων περιοχών. . 'Αρθρο του Γ.Δραγασάκη στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ"

Οι καταστροφικές πυρκαγιές και οι δραματικές επιπτώσεις τους ανέδειξαν ως άμεση εθνική προτεραιότητα την εκπόνηση ενός συνολικού σχεδίου οικολογικής θωράκισης της χώρας και ανασυγκρότησης των πυρόπληκτων περιοχών.

Ασφαλώς η ανασυγκρότηση των περιοχών που επλήγησαν επείγει.

Όμως, με τον άναρχο τρόπο της οικιστικής και της εν γένει ανάπτυξης και τα διάτρητα συστήματα πρόληψης και πυρόσβεσης, με την απουσία, όπως αποδείχθηκε, συνολικού σχεδίου και στρατηγικής δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι δε θα καεί αύριο και η υπόλοιπη Ελλάδα, με την ίδια ευκολία με την οποία τώρα κάηκε η Πάρνηθα, η Πελοπόννησος, η Εύβοια και άλλες περιοχές.

Πρέπει, λοιπόν, να επιμείνουμε στην ανάγκη για ένα νέο εθνικό σχεδιασμό, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος το δράμα να επαναληφθεί. Όπως οι καταστρεπτικοί σεισμοί της Θεσσαλονίκης (1977) και της Αθήνας (1981) οδήγησαν σε νέους αντισεισμικούς κανονισμούς, που θωράκισαν, έστω μερικώς, τη χώρα έναντι των επόμενων σεισμών, έτσι και αυτές οι καταστροφικές πυρκαγιές πρέπει να δράσουν ως καταλύτης για μια νέα αντίληψη και πρακτική της ανάπτυξης που θα προστατεύει τα δάση και θα σέβεται γενικότερα το περιβάλλον.

Για να μπορέσουμε όμως να μιλήσουμε στα σοβαρά για μελλοντικά σχέδια και νέα μοντέλα ανάπτυξης, γενικά και ειδικά στις πυρόπληκτες περιοχές, θα πρέπει να αποτραπούν οι άμεσοι κίνδυνοι.

Πρέπει να εξασφαλισθούν η συγκράτηση των τοπικών πληθυσμών στις εστίες τους, ο άμεσος και δεσμευτικός σχεδιασμός της αναδάσωσης, ο  σχεδιασμός και κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων, η αποτροπή αλλαγών στις χρήσεις γης.

Η πλούσια διεθνής πείρα από την ανασυγκρότηση φθινουσών βιομηχανικών ή οικολογικά υποβαθμισμένων περιοχών, δείχνει ότι στις πυρόπληκτες περιοχές μπορεί να ξαναγεννηθεί η ελπίδα και μάλιστα για μια καλύτερη ζωή, υπό τον όρο ότι θα αποτραπούν αποσπασματικές παρεμβάσεις και ότι αντιθέτως θα διαμορφωθούν ολοκληρωμένα προγράμματα ανασυγκρότησης των εν λόγω περιοχών.

Τα σχέδια αυτά, πρέπει να αποσκοπούν στην οικονομική, την οικολογική, ακόμη και τη δημογραφική αναζωογόνηση των πυρόπληκτων περιοχών καθώς και των ευρύτερων συστημάτων μέσα στα οποία αυτές εντάσσονται. Η αναζωογόνηση αυτή πρέπει να στηριχθεί στην ενίσχυση των παραδοσιακών οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά και σε νέες που μπορούν να ενθαρρυνθούν στη βάση των δυνατοτήτων που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες για αποκεντρωμένη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Η γειτνίαση, τέλος, τόσο της Εύβοιας όσο και της Πελοποννήσου με την Αθήνα δημιουργεί την πρόκληση μιας ευρύτερης περιφερειακής  αναδιάρθρωσης και ανακατανομής παραγωγικών και διοικητικών δραστηριοτήτων.

Τέλος, η έγκαιρη προετοιμασία τέτοιων σχεδίων, ο προσδιορισμός ή επαναπροσδιορισμός, όπου χρειάζεται, του αναπτυξιακού προφίλ της κάθε περιοχής, θα αποτελέσουν την καλύτερη άμυνα σε κερδοσκοπικές εισβολές αρπαχτικών συμφερόντων. Και αντιστρόφως θα λειτουργήσουν ως πλαίσια υποδοχής επενδυτικών σχεδίων που θα εναρμονίζονται με τους αναπτυξιακούς στόχους της κάθε περιοχής.

Επειδή γενικώς όποιος χρηματοδοτεί ελέγχει και το τι θα γίνει, η χρηματοδότηση των προγραμμάτων αυτών θα πρέπει να στηριχθεί καταρχήν σε δημόσιους εθνικούς πόρους, οι οποίοι βεβαίως μπορούν και πρέπει να ενισχυθούν συμπληρωματικά με ευρωπαϊκούς ή άλλους πόρους.

Η εμπειρία από τη διαχείριση τέτοιων προγραμμάτων στη χώρα μας είναι, δυστυχώς, προβληματική, όπως έχει δείξει και η ιστορία με τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Οι δυσκολίες στην προκειμένη περίπτωση αυξάνουν από το γεγονός ότι προγράμματα αναζωογόνησης περιοχών, ειδικά όταν περιέχουν και τη δασική διάσταση, πρέπει να είναι μακράς διάρκειας τουλάχιστον δεκαετίας αν όχι εικοσαετίας.

Πώς θα εξασφαλισθεί λοιπόν η δεσμευτικότητα της διαχρονικής χρηματοδότησής τους; Ποιος θα εγγυηθεί τη συνέπεια της υλοποίησής τους;

Ένας όρος θα ήταν τα προγράμματα αυτά να πάρουν τη μορφή νόμου που να ψηφισθούν με τις διαδικασίες του άρθρου 79 παρ. 8 του Συντάγματος από τη Βουλή, αποκτώντας έτσι μια αυξημένη ισχύ. Ένας δεύτερος όρος θα ήταν τα προγράμματα αυτά να διαμορφωθούν μέσα από έναν ευρύ δημοκρατικό και επιστημονικό διάλογο και να διεκδικήσουν τη διακομματική συμφωνία επί του περιεχομένου τους. Αν αυτά γίνουν, τότε η αυξημένη νομική ισχύς και η αυξημένη πολιτική νομιμοποίηση, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στον κίνδυνο να εκφυλισθεί όλη αυτή η υπόθεση μετεκλογικά σε ένα άθροισμα αποσπασματικών παρεμβάσεων με μικροκομματικά κριτήρια και πελατειακές λογικές.

Τέλος, ποιος μας εγγυάται πώς ό,τι σήμερα αναγνωρίζεται ως μια καθολικά αναγνωρισμένη ανάγκη και προτεραιότητα, δε θα συνθλιφτεί, μετά τις εκλογές, στις μυλόπετρες των δημοσιονομικών πιέσεων ή άλλων προτεραιοτήτων;

Δε νομίζω ότι αυτοδύναμες κυβερνήσεις ή ανεξέλεγκτες εξουσίες μπορούν να παράσχουν καμία εγγύηση επ' αυτού.

Μόνον η δράση των πολιτών, των φορέων τους και των κοινωνικών κινημάτων θα μπορούσαν να αποτρέψουν αξιόπιστα αυτόν τον καθόλου φανταστικό κίνδυνο.