Skip to main content.
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
22/11/2007

Ομιλία Γιάννη Δραγασάκη στη συζήτηση του νομοσχεδίου "Αύξηση συντάξεων του Δημοσίου από το έτος 2007 και άλλες διατάξεις"

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: 21, 22/11/2007

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Το νομοσχέδιο που συζητούμε σήμερα συζητείται σε μια ημέρα που επιβαρύνεται από σημαντικά γεγονότα. Είναι η κατάθεση του Προϋπολογισμού, οι ανακοινώσεις –αν μπορούμε να τις πούμε έτσι- του αρμόδιου Υπουργού για το συνταξιοδοτικό ορισμένων κλάδων, όπως είναι οι δημοσιογράφοι, οι μηχανικοί και άλλοι. Δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπόψη μας αυτό ακριβώς το κλίμα.

Εκείνο που θα ήθελα να πω σε ό,τι αφορά τα πρωτοσέλιδα του Τύπου σήμερα για τα νέα βάρη που επιφυλάσσει ο Προϋπολογισμός είναι πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ο Προϋπολογισμός, όπως θα συζητήσουμε αναλυτικά, προβλέπει νέα φορολογικά βάρη. Ακόμη μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα ότι αυτά τα νέα βάρη τα προβλέπει για τους ίδιους. Δηλαδή αυτοί που πληρώνουν φόρους καλούνται να πληρώσουν περισσότερους.

Ο Προϋπολογισμός δίνει την εντύπωση ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου δεν υπάρχει πλούτος και δεν υπάρχουν πλούσιοι. Ακριβώς γιΆ αυτό θα είναι επώδυνα τα αποτελέσματα του Προϋπολογισμού σε όσους ζουν με χαμηλά εισοδήματα. Και βέβαια μεγαλύτερα βάρη χωρίς καλύτερες απολαβές.

Πρέπει η Κυβέρνηση να πει και σε εμάς και στον ελληνικό λαό τι μέλλον περιμένει μια χώρα, όταν οι δαπάνες για την παιδεία –για να μη μιλήσω για την έρευνα- πέφτουν κάτω από το 3%, δηλαδή στο 2,8%.

Τι μέλλον; Ποια είναι η προοπτική; Υπάρχει κάποια χώρα στον κόσμο, που να πρόκοψε υποχρηματοδοτώντας τόσο συστηματικά την παιδεία; Έλεγε ψέματα η Νέα Δημοκρατία, όταν παραμονές των εκλογών του 2004 αναγνώριζε την ανάγκη να αυξηθούν οι δαπάνες για την παιδεία και να πάνε στο 5%;

Σε ό,τι αφορά το ασφαλιστικό, το μόνο που θέλω να πω τούτη την ώρα είναι ότι αποτελεί μεγάλη, αλλά και επικίνδυνη αυταπάτη της Κυβέρνησης -αν την έχει- αν πιστεύει ότι θα λύσει το ασφαλιστικό, παίρνοντας τα πλεονάσματα από τα λίγα ταμεία που είναι πλεονασματικά.

Δηλαδή, η άποψη ότι έχουμε κάποια ταμεία που έχουν θετικό αποτέλεσμα, έχουν αποθεματικά, και θα πάρουμε από εκεί κάτι για να καλύψουμε τα ελλειμματικά ταμεία, αυτή είναι επικίνδυνη αυταπάτη και το μόνο που θα έχει ως αποτέλεσμα είναι τα πλεονασματικά ταμεία να τα καταστήσει ελλειμματικά, χωρίς να λυθεί κανένα από τα προβλήματα του συστήματος.

Σε ό,τι αφορά το κυρίως θέμα μας: το θέμα των συντάξεων είναι σχετικό. Έχει μεγάλη σημασία για ποιες συντάξεις μιλάμε. Αν έχουμε 2.000, 1.500, 3000 ευρώ, το πρόβλημα είναι διαφορετικό, από το αν έχουμε συντάξεις των 500 ευρώ. Κάλεσα την Κυβέρνηση να καταθέσει στη Βουλή έναν πίνακα –και επαναλαμβάνω το αίτημα, κύριε Υφυπουργέ- για να ξέρουμε ποιες είναι οι συντάξεις των συνταξιούχων. Δηλαδή: οι συνταξιούχοι του δημοσίου σε ποιες κατηγορίες ανήκουν; Είναι χαμηλοσυνταξιούχοι; Είναι υψηλοσυνταξιούχοι; Γιατί αυτό το στοιχείο δεν το καταθέτετε στη Βουλή; Είναι απόρρητο;

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΕΓΚΑΣ (Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών): Μου επιτρέπετε μία διακοπή;

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Βεβαίως.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΕΓΚΑΣ (Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών): Ο σχετικός πίνακας έχει κατατεθεί στην Επιτροπή και τον επανακαταθέτω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Χαίρομαι που το ακούω.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΕΓΚΑΣ (Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών): Προφανώς δεν τον έχετε πάρει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: Ο πίνακας αναφέρει: μέχρι 400 ευρώ, το 6% των συνταξιούχων. Μέχρι 700 ευρώ, το 20,8% των συνταξιούχων. Δηλαδή κάτω από 700 ευρώ είναι το 27%,27% των συνταξιούχων. Αυτό ήθελα να επισημανθεί. Και βέβαια το σύνολο των συνταξιούχων παίρνει συντάξεις 1000-1100 ευρώ.

ΑΔΑΜ ΡΕΓΚΟΥΖΑΣ: Το θέμα είναι αν τα ποσοστά πάνε προς τα κάτω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: ΑπΆ ό,τι είδα πρόχειρα τον πίνακα.

Γενικά θέλω να επισημάνω ότι μιλάμε για συνταξιούχους με πολύ χαμηλές συντάξεις. Και μιλάμε για συνταξιούχους με πολύ χαμηλές συντάξεις σε μία χώρα που η ακρίβεια είναι υψηλή και δεν αντικατοπτρίζεται στον επίσημο πληθωρισμό. Στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού υπάρχει μία επισήμανση: ότι το μέσο επίπεδο τιμών στην Ελλάδα είναι το 85% του επιπέδου τιμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δηλαδή, αν θέλουμε στην Ευρώπη 100 ευρώ για να γεμίσουμε ένα καλάθι με αγαθά, στην Ελλάδα θέλουμε 85 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι και οι συντάξεις στην Ελλάδα κατά μέσο όρο θα έπρεπε να είναι το 85% των ευρωπαϊκών. Όμως, δεν είναι. Επομένως, θα έπρεπε να υπάρχει μία πολιτική συστηματικής αύξησης, ιδιαίτερα των χαμηλότερων συντάξεων, περισσότερο από το μέσο όρο, ούτως ώστε να υπάρξει μία κάποια σύγκλιση σε σχέση με τις ανάγκες που υπάρχουν. Και σε ό,τι αφορά το ερώτημα που έκανε και στην Επιτροπή ο κ. Ρεγκούζας «πού θα βρούμε τους πόρους», ας ανοίξει μία συζήτηση, λοιπόν, πού θα βρούμε τους πόρους. Ας ανοίξει μία συζήτηση ποιοι πληρώνουν φόρους στην Ελλάδα και ποιοι δεν πληρώνουν. Διότι δεν μπορεί μία χώρα που έχει αύξηση του εθνικού εισοδήματος κάθε χρόνο 4%, αυτή η ετήσια αύξηση του πλούτου να μετατρέπεται σε μία δημόσια μιζέρια, όταν έχουμε να κάνουμε με αυξήσεις τόσο χαμηλών συντάξεων.

Το δεύτερο θέμα, στο οποίο ήθελα να κάνω ορισμένα σχόλια, είναι το θέμα των καλλιτεχνών, για το οποίο τοποθετήθηκε ήδη ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς με το συνάδελφο κ. Λαφαζάνη. Στηρίζουμε τις προτάσεις των φορέων, όπως διατυπώθηκαν και στην Επιτροπή για τους λόγους που εκτέθηκαν.

Θα ήθελα να προσθέσω δύο στοιχεία. Πρώτον, η ρύθμιση που υπάρχει με τις περιβόητες, δήθεν, τιμητικές συντάξεις είναι μία λύση πρόχειρη, μη ολοκληρωμένη, προβληματική και δεν είναι λύση για το συνταξιοδοτικό πρόβλημα των καλλιτεχνών. Πρέπει να υπάρξει μία συνολικότερη ρύθμιση και πρέπει και οι φορείς ενδεχομένως να επανέλθουν με τις προτάσεις που κατά καιρούς έχουν διατυπώσει. Πρέπει να υπάρξει πρωτοβουλία για το θέμα. Δεν είναι δυνατόν να πούμε ότι ειδικά στον κλάδο των καλλιτεχνών δεν θα υπάρξει κρατική συνεισφορά. Σε ποιον άλλο κλάδο ισχύει αυτό; Δεν υπάρχει κλάδος όπου το κράτος να μην έχει μία είτε άμεση, είτε έμμεση συμμετοχή στην αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος. Διότι όταν λέμε κράτος, εννοούμε τους φορολογούμενους. Η τέχνη, οι καλλιτέχνες είναι κομμάτι του λαού, έχουν μία ειδική αποστολή, ένα ειδικό ρόλο και επομένως δεν είναι δυνατόν να πούμε ότι ειδικά οι καλλιτέχνες δεν μας απασχολεί το αν πεθαίνουν στην ψάθα, ή αν έχουν τα μέσα του προς το ζειν. Δεν υπεισέρχομαι σε λεπτομέρειες, γιατί οπωσδήποτε το θέμα έχει ιδιαιτερότητες, αλλά δεν μπορούμε αυτό το θέμα να το αγνοούμε και να το καλύπτουμε με τις 20 ή έστω και με τις 100, αν δεχθεί η Κυβέρνηση τις προτάσεις που έγιναν, τιμητικές συντάξεις.

Η τρίτη παρατήρηση που θέλω να κάνω είναι ότι χρειάζονται γενικότερα μέτρα ενίσχυσης του πολιτισμού και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το θέμα αυτό μπορεί να μη συνδέεται άμεσα, ευθύγραμμα με το θέμα των συντάξεων, όμως συνδέεται. Διότι, αν έχουμε έναν ανθηρό τομέα καλλιτεχνικό, σημαίνει ότι δημιουργούνται και εισοδήματα, δημιουργούνται και προϋποθέσεις, δημιουργούνται και πολλαπλές δυνατότητες ασφαλίσεως, παρά όταν υπάρχει καχεκτικότητα. Κι εδώ, όχι μόνο ο προϋπολογισμός είναι ισχνός, αλλά και άλλα μέτρα που έχουν θεσμοθετηθεί δεν εφαρμόζονται. Επισημαίνω ειδικά για τον κλάδο της σκηνοθεσίας ότι σύμφωνα με το ν. 1866/1989 και το π.δ. 285/1993 οι τηλεοπτικοί σταθμοί θα έπρεπε να καταβάλουν το 1,5% των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων τους, του τζίρου τους δηλαδή, μετά την αφαίρεση φόρων, για να ενισχύεται η καλλιτεχνική δημιουργία στο χώρο των ταινιών κλπ. Γιατί δεν εφαρμόζεται αυτός ο νόμος; Τι θα κάνει η Κυβέρνηση για να τον ενεργοποιήσει; Έχω καταθέσει και σχετική ερώτηση.

Το τρίτο θέμα, στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ, είναι το θέμα της έκτακτης παροχής προς τους δικαστές. Θα ήθελα να ενημερώσω το Σώμα ότι οι Ενώσεις των δικαστών ζήτησαν και είχαν επαφή με το κόμμα μας, το Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς, προ καιρού, με τον Πρόεδρο κ. Αλαβάνο, όπου συζητήθηκε το θέμα εκτενώς. Διατυπώσαμε με σαφήνεια τις θέσεις μας, εξηγήσαμε γιατί είμαστε αρνητικοί και εξηγούμε ταυτόχρονα γιατί το θέμα αυτό το βλέπουμε με μεγάλο σεβασμό προς την υψηλή αποστολή των δικαστικών. Η ρύθμιση αυτή, με τον τρόπο που έρχεται, προσβάλλει, νομίζουμε, και το Σώμα των δικαστών και δεν απαντάει και στο όλο θέμα. Εδώ υπάρχει ένα οικοδόμημα με αυτοματισμούς, για να καταλάβει και ο κόσμος τι ακριβώς συζητάμε. Αν κάποιος λειτουργός του δημοσίου πάρει υψηλό μισθό, αυτοδίκαια μπορεί ο δικαστικός να διεκδικήσει την εξίσωση του μισθού του. Κι αν πάρει την αύξηση ο δικαστικός, αυτοδίκαια και ο Βουλευτής μπορεί να απαιτήσει την εξίσωσή του κλπ. Η γνώμη μας είναι ότι αυτοί οι αυτοματισμοί δημιουργούν προβλήματα και, εν πάση περιπτώσει, όσο ισχύουν, το ερώτημα που θέτει ο κόσμος και το θέτουμε κι εμείς, είναι το εξής: αν όλη αυτή η υπόθεση προκλήθηκε από το γεγονός ότι ένας Πρόεδρος μιας Ανεξάρτητης Αρχής πήρε υψηλότερο μισθό, γιατί έγινε αυτό; Δηλαδή γιατί δεν εξισώθηκε, δεν ίσχυσε ο αυτοματισμός αντίστροφα ότι δεν μπορεί κανείς δημόσιος λειτουργός να παίρνει μισθό μεγαλύτερο από το μισθό του Αρείου Πάγου; Δηλαδή, γιατί σε εκείνο το στάδιο δεν αντιμετωπίστηκε το θέμα με αυτό τον τρόπο, αλλά αφέθηκε το πρόβλημα να δημιουργηθεί, να γίνουν αγωγές, να συνέλθει το Μισθοδικείο, και κανείς τελικά δεν ξέρει πώς προέκυψε το συγκεκριμένο ποσό που καλούμαστε να ψηφίσουμε; Διαβάζουμε ότι είναι προϊόν διαπραγμάτευσης. Επομένως, η δική μας αντίθεση έχει να κάνει κυρίως με αυτό το σύστημα αυτοματισμών που αφορά και εμάς, έχει να κάνει με το ότι σε λίγα χρόνια θα επανέλθει το πρόβλημα και γιΆ αυτό, πέρα από τη συγκεκριμένη θέση που πήραμε, εμείς προτείνουμε να ανοίξει το θέμα της μισθοδοσίας των δικαστικών γενικότερα και με δική τους πρωτοβουλία, να συζητηθεί η δυνατότητα ενός μισθολογίου των δικαστικών που θα επιλύει το πρόβλημα με έναν τρόπο θεσμικά αποδεκτό και όχι με αυτό τον περίπλοκο και με τόσες επικίνδυνες παρενέργειες που έχει σήμερα.

Τέλος σε ό,τι αφορά την τροπολογία που θα συζητήσουμε αύριο, έχει νομίζω σημασία να αντιληφθεί ευρύτερα η κοινωνία περί τίνος πρόκειται. Είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Πρόκειται για ένα ταμείο που έχει θεσμοθετηθεί κατόπιν συλλογικής διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην ALPHA BANK σήμερα, ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ παλιότερα και τους εργαζόμενους της τράπεζας αυτής.

ΑπΆ ό,τι ακούω, απΆ ό,τι λέγεται, η τράπεζα κάποτε βρέθηκε σε δεινή οικονομική θέση. Υπέγραψε σύμβαση με τους εργαζόμενους έναν προς έναν και με το ταμείο τους για να χρησιμοποιήσει τα αποθεματικά και για να βγει από τη δεινή θέση. Αυτό το ταμείο έρχεται σήμερα στην ουσία να καταργηθεί. Μάλλον για να είμαι πιο ακριβής, αυτές οι υποχρεώσεις της τράπεζας σήμερα συζητείται να καταργηθούν, να πάψει η τράπεζα να έχει την υποχρέωση προς τους εργαζόμενούς της έναντι κάποιου ποσού.

Θέλω να πω ότι εδώ έχουμε μια αντίθεση ανάμεσα στην εργοδοσία και τους εργαζόμενους σε ένα κρίσιμο θέμα και με τους εργαζόμενους να φαίνεται να έχουν απόλυτο δίκιο. Και η Κυβέρνηση τι κάνει; Η Κυβέρνηση παίρνει τη μεριά των εργοδοτών. Αυτή είναι η ουσία του θέματος. Και παίρνει τη μεριά του εργοδότη όχι μόνο στο ότι αποδέχεται την πρόταση του εργοδότη, αλλά ότι μεθοδεύεται και μία διαδικασία αποτύπωσης του ύψους του ποσού που πρέπει να δώσει η τράπεζα για να πάψει να έχει την όποια υποχρέωση, που σύμφωνα με όλα τα επιχειρήματα που έχουμε ακούσει, υποεκτιμά πάρα πολύ την υποχρέωση της τράπεζας.

Επομένως, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που την ίδια στιγμή μιλάει δήθεν για διάλογο και λέει ότι θέλει να λύσει το ασφαλιστικό πρόβλημα, διαπιστώνουμε εδώ ότι ούτε διάλογο κάνει, ούτε το ασφαλιστικό πρόβλημα επιχειρεί να λύσει. Αντίθετα εξυπηρετεί ευθέως συμφέροντα εργοδοτών.

Ευχαριστώ.